Εκδοτικό Σημείωμα
Από τον Φεβρουάριο του 2008 το κυπριακό πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη φαυλότητα, η οποία σχετίζεται με τις ισορροπίες μεταξύ (συν)κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Η φαυλότητα αυτή έγκειται στο γεγονός ότι η συμπολίτευση αντιπολιτεύεται περισσότερο από την αντιπολίτευση και η αντιπολίτευση συμπολιτεύεται περισσότερο από την συμπολίτευση. Θα μπορούσε όμως κάποιος να αντιτείνει ότι το φαινόμενο αυτό παρατηρείτο από καταβολής του νέου κυβερνητικού σχήματος κυρίως σε ό,τι αφορά στο κυπριακό: Η επί του εθνικού θέματος προσέγγιση του κυβερνώντος κόμματος είναι πολύ πλησιέστερη προς αυτήν της αξιωματικής αντιπολίτευσης, παρά των συγκυβερνώντων κομμάτων. Συνεπώς, η διαφωνία σε ένα και μόνο θέμα, έστω το μακράν πιο σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κυπριακή κοινωνία, ίσως να μην είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την διάσπαση των μερών της συγκυβέρνησης.
Εν τούτοις, ακολούθησε και το ζήτημα της συγγραφής των βιβλίων της ιστορίας και του με αυτό σχετιζόμενου περιβόητου “στόχου της χρονιάς”, όπως αυτός διακηρύχθηκε από τον Υπουργό Παιδείας. Η προφανής πρόθεση μείωσης του βαθμού ελληνοκετρισμού της παιδείας μας, ως επίσης και η νέα ανάγνωση της ιστορίας που προωθεί το Υπουργείο Παιδείας και η Κυβέρνηση γενικότερα, βρήκαν αντίθετα εξ’ αρχής τα κόμματα του κέντρου και, εν συνεχεία (αρχικά ασυντόνιστα και στην πορεία πιο συντονισμένα) και την αξιωματική αντιπολίτευση. Και επ’ αυτών των ζητημάτων όμως θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι πρόκειται για διαφορετικές προσεγγίσεις που άπτονται διαφορετικών ιδεολογικών τοποθετήσεων, με τις οποίες, όπως κατάφερναν να συμβιώσουν τόσα χρόνια τα κόμματα του κέντρου με αυτό της αριστεράς, έτσι θα το κατόρθωναν και τώρα.
Στην συνέχεια όμως ήρθε μια νέας μορφής σύγκρουση, με αφορμή τις αποκαλύψεις του ΔΗΣΥ για παράτυπες μεταθέσεις στην αστυνομία με κομματικά κριτήρια και για παρέμβαση του υποκόσμου στην εν λόγω διαδικασία. Σε ένα θέμα καθαρά εσωτερικής διακυβέρνησης, το οποίο αφορά ένα ενδεχόμενο σκάνδαλο το οποίο, αν ισχύει, είναι εξαιρετικά σοβαρό, θα ανέμενε κανείς από το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ να επιδείξουν την πρόθεσή τους για ομαλή συνύπαρξη με το ΑΚΕΛ υπό την στέγη του κυβερνητικού σχήματος. Αντί αυτού όμως, «ένιψαν τας χείρας τους» και τήρησαν αποστάσεις από το ΑΚΕΛ και το Προεδρικό, συντασσόμενοι σε σημαντικό βαθμό με τον ΔΗΣΥ. Την ώρα που οι βουλευτές του ΑΚΕΛ έδιναν ομηρικές μάχες σε τηλεοπτικά πάνελ και παράθυρα για να προστατεύσουν το Προεδρικό από τα βέλη της αντιπολέτευσης, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ επιβεβαίωναν με κομψό τρόπο τις καταγγελίες του ΔΗΣΥ.
Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να υποστηρίξει ότι, στην ουσία, το ΑΚΕΛ κυβερνά μόνο του, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ανησυχίες των συγκυβερνώντων κομμάτων, αλλά και χωρίς να λαμβάνει ουσιαστική στήριξη από αυτά. Ούτε στο κυπριακό, ούτε στο ζήτημα της ιστορίας και του προσανατολισμού της παιδείας, ούτε στην εσωτερική διακυβέρνηση και στα σκάνδαλα που άρχισαν δειλά-δειλά να βλέπουν το φως της δημοσιότητας και να φέρουν την σφραγίδα της «δίκαιης κοινωνίας». Το ερώτημα που φυσιολογικά προκύπτει είναι μέχρι πότε θα διαρκέσει αυτή η φαυλότητα και ποια θα είναι η κατάληξή της;

