Γράφει: Γιώργος Λιλλήκας , Μιχάλης Κοντός
Συνέντευξη: Γιώργος Λιλλήκας
«Οι συνέπειες μιας κακής λύσης δεν είναι αναστρέψιμες»
Γιώργος Λιλλήκας, πρώην Υπουργός Εξωτερικών
στον Μιχάλη Κοντό
Ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών και συγγραφέας ενός εξαιρετικά ενδιαφέροντος νέου βιβλίου μας καταθέτει την άποψή του για την πορεία του κυπριακού προβλήματος και για την ενδεδειγμένη στρατηγική επίλυσής του.
To βιβλίο σας με τίτλο «Λύση του Κυπριακού: Πραγματικότητες, Διλήμματα και Επιλογές» (εκδόσεις Λιβάνη) κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό στα βιβλιοπωλεία. Πώς προέκυψε η απόφαση για συγγραφή ενός παρόμοιου βιβλίου;
Βασικά ξεκίνησα για να βάλω σε τάξη τις σκέψεις και προβληματισμούς μου για την πορεία του κυπριακού. Η ιδέα για έκδοση βιβλίου προέκυψε από φίλους που διάβασαν τα κείμενα. Υπάρχει σοβαρή και επιτακτική ανάγκη για ένα σφαιρικό προβληματισμό, χωρίς δογματισμούς και συναισθηματισμούς, πάνω στις πραγματικότητες όπως αυτές υπάρχουν επί του εδάφους αλλά και στην διεθνή σκηνή, πάνω στους στόχους της Τουρκίας, πάνω στις επιλογές που έχουμε, τις προοπτικές και γενικά σε ό,τι συνθέτει ή επηρεάζει το κυπριακό. Με βάση τα ευρήματα θα πρέπει με ειλικρίνεια και παρρησία να ιεραρχήσουμε τους δικούς μας στόχους που η όποια λύση πρέπει να εξυπηρετεί. Πρέπει να επαναξιολογήσουμε την στρατηγική μας και την αποτελεσματικότητά της. Αυτή την εργασία έπρεπε ή πρέπει να την κάνει συλλογικά το Εθνικό Συμβούλιο. Πρέπει να ξεφύγουμε από την διαχείριση των εξελίξεων πάνω σε μια βραχυπρόθεσμη βάση, που αποδείχτηκε αναποτελεσματική. Το βιβλίο καταθέτει ένα τέτοιο προβληματισμό με την μικρή φιλοδοξία να συμβάλει στο δημόσιο διάλογο.
Τελικά τι είναι πιο επικίνδυνο: Το ότι ο χρόνος δουλεύει εναντίον μας ή μια κακή λύση;
Ο χρόνος δεν είναι μια σταθερή παράμετρος που λειτουργεί μονοδιάστατα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Η πάροδος του χρόνου σαφέστατα δυσκολεύει την λύση του κυπριακού, την καθιστά πιο περίπλοκη. Αυτό συμβαίνει, γιατί η Τουρκία και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία αξιοποίησαν και αξιοποιούν τον χρόνο για την δημιουργία νέων αρνητικών δεδομένων (αύξηση των εποίκων, παράνομη εκμετάλλευση των περιουσιών των προσφύγων μας) και για πολιτική αναβάθμιση του ψευδοκράτους. Ο χρόνος είναι εργαλείο και ως τέτοιο πρέπει να τον αξιοποιήσουμε.
Αξιοποιώντας, για παράδειγμα, τον στόχο της Τουρκίας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο χρόνος μπορεί να δουλέψει σε βάρος της Τουρκίας. Όσο σοβαρά κι αν είναι τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργηθούν με τη πάροδο του χρόνου, δεν μπορεί να συγκριθούν με τις επιπτώσεις μιας κακής λύσης. Τα προβλήματα του χρόνου με μια σωστή πολιτική και στρατηγική μπορούν να αναχαι-τιστούν ή και να ανατραπούν. Οι συνέπειες μιας κακής λύσης που φέρει την υπογραφή μας και έχει την έγκριση από τον λαό, είναι μη αναστρέψιμες. Αν για παράδειγμα δεχθούμε την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την δημιουργία ενός νέου συνεταιριστικού κράτους και η συμφωνία καταρρεύσει δεν θα μπορούμε να επανακτήσουμε τη Κυπριακή Δημοκρατία. Μια κακή λύση μπορεί να είναι καταστροφική.
Υπάρχει κατά την γνώμη σας πρόβλημα με το μοντέλο λύσης το οποίο έχουμε επιλέξει;
Δεν υπάρχουν καλά και κακά μοντέλα λύσης. Το αν θα είναι καλό ή κακό ένα μοντέλο λύσης, εξαρτάται απόλυτα από το περιεχόμενο που θα του προσδώσουμε μέσα από την συμφωνία: Από το αν αποκαθιστά ή όχι τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, αν έχει δημοκρατικές δομές και φιλοσοφία, αν είναι λειτουργικό ή όχι, αν επανενώνει ή διχοτομεί την Κύπρο και άλλα. Είναι πολιτειακά ζητήματα που εκ φύσεως είναι πιο λειτουργικά από άλλα. Το ενιαίο κράτος για παράδειγμα είναι πιο λειτουργικό και απλό στην δομή του από το ομοσπονδιακό. Αν όμως στο ενιαίο κράτος απαιτούνται χωριστές πλειοψηφίες ή ομοφωνία στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, τότε κι αυτό το μοντέλο καθίσταται προβληματικό και κακό. Το ομοσπονδιακό μοντέλο επινοήθηκε για χώρες με πολλές εθνικές κοινότητες ή γεωγραφικές περιοχές που συνθέτουν ένα σημαντικό αριθμό πολιτειών. Ομοσπονδία με δύο μόνο πολιτείες δεν υπάρχει. Αν βέβαια στη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία προσδώσουμε το περιεχόμενο που εμείς θέλουμε και επιδιώκουμε, θα μπορούσε να καταστεί λειτουργικό, έστω με δυσκολίες. Με δεδομένο ότι η όποια λύση απαιτεί την συναίνεση της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει περιεχόμενο συνομοσπονδίας, πρέπει να επαναξιολογήσουμε το κατά πόσον είναι εφικτή η επίτευξη του στόχου μας.
Πώς αντιδράτε στην προσπάθεια ενοχο-ποίησης του κυπριακού Ελληνισμού για την γένεση του κυπριακού προβλήματος;
Το ότι έγιναν λάθη στο παρελθόν και από τις δύο κοινότητες, είναι αναντίλεκτο. Το να θεωρούμε όμως ότι τα όποια λάθη μας (και δεν αναφέρομαι στο πραξικόπημα που ήταν η κερκόπορτα της Τουρκικής εισβολής) δικαιολογούν το έγκλημα της Τουρκικής κατοχής είναι και ανιστόρητο και παραποίηση της αλήθειας και προκλητικό. Μια τέτοια προσέγγιση μετατρέπει το κυπριακό από πρόβλημα εισβολής και κατοχής, από διεθνές πρόβλημα που αφορά στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου σε δικοινοτική διαφορά, απενοχοποιώντας την Τουρκία. Μερικοί τείνουν σιγά σιγά να μετατρέψουν τους Τουρκοκύπριους σε θύματα των Ελληνοκυπρίων και τους Ελληνο-κύπριους σε υπεύθυνους για την διχοτόμηση. Με τέτοια λογική, γιατί οι ξένοι να μην προχωρήσουν στην αναβάθμιση του ψευδοκράτους και στην έξοδο των Τουρκοκυπρίων από την «απομόνωση»; Πολύ φοβάμαι ότι πέραν τούτων, η ενοχοποίηση του κυπριακού Ελληνισμού στοχεύει και στην εμπέδωση της ιδέας ότι «αφού φταίμε, πρέπει να πληρώσουμε». Άρα να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι η λύση θα είναι σε βάρος μας γιατί «το δίκαιο είναι να τιμωρείται ο ένοχος».
