Γράφει: Μαρία Υψηλάντη
Βία και Πολιτεία
της Μαρίας Υψηλάντη
Τα πρόσφατα γεγονότα της Αθήνας έχουν σχολιασθεί κατά κόρον από έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα και όλοι έχουμε σχηματίσει ή προσπαθούμε να σχηματίσουμε μια άποψη για το τί τελικά συμβαίνει γύρω μας. Εδώ θα εκθέσω ορισμένες σκέψεις που ασφαλώς δεν εξαντλούν όλες τις πλευρές του ζητήματος, αλλά ευελπιστώ ότι αγγίζουν βασικά στοιχεία του.
Δημοσιογράφοι και πολιτικοί αναλώθηκαν σε ατέρμονες αναλύσεις των προβλημάτων που γέννησαν την εκτόνωση μιας «συσσωρευμένης» βίας και συγκρουσιακής συμπεριφοράς. Κανείς δεν αντιλέγει ότι η Ελλάδα υποφέρει από πολλά, στα οποία περιλαμβάνονται η ακρίβεια, η ανεργία, η φτώχεια και άλλα συναφή. Η εμμονή σε αυτήν την επωδό όμως δεν προσφέρει ικανοποιητική εξήγηση του φαινομένου. Το φαινόμενο, έστω μετρημένο σε άλλες διαστάσεις και προερχόμενο από διαφορετικές επιμέρους συνθήκες, υπάρχει σε πολλές χώρες του (πολιτισμένου) κόσμου. Παρόμοια έκτροπα εκεί δεν έχουμε δει, τα γεγονότα των «γκετοποιημένων» συνοικιών του Παρισιού σαφώς ανήκουν σε άλλη κατηγορία. Ίσως κάποιος αντιτείνει ότι η απουσία προηγουμένου (ας μη φθάσουμε τόσο πίσω μέχρι τον Μάη του ’68) ή κάποιας σύγχρονης αναλογίας δεν αποτελεί επιχείρημα αποδείξεως ότι αυτή η έκρηξη βίας είναι αδικαιολόγητη (γιατί θέλω να ελπίζω ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν αντιλέγει ως προς το ότι είναι καταδικάσιμο, αν και οι πολλές φωνές συμμετεχόντων στα διάφορα πάνελ που εκφράζουν μια συγκρατημένη ή λανθάνουσα επιδοκιμασία, με την υπερβολική ανοχή και εύρεση δικαιολογιών για τα γεγονότα, κάνουν κάποιον να αμφιβάλλει και για αυτό). Δεν θα επαναλάβω την αυτονόητη σκέψη ότι καταστρέφοντας την περιουσία του διπλανού μας, πολλώ δε μάλλον την κρατική, καταστρέφουμε τον εαυτόν μας και τα δικά μας συμφέροντα. Ας υποθέσουμε, για χάρη της συζητήσεως, ότι δεν είναι ακριβώς έτσι, και ότι, πράγματι, αφανίζοντας αντικείμενα και περιουσίες περνάμε ένα μήνυμα διαμαρτυρίας. Ας δούμε λοιπόν στην ουσία τους τους λόγους που προβάλλονται για να εξηγήσουν το σαρωτικό τούτο «ξέσπασμα».
Ακούγεται από πολλούς ότι οι νέοι, οικτρά απογοητευμένοι από την αποτυχία των κυβερνώντων να δημιουργήσουν μια κοινωνία αξιοκρατίας, ηθικής και διαφάνειας, και ζώντας σε έναν κόσμο χωρίς ιδανικά, αντικρίζουν το μέλλον ζοφερό και μπροστά τους ανοίγονται ανύπαρκτες προοπτικές σε κάθε τομέα: Ανεργία και αχρηστία των πτυχίων, κοινωνία όπου κυριαρχεί ο χρηματισμός, ο τυχοδιωκτισμός και η παντοειδής χυδαιότητα, ανυπαρξία αξιών. Καλά όλα αυτά και ουδείς αντιλέγει ότι ζούμε σε ένα νοσηρό και άσχημο κόσμο. Οι περισσότεροι «ταραξίες» δεν προέρχονται από οικογένειες που, ας το πούμε έτσι, δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, και αποκλείεται να σκέπτονται με πραγματική απόγνωση την θλιβερή προοπτική των λεγομένων «επτακοσίων ευρώ» (γιατί οι πραγματικοί «αναρχικοί» ίσως -λέω ίσως γιατί κανείς πλέον δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτε- ανήκουν σε συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο που πιστεύει σοβαρά στην αναρχία με την κυριολεκτική σημασία της λέξεως). Εδώ οι κοινωνιολογικώς μελετημένοι σχολιάζουν ότι ίσα ίσα αυτά τα παιδιά είναι που αισθάνονται την πικρία για την άθλια κατάσταση που μόλις περιέγραψα και ενίοτε αντιδρούν αναλόγως, σύμφωνα και με την άψη της νιότης τους. Λυπάμαι που θα διατυπώσω εδώ μια «απλοϊκή» σκέψη, αλλά ειλικρινά δεν νομίζω ότι όλα αυτά περνούν από το μυαλό των συγκεκριμένων νεαρών που εκτονώνουν τα ζωώδη τους ένστικτα με πετροβολήματα. Αν πράγματι περνούν από το μυαλό τους, τόσο το χειρότερο, γιατί αυτό που πετυχαίνει μια τέτοια