Γράφει: Ανδρέας Σ. Αγγελίδης
Η προεδρική θητεία στους δέκα μήνες του 2008
του Ανδρέα Σ. Αγγελίδη
Έχω υποστηρίξει κατ’ επανάληψη ότι στο κυπριακό πρόβλημα υπάρχουν δύο φιλοσοφίες για την επίλυσή του: Αυτή που υποστηρίζει την άδικη λύση και την οποία επιζητεί ή μεθοδεύει η Τουρκία και αυτή που θα είναι δίκαιη, γιατί θα στηρίζεται στις αρχές και αξίες της ΕΕ, στην όποια και ανήκουμε ως πλήρες και ισότιμο μέλος. Άρα, η οποιαδήποτε διαπίστωσή μου για το Κυπριακό ζήτημα κατά τη θητεία του Προέδρου Χριστόφια κατά το 2008 γίνεται όχι με αντιπολιτευτική ή επικριτική διάθεση, αλλά ως άποψη που τείνει να επιτύχει διορθωτικό επηρεασμό στην δική μας στάση έναντι της Τουρκίας, αλλά και σε σχέση με την πορεία των συνομιλιών.
Το αξίωμα ότι τίποτα δεν ισχύει ως επιμέρους συμφωνία εάν δεν υπάρξει τελική επί όλων των ζητημάτων συμφωνία θεωρήθηκε, κατ’ εσφαλμένη αντίληψη, διαχρονικά ως «σωτήρια», δήθεν, διαπραγματευτική επιφύλαξη της πλευράς μας. Όμως, στην ουσία τούτο αποτελεί ουτοπία που τελικά αποβαίνει σε όφελος της Τουρκίας η οποία πάντα, σε κάθε νέα προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού (δείκτες-Καναδοαγγλομερικανικό σχέδιο-ιδέες και σχέδιο Ανάν), ξεκινά με νέα υπέρ της «κεκτημένα», ως η ίδια φροντίζει επικοινωνιακά να τα προβάλλει. Νέα κεκτημένα από τις δικές μας υποχωρήσεις που γίνονται καλόπιστα, στα πλαίσια αυτής της νοοτροπίας ως συμβολή ή προσπάθεια εξεύρεσης τελικής λύσης, που δεν υπήρξε γιατί η Τουρκία έχει τις δικές της προφανείς και πολυδιαφημισμένες από την ίδια επιδιώξεις. Είναι χαρακτηριστικό ως επιβεβαίωση της άποψης αυτής, το ότι πολύ πρόσφατα ο κ. Νίκος Αναστασιάδης υπέδειξε ότι έστω και εάν καταψηφίστηκε το Σχέδιο Ανάν υπάρχουν σ’ αυτό θέματα που δεν χρειάζονται εξ αρχής συζήτηση και ο Πρόεδρος Χριστόφιας ανέφερε ότι υπάρχουν στο Σχέδιο Ανάν και «θετικά» σημεία.
Με την ανάληψη της εξουσίας από 1/3/2008 ο Πρόεδρος Χριστόφιας δεν μετέβαλε αυτή την στάση του «καλού παιδιού». Τούτο μάλιστα ενώ υπήρχε η συμφωνία της 8/7/2006 που επετεύχθη με προσπάθεια όμως του Τάσσου Παπαδόπουλου (συνάντηση με κ. Ανάν στο Παρίσι και τελικά με τη συνυπογραφή της συμφωνίας και από τον κ. Ταλάτ, που συμπληρώθηκε το Νοέμβριο του 2006 με την επίσης συμφωνημένη επιστολή Καμπάρι). Επέλεξε να ακολουθήσει την τακτική ή μέθοδο της ενδοκυπριακής, δήθεν, προσπάθειας επίλυσης ενός διεθνούς προβλήματος. Τούτο είχε ως προφανή συνέπεια το ότι παρέμεινε στο απυρόβλητο η Τουρκία, ως να μην ευθύνεται για όσα επέφερε σε βάρος μιας χώρας μέλους της ΕΕ. Προτίμησε αντί να αξιοποιήσει για παράδειγμα τις Δικαστικές καταδίκες κατά της Τουρκίας για σωρευτική παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και την ουσία των αρχών της ΕΕ, στην οποία ανήκουμε από 1/5/2004 να εμπιστευθεί την συντροφική «χημεία» της προσωπικής και κομματικής σχέσης του με τον κ. Ταλάτ. Είναι μ’ αυτή την αντίληψη που κινήθηκε προς επιβεβαίωση ίσως στην πράξη των όσων πρόσφερε αφετηριακά κατά την προεκλογική εκστρατεία του με την αναφορά ότι είναι «Πρόεδρος λύσης» (ως εάν οι προγενέστεροι Πρόεδροι να μην είχαν τέτοια επιδίωξη) και ότι θα είναι «ευέλικτος» στις διαπραγματεύσεις.
Η αυτόκλητη αναφορά του Προέδρου για νομιμοποίηση 50, 000 παράνομων Τούρκων εποίκων ή ακόμη η αναφορά για εναλλάξ Προεδρία-Αντιπροεδρία ως δείγμα της δεδηλωμένης τακτικής του για ευελιξία, ήταν κατά κάποιους διπλωματική κίνηση με ιδιαίτερη σημασία: Κατ’ αυτούς η κίνηση αυτή έγινε ώστε να επιτρέψει στην δική μας πλευρά να επιχειρηματολογήσει σε περίπτωση νέου αδιεξόδου ότι αποδείξαμε την καλή θέληση και βούλησή μας για λύση, πλην όμως υπήρξε η αδιαλλαξία της Τουρκικής πλευράς που δεν επέτρεψε λύση. Άρα η ευθύνη αποτυχίας θα πρέπει να βαρύνει την αδιάλλακτη Τουρκία.
