Γράφει: Ελένη Οδυσσέως , Φώτος Φωτιάδης
Συνέντευξη: Φώτος Φωτιάδης, σκηνοθέτης
… για την Κύπρο
Φώτος Φωτιάδης, σκηνοθέτης
στην Ελένη Οδυσσέως
Μόνο με την πρώτη ανάγνωση του θεατρικού έργου Φώτο, ήταν αρκετό για να διαπιστώσω πόσο επηρεασμένος είναι ο συγγραφέας από το κυπριακό πρόβλημά μας και τους ανθρώπους της Κύπρου με τους Αγνοούμενους τους. Πολύ έξυπνος και ο παραλληλισμός που κάνει με τους Αγνοούμενους και τους Αγνοούντες. Πες μας λίγα λόγια για το έργο και το συγγραφέα του σε σχέση με το έργο.
Το έργο το διάβασα φέτος το καλοκαίρι παρόλο που πρωτοπαίχτηκε στην Αθήνα από τον περασμένο Μάρτιο περίπου. Δεν έτυχε να δω την παράσταση στην Αθήνα, έχω διαβάσει σημειώματα, έχω δει φωτογραφίες κλπ, αλλά εγώ μόλις το διάβασα θεώρησα ότι είμαστε μπροστά σε ένα πολύ σπουδαίο θεατρικό έργο, ανεξάρτητα από το θέμα. Για μας τους Κυπρίους γίνεται ακόμη σπουδαιότερο διότι το θέμα του αφορά την Κύπρο, και ακριβώς πιστεύω ότι είναι η σπουδαιότερη ΚΑΤΑΘΕΣΗ ενός Ελλαδίτη σ’ ένα θέμα που αφορά την Κύπρο από το 1974. Και όταν λέω θέμα, δεν εννοώ θεατρικό ή φιλολογικό ή λογοτεχνικό αλλά γενικότερα πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, μεταφυσικό, και όλα αυτά τα στοιχεία εμπεριέχονται στο έργο. Είναι ένα πολύ σπουδαίο έργο γι’ αυτή τη στιγμή που αφορά τον Ελληνισμό γενικότερα αλλά και ένα έργο Παγκόσμιο. Το έργο αυτό θα μπορούσε να παιχτεί σε πάρα πολλές χώρες με τα στοιχεία που έχει και να συγκινήσει ανθρώπους που είχαν παράλληλα δεδομένα πολιτικά και εθνικά και κοινωνικά με αυτά που συνέβησαν στην Κύπρο. Δηλαδή θα μπορούσε να παιχτεί και στη Γιουγκοσλαβία και στο Βιετνάμ και στο Ιράκ και στην Αμερική ακόμα. Επίσης ο Κατσικονούρης πιστεύω ότι συνέλαβε εμπνευσμένα την προσέγγιση στο θέμα των αγνοουμένων με ένα καταπληκτικό τρόπο. Δεν κάθεται να κλάψει, να θρηνήσει, να μιλήσει μ’ ένα τρόπο κακομοίρικο για τους αγνοούμενους. Μιλά επί της ουσίας. Και επίσης παράλληλα στο έργο μιλά και για ένα θέμα που αφορά ολόκληρο τον Ελληνισμό, και την Κύπρο και όλο τον κόσμο. Δηλαδή την κοινωνική κατάσταση που υπάρχει σήμερα και τις ευκαιρίες που έχει ένας ανερχόμενος ας πούμε δημοσιογράφος καριέρας, ο οποίος γράφει σε μια κορυφαία εφημερίδα, μπορούσε να ήταν σε οποιαδήποτε μεγάλη χώρα του κόσμου, και αυτός ο άνθρωπος μας παρουσιάζει με τον τρόπο και τη συμπεριφορά του την αντίληψη την κοινωνική που έχουμε σ’ όλο τον κόσμο σήμερα. Για το ότι πάση θυσία πρέπει να ανέλθω, πάση θυσία πρέπει να κατακτήσω κάτι, πάση θυσία να μπορέσω να φτάσω στην κορυφή και αγνοώ ακόμα και από πρώτη θέση πράγματα όπως είναι, ο αγνοούμενος αδελφός της γυναίκας του όπως είναι στο έργο. Αυτά νομίζω τα στοιχεία του έργου πρέπει να κάνουν εμάς τους Κυπρίους να δουμε το έργο. Είναι ένα έργο που κουβαλά μαζί του μνήμες απ’ το παρελθόν πολλές, και που ζωντανεύουν εδώ μπροστά μας και ταυτόχρονα να τους προβληματίσει για την στάση ας πούμε της Ελλάδας έναντι της Κύπρου. Αναλύεται με ένα τρόπο πανέξυπνο χωρίς να καταλήγει σε εξωτερικά πολιτικά στοιχεία, αλλά είναι η στάση γενικά των Ελλαδιτών απέναντι της Κύπρου.