συμπεριφορά είναι η μεγαλύτερη εξαχρείωση και παρακμή ποιόν νομίζουν ότι «συνετίζουν» έτσι; Μα, θα συνεχίσουν οι κοινωνικοί συνήγοροι, η απαξία στην οποία ζούμε τους έχει εμφυσήσει βαθύτερα την άρνηση και την απόρριψη των πάντων, και έτσι αντιδρούν τυφλά κραυγάζοντας απλώς το «όχι», χωρίς την διανοητική ωριμότητα για την πρόταση ενός «ναι». Και ερωτώ ξανά: Ήταν καλύτερες οι συνθήκες εργασίας και διαβιώσεως στην Ελλάδα πριν από τριάντα, σαράντα και πενήντα χρόνια; Ζούσε τότε ο κόσμος, αναλογικά, με περισσότερα από επτακόσια ευρώ; Ή μήπως η χώρα ήταν υπόδειγμα αξιοκρατίας και ηθικής; Κανείς δεν προέβαινε όμως σε βανδαλισμούς για να διαμαρτυρηθεί. Η απάντηση «άλλο παλιά» ή «επειδή τότε ο κόσμος υπέφερε σιωπηλά, δεν σημαίνει ότι το ίδιο πρέπει να κάνει και τώρα» δεν μου φαίνονται αρκετές. Η αρρώστεια του σήμερα είναι ότι οι άνθρωποι είναι ελεεινά καλοζωισμένοι. Φτώχεια σημαίνει αδυναμία να κάνουν διακοπές το καλοκαίρι σε κομψό θέρετρο, «ανάγκη» εντελώς επίκτητη και νεοαποκτηθείσα, όπως η χρήση του τελευταίου μοντέλου κινητού, η κατοχή δεύτερου και τρίτου αυτοκινήτου, η εμφάνιση με πουκαμισάκι με κροκοδειλάκι ή άλλο σημαδάκι στο πέτο. Χρέωση στις τράπεζες σημαίνει προσπάθεια να ικανοποιηθεί αυτή η χυδαιότητα και κενοδοξία. Όχι λοιπόν, δεν είναι για λύπηση αυτός ο «φτωχός», παρά μόνο για την απουσία φαιάς ουσίας.
Εν τούτοις, ας παραδεχτούμε ότι είναι αξιοθρήνητο να ζει κανείς με επτακόσια ευρώ και να είναι άχρηστα τα πτυχία των νέων. Σκέφτηκε ποτέ κανείς ότι το κράτος δεν ευθύνεται για όλα και δεν είναι δυνατόν να διορίζει τους πάντες; Ο άνεργος των πόλεων που, στην καλύτερη περίπτωση, αναγκάζεται να δεχθεί τον κατώτερο μισθό, δεν είναι μόνο θύμα αλλά ευθύνεται και ο ίδιος για την ερήμωση της υπαίθρου και την εγκατάλειψη των ζωτικών για μια χώρα επαγγελμάτων (αγρότη, κτηνοτρόφου, τεχνίτη) που συντελέσθηκε και λόγω της μωροφιλοδοξίας του ίδιου και των γονιών του γιατί επέμεναν να τον «σπουδάσουν» ακόμα και αν δεν είχε τα προσόντα (επειδή διδάσκω στο Πανεπιστήμιο γνωρίζω καλά τα ολέθρια για την Εκπαίδευση αποτελέσματα της εγκληματικής εισδοχής στις Ανώτατες Σχολές παιδιών στερουμένων των απαραίτητων ικανοτήτων). Αντί λοιπόν να οργίζεται με την πολιτεία ας τα βάλει με τον εαυτόν του και τους άλλους που καταστρέφουν την χώρα με την βλακεία τους, ακόμα και χωρίς την χρήση ξύλων και λοστών.
Κλείνοντας θα ήθελα να επαναλάβω την αυτονόητη ανάγκη για αλλαγή του νόμου ώστε να μην αφήνονται ελεύθεροι οι «ταραξίες» (προϋποτίθεται βέβαια να συλλαμβάνονται η αδυναμία της αστυνομίας να το πράξει εγείρει εύλογα ερωτηματικά και υποψίες) με ανύπαρκτες ποινές, καθώς και για κατάργηση του αναχρονιστικού Πανεπιστημιακού «ασύλου» που η ύπαρξή του, με τις σημερινές συνθήκες, είναι αφενός γελοία και αφετέρου παντοειδώς επιζήμια: Το «άσυλο» το εκμεταλλεύονται μονίμως εξωπανεπιστημιακοί άσχετοι με ο,τιδήποτε αφορά το Ίδρυμα. Ας πάψουν επιτέλους οι κυβερνήσεις να τρέμουν μπροστά στον μπαμπούλα του λεγόμενου «πολιτικού κόστους» και ας φερθούν υπεύθυνα και αποφασιστικά. Όταν διακυβεύεται το καλό της Ελλάδας απαιτείται ομοφροσύνη από όλον τον πολιτικό κόσμο και απουσία στενομυαλιάς που εξυπηρετεί μικροπολιτικά συμφέροντα. Επίσης να υπενθυμίσω ότι το τελευταίο όχι μόνο που χρειάζεται αλλά και που αξίζει αυτή τη στιγμή η Ελλάδα είναι τέτοιας μορφής δυσφήμιση και διασυρμός στο εξωτερικό, με εικόνες βομβαρδισμένου τοπίου να κάνουν τον γύρο του κόσμου και να δημιουργούν μια παραμορφωμένη εικόνα για τη χώρα. Τα «σκεπτόμενα», για όσους τα χαϊδεύουν, νιάτα δεν σκέπτονται βέβαια ούτε ως εκεί.
Η Μαρία Υψηλάντη είναι Λέκτωρ Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου
