Γράφει: Λουκής Λουκαΐδης
Οι επιπτώσεις μιας κακής λύσης
του Λουκή Λουκαΐδη
Είναι αυτονόητο ότι το κυπριακό πρόβλημα πρέπει να λυθεί το συντομότερο. Υπάρχουν όμως διαφορές μεταξύ μας και της Τουρκίας -διότι ασφαλώς η άλλη πλευρά είναι η Τουρκία- αλλά και μεταξύ Ε/κ όσον αφορά στο είδος της λύσης. Υπάρχουν εκείνοι που λένε ότι ο καιρός λειτουργεί σε βάρος μας και θα πρέπει να κάνουμε συμβιβασμούς, να μην τα θέλουμε «όλα ή τίποτε» -κατά την φράση του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας- υπονοώντας αποδοχή εκπτώσεων σε ανθρώπινα δικαιώματα όπως είναι π.χ. η απαγόρευση φυλετικών διακρίσεων, το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης και τα πολιτικά δικαιώματα -αν όχι και ιδιοκτησίας- και αρχών όπως είναι π.χ. η δημοκρατία. Αλλά υπάρχουν και οι άλλοι που δέχονται ότι ο καιρός που περνά χωρίς λύση βλάπτει την υπόθεσή μας, αλλά ζητούν όπως η λύση ικανοποιεί οπωσδήποτε όχι μόνο φραστικά αλλά και στην πραγματικότητα όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) δηλαδή ελευθερία, δημοκρατία, κράτος δικαίου και σεβασμό των εν λόγω δικαιωμάτων. Η δεύτερη προσέγγιση στηρίζεται στην άποψη ότι χωρίς την ικανοποίηση των προϋποθέσεων αυτών δεν πρόκειται να υπάρξει λύση βιώσιμη αλλά αντίθετα θα χειροτερεύσει και ό,τι έχει απομείνει ως επικράτεια και αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Εκείνο το οποίο ξενίζει είναι ότι ενώ όλοι συμφωνούν ότι η λύση πρέπει να είναι βιώσιμη υπάρχουν διαφορές ως προς τους όρους τέτοιας λύσης. Οι «συμβιβαστικοί» επιμένουν ότι και με τις εν λόγω εκπτώσεις η λύση θα επιβιώσει προς όφελος μάλιστα όλων των Κυπρίων, οι δε υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών της ΕΕ είναι πεπεισμένοι ότι αν δεν υπάρχει σεβασμός των εν λόγω δικαιωμάτων και αρχών η λύση θα είναι κακή και θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις. Για να κρίνουμε την μια ή την άλλη θέση πρέπει πρώτα να λάβουμε υπόψη τα δεδομένα της Κύπρου και έπειτα τα διδάγματα της ιστορίας.
Ιδού λοιπόν τα σχετικά δεδομένα της Κύπρου:
α) Καθοριστικό ρόλο για τη λύση του κυπριακού έχει η Τουρκία, της οποίας η πολιτική ανέκαθεν ήταν να βάλει χέρι στην Κύπρο με κάποιου είδους γεωγραφικό διαχωρισμό Τ/κ και Ε/κ και επέκταση της επιρροής της σε ολόκληρη την Κύπρο με μια δυνατότητα αρνησικυρίας των αποφάσεων που αφορούν όλο το νησί βάσει ενός συστήματος που να ονομάζεται ομοσπονδιακό αλλά, στην ουσία, να ενσωματώνει το κατασκεύασμα που θα επιτρέπει την υλοποίηση της εν λόγω πολιτική της.
β) Η Αγγλία και οι ΗΠΑ υποστηρίζουν άμεσα ή έμμεσα, με τον ένα η τον άλλο τρόπο, τις επιδιώξεις της Τουρκίας.
γ) Οι Τ/κ δεν έχουν καμία αυτονομία να διαπραγματευτούν όπως εκείνοι θέλουν την λύση του κυπριακού ανεξάρτητα από την θέληση της Τουρκίας, με αποτέλεσμα στις «διακοινοτικές» διαπραγματεύσεις ουσιαστικά ο εκπρόσωπος των Τ/κ να εκπροσωπεί τις απόψεις της Τουρκίας.