Τώρα, ένα σημείο που ανέφερες πολύ σημαντικό είναι αυτό για τους Αγνοούντες. Η λέξη Αγνοούμενος έχει κοινή ρίζα, από την αντίθετη πλευρά, με την κορυφαία φράση του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, το ‘γνώθι σαυτόν’. Δηλαδή αγνοούμενος είναι ακριβώς αυτός ο οποίος δεν γνωρίζει τον εαυτό του. Δεν ξέρουμε που είναι εμείς άρα ταυτόχρονα ούτε και ο ίδιος δεν ξέρει τον εαυτό του. Διότι εάν υποθέσουμε ότι ένας αγνοούμενος μικρός ή μεγάλος έζησε και επήγε στην Τουρκία, και άρχισε να κάνει καριέρα εκεί, και να ζήσει να επιβιώσει ή μια μικρή κοπελίτσα μεγάλωσε και ωρίμασε και έγινε αυτό το πράγμα, αγνοεί την τύχη του, αγνοεί τη ρίζα του, αγνοεί από πού προέρχεται. Άρα και κάθε ένας από μας, μέσα στο έργο ακριβώς τίθεται το ερώτημα, αν γνωρίζουμε πραγματικά τον εαυτό μας. Αναζητώντας κάποιους αγνοούμενους μήπως είμαστε εμείς αγνοούμενοι; Απέναντι στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον;
Σε τούτη την περίπτωση στο έργο, θα έλεγες ότι αν κάποιος από όλους ήξερε καλά τον εαυτό του θα ήταν η Δέσποινα;
Ναι η Δέσποινα κατά κάποιον τρόπο που είναι η κοπέλα που έρχεται από την Κύπρο, έρχεται εδώ με δύο βασικούς σκοπούς. Τρεις ακόμα: ο ένας σκοπός, ο εξωτερικός, είναι ο σκοπός να λάβει μέρος σε μια διαδήλωση και να μιλήσει για τους αγνοούμενους. Ο δεύτερος σκοπός είναι να προσεγγίσει και να μυήσει την αδελφή της εις την ουσία της υπόθεσης αγνοουμένων. Επίσης αυτός που είναι αγνοούμενος πολύ και δεν ξέρει ακριβώς τα πράγματα στην ουσία τους και που θέλει να κερδίσει τη ζωή του κοιτάζοντας μόνο μπροστά, είναι ο Πέτρος, του οποίου όμως και αυτού κάποια στιγμή έρχεται σαν μια νύξη από το παρελθόν και από τον πλανήτη ας πούμε, η υπόθεση της μικρής Εσκιμώας. Βλέπει, αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει. Τώρα αυτή η μικρή Εσκιμώα ξεκινά από μια αίσθηση ότι αυτό είναι παιχνίδι αλλά μπορεί να είναι και ένα μήνυμα από τον χώρο των Εσκιμώων που είναι ο Βόρειος Πόλος, και από κει που είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται τις αλλαγές τις κλιματολογικές του πλανήτη μας. Πού πάει αυτός ο πλανήτης; Βυθίζεται και χάνει τον προσανατολισμό του. Άρα πρέπει να προσέξετε και να προσέξετε πια τον κόσμο γενικά. Και όχι ειδικά για μας. Δηλαδή εγώ αν κερδίσω λεφτά και αν ανέλθω στην καριέρα μου και αν κάνω τον σπουδαίο και «περνούμε μια ενδιαφέρουσα ζωή» λέει στο έργο. (Και αυτός είναι και ο υπότιτλος του έργου που σκόπιμα χρησιμοποιείται, σαν αντίθεση με τους αγνοούμενους.) Ενώ οι αγνοούμενοι είναι ένα πρόβλημα το οποίο εμπεριέχει την τραγωδία, ξαφνικά η ενδιαφέρουσα ζωή είναι η ζωή που ζούνε, οι αστοί, οι μικροαστοί, οι μεγαλοαστοί για τους οποίους όλα είναι ωραία. Όταν ρώτησα τον συγγραφέα γιατί τοποθετεί το έργο στου Μόρφου και όχι στη Λάπηθο, στην Κερύνεια, ή στην Αμμόχωστο, μου λέει «βρήκα κάποιους ανθρώπους, κάποια στοιχεία από του Μόρφου και επειδή μου είπαν ότι στου Μόρφου έχει πορτοκαλιές και άλλα πράγματα, θεώρησα ότι ήταν καλό». Το συγκεκριμένο έργο δεν είναι απλώς ένα έργο. Είναι πολύ πιο σπουδαίο και από το ΓΑΛΑ το τελευταίο του έργο το οποίο έχω δει στην Αθήνα τελευταία που είχα πάει, και από το ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ ΝΤΡΙΜΙΝ που το είχε γράψει πολύ πιο πριν, και ο ίδιος το θεωρεί ότι έχει μια ωριμότητα ας πούμε.
Το έργο είναι γραμμένο πάνω σε πολύ γερά θεμέλια. Που έχουν να κάνουν με την ιστορία της Ελλάδας και με το θέμα του μεταφυσικού.
Ακριβώς. Το θέμα το μεταφυσικό. Και το δίνει μ’ έναν απλό τρόπο. Είναι ένα απλό έργο στο οποίο θέτει το θέμα της σχέσης των ζωντανών μ’ ένα νεκρό. Τις καλές σχέσεις. Υπάρχει μια καλή σχέση την οποία έχουμε χάσει λίγο στην εποχή μας εμείς. Διότι εμείς βλέποντας πολλές φορές αυτές τις Αμερικάνικες ταινίες με τα grand guignol, με τα διαστημικά, με τα τέρατα, νομίζουμε ότι είναι κάτι το άσχημο. Ένας Φιλιπινέζος σκηνοθέτης και καθηγητής πανεπιστημίου ο οποίος ζούσε στην Καλιφόρνια στον Σαν Φρανσίσκο, ανέβαζε αρχαία τραγωδία γιατί ανέβαζε μεταφυσική κατεύθυνση πάντα. Και δανειζόταν και στοιχεία απ’ τον πολιτισμό τον δικό του. Τον Φιλιπινέζικο και τον Ανατολικό. Και μια φορά που κουβεντιάζαμε μου λέει: «Οι δυτικοί, οι δυτικοευρωπαίοι και κυρίως οι Αμερικάνοι, φοβούνται τους νεκρούς τους ή τρομάζουν ή τους πιάνει ένα φρικιαστικό πράγμα. Οι αρχαίοι Έλληνες έθαβαν τους νεκρούς μες το σπίτι.» Υπάρχουν και εδώ στη Λευκωσία, υπάρχουν σπίτια ακόμα και τώρα, που έχουν τάφους, αρχαιοελληνικούς τάφους. Δηλαδή η σχέση εκεί είναι ελεύθερη. Και ο νεκρός από την στιγμή που τον έχεις τιμήσει και έχει πάρει τη σωστή του θέση σαν ψυχή, σε βοηθά. Βλέπεις, ένα από τα σπουδαιότερα πράγματα που έχει κάνει η ανθρωπότητα είναι οι πυραμίδες. Οι πυραμίδες είναι τάφοι. Είναι χώροι που έβαζαν το σώμα του Φαραώ. Αυτό σημαίνει ότι ήθελαν να τιμήσουν το Φαραώ. Να πάρουν απ΄ την ενέργειά του. Ήθελαν να διαφυλάξουν την ενέργειά του. Και απ’ εκεί και πέρα να βρουν ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με αυτό το μεγάλο πλάσμα που ήταν ο Α ή Β Φαραώ που έζησε. Λοιπόν αυτά τα λέμε διότι το έργο αγγίζει κάτι τέτοια πράγματα και όπως πολύ σωστά το είπες έχει βάσεις γερές και πατά πάνω σε βάσεις γερές. Δεν γράφει και δεν λέει διάφορες κουβέντες άσχετες. Και ταυτόχρονα είναι απλό, είναι σύγχρονο. Μοντέρνο έργο και έχει τέτοια θέματα. Και ο θεατής μέσα από την παράσταση, και ο τρόπος που θα κάνουμε την παράσταση, είναι ότι θα φτάσει σε μια λύτρωση, σε μια κάθαρση. Δεν θα κάτσει να κλαίει.