Κρίνοντας πέντε χρόνια μετά, η απόρριψη του σχεδίου Ανάν υπήρξε ορθή επιλογή;
Ήταν απόλυτα ορθή η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Ήταν, θα έλεγα, σωτήρια για την Κύπρο και τον κυπριακό Ελληνισμό. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, βέβαια, δεν έκλεισε οριστικά την πόρτα επαναφοράς του Σχεδίου Ανάν. Ο κ. Χάνεϊ μας προειδοποίησε κατ’ επανάληψη ότι θα το επαναφέρουν όσες φορές χρειαστεί μέχρι που να πούμε «ΝΑΙ». Γι’αυτό και η Τουρκία και ο κ. Ταλάτ ζητούν να τεθεί σήμερα το σχέδιο Ανάν στο τραπέζι των απευθείας διαπραγματεύσεων. Το γεγονός ότι η Τουρκία απαιτεί σήμερα περισσότερα απ’ ότι της εξασφάλιζε το σχέδιο Ανάν δεν αποτελεί στοιχείο που πρέπει να μας οδηγεί σε αμφιβολίες για την ορθότητα του «ΟΧΙ». Αυτή ήταν η πάγια τακτική της Τουρκίας που στηρίζεται στην παράδοση που εμείς έχουμε δημιουργήσει να προβαίνουμε σε μονομερείς υποχρεώσεις και ποτέ να μην εφαρμόζουμε την αρχή πως «τίποτε δεν είναι συμφωνημένο αν δεν συμφωνηθούν όλα». Αρχή που οι Τούρκοι εφαρμόζουν με αυστηρότητα. Αν στην συνέχεια βρεθούμε μπροστά από ένα σχέδιο χειρότερο από το σχέδιο Ανάν, γι’ αυτό δεν θα ευθύνεται το «ΟΧΙ» στο Δημοψήφισμα. Θα ευθύνονται οι χειρισμοί μας και η αποδοχή από μέρους μας να συζητήσουμε ένα τέτοιο απαράδεκτο σχέδιο.
Ποια πρέπει να είναι η στρατηγική της Κύπρου σε σχέση με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας που μπαίνουν σε νέα φάση μέσα στο 2009;
Θέλοντας να αποφύγουμε το ενδεχόμενο η Τουρκία να πάρει τη λύση του κυπριακού ως όμηρο για την ένταξή της στην ΕΕ, που είναι αβέβαιο αν θα γίνει και πότε, επιδιώξαμε μετά από σκληρές διαπρα-γματεύσεις και πετύχαμε να οριστεί το 2009 ως ένας ενδιάμεσος σταθμός αξιολόγησης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Έτσι δημιουργήσαμε τις προϋποθέσεις για εξελίξεις και πρωτοβουλίες στο κυπριακό, σ’ένα πιο ευνοϊκό για την Κύπρο περιβάλλον. Αυτός είναι και ο λόγος που Αγγλία, ΗΠΑ και ΟΗΕ ανέλαβαν πρωτοβουλίες και πίεζαν για την έναρξη απευθείας διαπρα-γματεύσεων.
Η εισήγηση που διατυπώνω και μέσα στο βιβλίο μου είναι ότι η Κυβέρνηση πρέπει να αποτρέψει επανάληψη του σεναρίου του 2004: Πρώτος στόχος η επίτευξη λύσης που θα ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις της Τουρκίας, δεύτερος στόχος, η αποενοχοποίηση της Τουρκίας. Το πλάνο Β των συμμάχων της Τουρκίας είναι πως, αν δεν υπάρξει συμφωνία για λύση, να παραταθούν οι συνομιλίες όσο περισσότερο γίνεται μέσα στο 2009 για να ξεπεράσει την αξιολόγηση του Δεκεμβρίου η Τουρκία χωρίς σοβαρές επιπτώσεις. Άποψή μου είναι ότι ο Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας θα πρέπει έγκαιρα και πειστικά να αποσυνδέσει την διαδικασία των απευθείας διαπραγματεύσεων από την στάση που θα τηρήσει η Κυβέρνηση στο ζήτημα της αξιολόγησης της Τουρκίας από την ΕΕ. Να ξεκαθαρίσει ότι αν το κυπριακό παραμείνει άλυτο μέχρι τον Δεκέμβριο, η Τουρκία θα πληρώσει πολύ σκληρό τίμημα απομακρύνοντάς την από την επίτευξη του στόχου της για ένταξη. Αν αυτό δεν γίνει και χαθεί το ραντεβού του 2009 τότε η υπόθεση της λύσης θα παραπεμφθεί σε βάθος χρόνου, ενώ θα μπούμε σε μια νέα φάση ουσιαστικής αναβάθμισης του ψευδοκράτους και υποβάθμισης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