δ) Η Τουρκία κατέχει ένα μεγάλο μέρος του βόρειου μέρους της Κύπρου το οποίο έχει εποικίσει με εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκους εκ Τουρκίας, εμποδίζει τους εκτοπισμένους Ε/κ να επιστρέψουν στα σπίτια τους και υλοποιεί μια διαδικασία τουρκοποίησης του κατεχόμενου μέρους της Κύπρου.
ε) Η Τουρκία παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των Ε/κ πάνω σε μόνιμη βάση, την Συνθήκη Εγγυήσεως και τους κανόνες του διεθνούς δικαίου λόγω ιδιαίτερα της παράνομης κατοχής και του φυλετικού διαχωρισμού μεταξύ Ε/κ και Τ/κ.
στ) Το ΕΔΑΔ καταδίκασε με συνέπεια την Τουρκία για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο και αποτελεί μοχλό πίεσης για την ευθυγράμμιση της Τουρκίας με τα ανθρώπινα δικαιώματα.
η) Η Τουρκία επιδιώκει να εισέλθει στην ΕΕ. Απαραίτητη δε προϋπόθεση για να το πετύχει είναι, σύμφωνα με την σχετική Συνθήκη της ΕΕ, ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα.
θ) Η Κύπρος ως μέλος της ΕΕ μπορεί να δημιουργήσει προσκόμματα στην πορεία εισόδου της Τουρκίας στην Ένωση.
ι) Η πολιτική ηγεσία της Κύπρου επί προεδρίας Κληρίδη επεδίωξε λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας σύμφωνα με το σχέδιο Ανάν, το οποίο απέρριψε ο κυπριακός λαός.
κ) Την λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας η Τουρκία την ερμηνεύει είτε ως λύση τύπου σχεδίου Ανάν, είτε ως συνομοσπονδία ξεχωριστών κρατών όπως εξηγήθηκε προηγουμένως.
λ) Κατά την διάρκεια των τελευταίων 34 χρονών της τουρκικής κατοχής η διαδικασία των δικοινοτικών διαπραγματεύσεων δεν κατέληξε πουθενά είτε διότι η μορφή που πήρε ως σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε από τον λαό, είτε διότι η Τουρκία επιμένει σε λύσεις του είδους που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
Με αυτά τα δεδομένα υπάρχουν οι εξής εναλλακτικές διαδικασίες για την επίλυση του κυπριακού:
1. Δικοινοτικές διαπραγματεύσεις του τύπου που διεξάγονται τώρα ή
2. προσπάθεια διεθνούς προβολής (νομικά και πολιτικά) της παράνομης συμπεριφοράς και των επιδιώξεων της Τουρκίας και προστασία ταυτόχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Ε/κ στην ελεύθερη περιοχή της Κύπρου.
Η πρώτη διαδικασία δοκιμάστηκε και τα αποτελέσματά της ήδη εξηγήθηκε ότι δεν πετυχαίνουν τον στόχο μιας σωστής λύσης. Η Τουρκία επιμένει σε απαράδεκτες λύσεις, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και στην διατήρηση των συνεπειών και στόχων της κατοχής. Στο μεταξύ, λόγω των «διακοινοτικών συνομιλιών» και της σχετικής υποστήριξης των πιο πάνω συμμάχων της, αποενοχοποιείται από τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με αποτέλεσμα να μας αφοπλίζει από όποια στηρίγματα έχουμε για μια βιώσιμη λύση.
Η δεύτερη διαδικασία ουδέποτε δοκιμάστηκε σωστά διότι η προσπάθεια είτε αναστέλλετο λόγω συνομιλιών, είτε δεν ακολουθείτο μια σωστή, συντονισμένη στρατηγική προβολής της κατοχής, της τουρκοποίησης, των φυλετικών διακρίσεων και γενικά των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου από μέρους της Τουρκίας.