Ο Πέτρος είχε ένα πόνο στην κοιλιά. Αυτός ο πόνος έρχεται, και επανέρχεται, αλλά κάποια στιγμή φεύγει εντελώς ο πόνος αυτός. Είναι συμβολικό στοιχείο αυτό;
Ναι. Ο Πέτρος, τον πόνο στην κοιλιά τον συνδέει με την υπόθεση αυτής της Εσκιμώας. Τι σημαίνει αυτό; Η κοιλιά μας είναι εκεί που είναι ο ομφάλιος λώρος όπως ξέρουμε που είμαστε δεμένοι με τη μάνα μας και που κόβεται από τον γιατρό για να ελευθερωθούμε από το σώμα της μάνας. Ο Πέτρος πονάει εκεί ακριβώς σ΄ αυτό το σημείο. Διότι είπαμε ότι η πηγή και η μνήμη και το παρελθόν και η μάνα του, η μάνα γη δηλαδή, του στέλνουν μηνύματα. Μέσω της Εσκιμώας. Και φαίνεται ότι αυτό το πράγμα τον απασχολεί και τον επηρεάζει πάρα πολύ, αλλά αυτό θεωρεί ότι μπορεί να το ξεπεράσει με ένα ποτήρι ουίσκι. Και επίσης αυτό το σύμβολο του ουίσκι, που χρησιμοποιεί το ουίσκι για να σκοτώσει τον πόνο του ομφάλιου λώρου. Δεν χρησιμοποιεί όμως κρασί. Δεν πίνει κρασί. Είναι αυτό που είναι και μόδα και πολλές φορές πίνουμε ουίσκι. Το κρασί είναι θεραπευτικό. Πραγματικά θεραπευτικό και είναι και διονυσιακό. Ενώ το ουίσκι είναι μια άλλη κατάσταση. Σου θολώνει τα πράματα. Ενώ το κρασί όταν το πίνεις σωστά σου ανοίγει τα πράματα…
Είναι και η διάθεση που δημιουργεί το να αντιμετωπίσουμε κάποια πράματα, την αλήθεια…
Ναι, την αλήθεια, και κυρίως να ψάξουμε να βρούμε που βρισκόμαστε, που στερεωνόμαστε. Αν είμαστε στέρεα ή αν είμαστε στον αέρα κλπ.
Ή αν είναι επιλογή μας να είμαστε αγνοούμενοι…
Ναι.
Πες μας για την όλη πρωτοβουλία της παράστασης, τους συνεργάτες και τους συντελεστές, και βεβαίως για τους ηθοποιούς.
Το έργο ανεβαίνει στα πλαίσια της συνεργασίας μας με την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου, η οποία μας παραχώρησε το θεατρικό χώρο αυτό και η παραγωγή γίνεται ουσιαστικά ελεύθερα. Δεν είναι παραγωγή της Εταιρείας, διότι η εταιρεία έχει στόχο να ανεβάζει μόνο κυπριακά έργα. Αλλά εγώ επειδή είμαι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Εταιρείας τους πρότεινα αυτό το έργο επειδή είναι κυπριακό. Εγώ το θεωρώ ΚΥΠΡΙΑΚΟ. Διότι μιλά για την Κύπρο. Κυπριακό είναι καθετί που αφορά την Κύπρο. Μπορεί κάποιος που είναι Κύπριος να γράφει και να μην έχει σχέση με την Κύπρο αυτό που γράφει. Και ενώ αυτό είναι έργο που γράφτηκε από Ελλαδίτη αλλά είναι για την Κύπρο, πολύ ουσιαστικά και πολύ βαθιά. Το δέχτηκε η Επιτροπή της Εταιρείας και μας παραχώρησαν το χώρο και συνεργάζονται και μαζί μας. Αυτό είναι το ξεκίνημα. Μετά αναμένουμε ότι θα υπάρξουν κάποιες επιχορηγήσεις καταρχήν από τον ΘΟΚ, έχει εγκριθεί ήδη μια επιχορήγηση από τον ΘΟΚ, είμαστε στο στάδιο αναμονής για την επιχορήγηση από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες και το Υπουργείο Παιδείας και έχουμε προσεγγίσει πολλούς παράγοντες