Όμως δυστυχώς η άποψη αυτή απέχει από τη σκληρή πραγματικότητα και τις δόλιες μεθοδεύσεις της Τουρκίας. Η αδιαλλαξία της Τουρκίας όπως την βιώνουμε για 35 χρόνια, εάν επαναληφθεί και πάλι (ως διαφαίνεται ήδη) δεν θα οδηγήσει ούτε και τώρα σε καταδίκη της από τους «μεγάλους» λόγω των συγκεκριμένων γεωπολιτικών συμφερόντων τους. Άλλωστε, η Τουρκία με το να διακηρύσσει ότι βρίσκεται ένα βήμα μπροστά, εννοεί ότι η δική μας πλευρά απέτυχε να «καταδιώξει» την Τουρκία για τις αντιευρωπαϊκές και αντίθετες στο δίκαιο δηλώσεις της ηγεσίας της, για δύο κράτη και δύο λαούς στην Κύπρο. Η θέση αυτή της Τουρκίας, που σταθερά προβάλλει χωρίς δική μας αντίδραση, τείνει να γίνει σιωπηρά έστω αποδεκτή διεθνώς γιατί ελάχιστοι θυμούνται τί έγινε το μαύρο εκείνο καλοκαίρι του 1974. Μνήμη που εξαντλείται ακόμη περισσότερο όσο υπάρχουν οι ενδοκυπριακές συνομιλίες που αποβλέπουν σε λύση μεταξύ δύο κοινοτήτων. Ας μη ξεχνούμε άλλωστε, ότι η στάση αυτή της Τουρκίας συμπίπτει και με το ότι ο ΟΗΕ ετοίμασε ως σχέδιο λύσης το περιβόητο και απαράδεκτο Σχέδιο Ανάν που απορρίφθηκε και έτσι πέρασε στην οριστική ανυπαρξία.
Προφανώς η κοινή δήλωση στις 23/5/2008, με αναφορά για ένα «νέο» συνεταιρισμό που θα προκύψει από δύο συνιστώντα κρατίδια που θα έχουν και καθεστώς ισοτιμίας μεταξύ τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί βελτίωση ή έστω συνέχιση της συμφωνίας της 8.7.2006 που διαμόρφωσε μια νέα εφ’ όλης της ύλης διαδικασία προετοιμασίας από ομάδες και επιτροπές, για να υπάρξουν μεταγενέστερα πολιτικές αποφάσεις για μια ομοσπονδία με ορθό περιεχόμενο από τους δύο συνομιλητές. Άλλωστε, ας θυμηθούμε ότι περί τα τέλη του 2007 όλοι (Μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και οι 27 αρχηγοί των κρατών μελών της ΕΕ) υπέδειξαν, πίεσαν ορθότερον, τον κ. Ταλάτ για να προχωρήσει σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής. Όμως ο κ. Ταλάτ φρόντισε να εγκαταλειφθεί η συμφωνία της 8/7/2006 που ειρωνικά την χαρακτήρισε ως μη ιερή συμφωνία, την οποία άρα μπορούσε να μην τηρήσει. Γι’ αυτό και επανήλθε στην παρθενογένεση και τις εγγυήσεις της Τουρκίας. Εγγυήσεις που ενώ τις απορρίπτουμε ως παρωχημένων εποχών συνήθεια, οι οποίες δεν ταιριάζουν σε Κράτος μέλος της Ε.Ε. εντούτοις, τις επιβεβαιώσαμε (!) με τη συμφωνία (μνημόνιο) με τη Μεγάλη Βρετανία, ως να υπάρχουν περί της Κύπρου καλές και κακές εγγυήσεις.
Πολλά τα επιμέρους ζητήματα πέραν των όσων ανέφερα πιο πριν. Θα μπορούσα να προσθέσω τη στάση της πλευράς μας στο ζήτημα Λήδρας/Λιμνίτη, περί τα μέτρα στρατιωτικής φύσης που θα συζητούσαν οι σύμβουλοι Χριστόφια-Ταλάτ κλπ. Θεωρώ όμως ότι αρκεί να διατυπώσω την εξής άποψη: Αφ’ ενός το κύριο ζήτημα των σφαλμάτων είναι η υπερβολική καλή πίστη της πλευράς μας έναντι του κ. Ταλάτ που ήδη «κέρδισε» νέες δικές μας υποχωρήσεις, τις οποίες θα χρησιμοποιεί συνεχώς για νέες και αυξημένες απαιτήσεις/αξιώσεις έναντί μας και, αφ’ ετέρου, η τακτική της προφανούς ενόχλησης που αισθάνονται και διατυπώνουν ο Πρόεδρος ή ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, σε κάθε κριτική, ιδιαίτερα από Κόμματα που συμμετέχουν με Υπουργούς στην Κυβέρνηση, δεν είναι εξυπηρετική στην ανάγκη της κοινής σοφίας. Η διαφωνία επιτρέπει αναδίπλωση και νέα σύνθεση απόψεων και τακτικής. Δεν πρέπει να μηδενίζεται και/ή να δαιμονοποιείται. Η συμμετοχή ενός κόμματος στην Κυβέρνηση ούτε την αυτοτέλεια της άποψης αποκλείει αλλά ούτε αποστερεί την κριτική επί της προσπάθειας λύσης του Κυπριακού, που δεν ανάγεται θεσμικά στην αρμοδιότητα της Κυβέρνησης.
Η επιδίωξη λύσης δίκαιης και σύμφωνης κατά τις αρχές της ΕΕ έχει σταθερά εχθρό την Τουρκία, ήταν και είναι λάθος να το αγνοούμε τούτο.
Ο Ανδρέας Σ. Αγγελίδης είναι Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΔΗ.ΚΟ