Οι απαράδεκτες λύσεις που προβάλλει η Τουρκία είναι ασυμβίβαστες με στοιχειώδεις αρχές επιβίωσης ενός ενωμένου κυπριακού κράτους. Εδώ πρέπει να τονιστεί η σημασία της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών του διεθνούς δικαίου σαν προϋποθέσεις βιώσιμης λύσης. Τα δικαιώματα και οι αρχές αυτές έχουν κατοχυρωθεί διεθνώς όχι σαν μια νομική θεωρητική φιλοσοφία, αλλά σαν το απόσταγμα της πικρής εμπειρίας των συγκρούσεων και των πολέμων και σαν η μοναδική συνταγή για την αποφυγή των καταστροφικών αυτών καταστάσεων. Αρκεί εδώ να αναφέρει ένας τους λόγους υιοθέτησης των εν λόγω δικαιωμάτων και αρχών, όπως διατυπώνονται στις σχετικές διεθνείς νομικές πράξεις:
Στο προοίμιο της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρονται τα εξής: «Επειδή είναι στοιχειώδης προϋπόθεση να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα από το κράτος δικαίου για να μην αναγκάζεται ο άνθρωπος να προσφεύγει σαν τελευταίο καταφύγιο στην εξέγερση εναντίον της τυραννίας και της καταπίεσης».
Στο προοίμιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρονται τα εξής: «Τα κράτη μέλη επιβεβαιώνουν την βαθιά τους πίστη σε εκείνες τις θεμελιώδεις ελευθερίες που είναι το θεμέλιο της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο και που διατηρούνται αφενός μέσω μιας αποτελεσματικής πολιτικής δημοκρατίας και, αφετέρου, από μια κοινή συνεννόηση και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων πάνω στα οποία βασίζονται».
Στο προοίμιο του Διεθνούς Συμφώνου των Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων αναφέρονται τα εξής: «Λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τις αρχές που διακηρύχθηκαν στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, η αναγνώριση της αξιοπρέπειας και των ίσων και των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων όλων των μελών της ανθρώπινης οικογένειας είναι η βάση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο».
Στο προοίμιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών αναφέρονται τα εξής: «Εμείς οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών, αποφασισμένοι να γλιτώσουμε τις επόμενες γενεές από την κατάρα του πολέμου που δυο φορές στην ζωή μας προκάλεσε ανείπωτη λύπη στην ανθρωπότητα και να επιβεβαιώσουμε πίστη στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξιοπρέπεια και την αξία του ανθρώπου, στα ίσα δικαιώματα των ανδρών και γυναικών και των εθνών, μεγάλων ή μικρών και να καθιερώσουμε συνθήκες κάτω από τις οποίες η δικαιοσύνη και ο σεβασμός των υποχρεώσεων του διεθνούς δικαίου μπορούν να διατηρηθούν και να προωθήσουμε την κοινωνική πρόοδο και την βελτίωση των επιπέδων ζωής σε μεγαλύτερη ελευθερία, αποφασίσαμε να υιοθετήσουμε τον χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του Οργανισμού του ΟΗΕ, σκοπός του οποίου θα είναι η διατήρηση της ειρήνης και ασφάλειας και η προώθηση και ενθάρρυνση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χωρίς φυλετικές ή άλλες διακρίσεις».
Η γενική φιλοσοφία των συντακτών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών εκφράζεται στην έκθεση που υιοθετήθηκε στις 06/07/1945 (Goodrich, The United Nations σελ., 246-247) και αναφέρει τα εξής: «Μόνο εάν τα δικαιώματα και η αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων προστατεύονται, μόνο εάν οι άνθρωποι έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε πληροφόρηση, εξασφάλιση της ελευθερίας λόγου και αποκλεισμό δυσμενούς διακρίσεως για λόγους φυλετικούς και άλλους και όλα τα άλλα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες μπορούν τότε οι άνθρωποι να επιμένουν στο δικαίωμα να ζουν ειρηνικά, να λύνουν τις διαφορές τους με ειρηνικές μεθόδους και να καθοδηγούνται από την λογική και την καλή θέληση παρά από την προκατάληψη και την εχθρότητα».