διάφορους, οικονομικούς, θρησκευτικούς κλπ, για να στηρίξουν την παράσταση. Η παράσταση ανεβαίνει σε συνεργασία πάλι και υπό την Αιγίδα του Συνδέσμου των Αγνοουμένων, ο οποίος είναι ένας οργανισμός που είναι ανεξάρτητος και λειτουργεί και έχει μια επιτροπή, έχει να δώσει λόγο κατ’ ευθεία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν υπάγεται σε κανένα Υπουργείο και του οποίου ο Πρόεδρος ο Νίκος Θεοδοσίου και ο Νίκος Σεργίδης, ο Γραμματέας, έχουμε συναντηθεί μαζί πολλές φορές και έχουμε βάλει κάποιους στόχους, γιατί εγώ ήθελα από την αρχή να εμπλακούν οι σύνδεσμοι των αγνοουμένων. Και του πρώτου ανθρώπου που έδωσα το έργο να το διαβάσει ήταν του Προέδρου του Συνδέσμου Αγνοουμένων. Χωρίς να του πω τίποτα, αν είναι καλό ή κακό, για να μην τον προκαταλάβω, του είπα να το διαβάσει και να μου πει αν μπορούμε να το κάνουμε στην Κύπρο, ή αν μπορεί να έχει κάτι που να ενοχλήσει τους Αγνοούμενους. Το διάβασε σε μια μέρα από ότι μου είπε και τον ενθουσίασε πάρα πολύ, και το θεωρεί πολύ σπουδαίο και ειδικά για το θέμα των Αγνοουμένων είναι πολύ σημαντικό. Η παράσταση θα παίζεται στο θέατρο της Εταιρείας των Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου που λέγεται Επίγονοι, στην Πλατεία Παλιάς Αγλαντζιάς, Πλατεία Κυριάκου Καραολή. Θα παίζουμε παραστάσεις κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 8:30μμ και κάθε Κυριακή στις 6:30μμ από τις 9 Ιανουαρίου και όσο μας πάρει, για δυό-τρεις μήνες ελπίζουμε. Είναι ένα μικρό θέατρο πολύ ωραίο και ταιριάζει πολύ στο έργο. Έχει μόνο 50 θέσεις περίπου. Αυτό το θέατρο έγινε κατά κάποιο τρόπο δυνατόν με τη συμβολή του Δήμου Αγλαντζιάς, ο οποίος το παραχώρησε στην εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων, η οποία έκανε όλες τις διευθετήσεις για να γίνει θέατρο.
Ωραία. Οι ηθοποιοί;
Λοιπόν. Οι συντελεστές γενικά της παράστασης εκτός από μένα που κάνω τη σκηνοθεσία είναι ο Δημήτρης Νεοκλέους, ο οποίος κάνει τα σκηνικά και τα κουστούμια, είναι η Τζωρτζίνα Στρατή και ο Χρίστος Λοΐζίδης που κάνουν τη μουσική. Ο Χρίστος Λοΐζίδης μάλιστα, θα παίζει ζωντανά τη μουσική στην παράσταση. Επίσης είναι ο Γιάννος Πίττας που μας κάνει τους φωτισμούς. Ηθοποιοί είναι: Ένας Ελλαδίτης ηθοποιός που έχει έρθει ειδικά για το έργο, ο Θωμάς Γκαγκάς ο οποίος παίζει τον ρόλο του Πέτρου, η Έλενα Δημητρίου που παίζει το ρόλο της Μήνας και η Ηλέκτρα Φωτιάδου που παίζει το ρόλο της Δέσποινας. Η Εσκιμώα στην παράσταση παρουσιάζεται με τη μορφή μιας κούκλας. Την κούκλα μας την έκανε η Ανδρούλλα Εμπεδοκλέους. Βοηθός Σκηνοθέτη είναι η Γιανούλα Κλεάνθους.
Νομίζω ότι έχουμε μια πολύ καλή εικόνα πριν δούμε την παράσταση, και είναι αρκετό για να μην περάσουμε και την γραμμή για την έκπληξη.
Και η συνέχεια επί της σκηνής…