Αξίζει επίσης να σημειώσουμε την θέση που πήρε η Νομικός Σύμβουλος για την Συμφωνία του Dayton η οποία υποδεικνύει στο βιβλίο της (Nystuen, G., Achieving Peace or Protecting Human Rights? Martinus Nijhoff Publishers, 2005, σελ. 133-136) ότι θα έπρεπε να δώσουν προσοχή στα ανθρώπινα δικαιώματα κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων παρά να τα παραγνωρίσουν και ότι παραγνωρίζοντάς τα κατέληξαν σε μια πολιτική λύση που προωθεί περισσότερο το στοιχείο της εθνικότητας που τσιμεντώνει τον διαχωρισμό παρά την συνένωση.
Και αυτός ο Pfirter, ο Νομικός Σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το σχέδιο Ανάν, παραδέχεται ότι «ο γεωγραφικός διαχωρισμός δυο ξεχωριστών εθνικών ομάδων είναι πολύ προβληματική κατάσταση που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να επεμβαίνει με ένα οδυνηρό και δραστικό τρόπο στις ζωές και τα ανθρώπινα δικαιώματα των επηρεαζόμενων ανθρώπων… -οπουδήποτε δε αυτό συνέβηκε η ζωή των θυμάτων καταστράφηκε- … είναι δε αδύνατο υπό κανονικές συνθήκες να βρεθεί ένα νόμιμο δημόσιο συμφέρον που να είναι αρκετά ισχυρό να δικαιολογήσει τέτοια δραστική επέμβαση στα ανθρώπινα δικαιώματα» (Didier Pfirter, Human Rights, Democracy and the Rule of Law: Liber amicorum Luzius Wildhaber, 2007, σελ. 595 et seq). Προσθέτει όμως την φτωχή δικαιολογία ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να κάνει τίποτε διότι όταν ενεπλάκη στο κυπριακό η κατάσταση ήταν ήδη αυτή του γεωγραφικού διαχωρισμού των κοινοτήτων.
Με βάση τα πιο πάνω είναι φανερό ότι δικοινοτικές συνομιλίες κάτω από τις συνθήκες που ανα-φέρθηκαν προηγουμένως δεν πρόκειται να δώσουν μια σωστή λύση αφού το αντικείμενό τους είναι ο φυλετικός διαχωρισμός, η παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η επιδίωξη διευκόλυνσης της θεσμοθέτησης της τουρκοποίησης της Κύπρου, με αποτέλεσμα τις έκδηλες καταστροφικές συνέπειες στον κυπριακό λαό, ιδιαίτερα σε βάρος των δικαιωμάτων και προϋποθέσεων επιβίωσης των Ε/κ. Με άλλα λόγια με τις παρούσες συνθήκες η «συμβιβαστική» «λύση» θα χειροτερεύσει και θα θεσμοθετήσει μόνιμα και «νόμιμα» τις τουρκικές επιδιώξεις σε ολόκληρο το νησί.
Αντίθετα, η οργανωμένη επιδίωξη κατάργησης της κατοχής, των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της επικράτησης αρχών δικαίου μέσω του ΕΔΑΔ, της ΕΕ και της διεθνούς κοινότητας -στο ανώτατο δυνατό επίπεδο- προβάλλοντας τη ενοχή της Τουρκίας για τις βάρβαρες δρα-στηριότητές της με παράλληλη προσπάθεια προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δικαιωμάτων των πολιτών της, αποτελεί την μόνη συνταγή για μια πιθανότητα βελτίωσης της κατάστασης. Οπωσδήποτε δε, μια τέτοια στρα-τηγική θα επενεργεί τουλάχιστον ως άμυνα του κυπριακού λαού έναντι υπαρκτών κινδύνων ολοκληρωτικής τουρκοποίησης της πατρίδας μας και χειροτέρευσης της κατάστασης των δικαιωμάτων και των στοιχείων του κυπριακού κράτους που απέμειναν.
Ο Λουκής Λουκαΐδης είναι δικηγόρος, τέως δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
