Η μονοτονία, η δράση και μια μεγάλη ομοιότητα
Τεύχος Μαρτίου 2009 | Χάρης Νικηφοράκης | Κατηγορία: Αθλητισμόςτου Χάρη Νικηφοράκη
Παρακολουθώντας κανείς το ελληνικό και το κυπριακό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου βλέπει δύο εντελώς διαφορετικούς ποδοσφαιρικούς κόσμους, αλλά συνάμα και τόσο όμοιους… Η διαφορά έγκειται στην μονοτονία του ελληνικού πρωταθλήματος και στην δράση και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το κυπριακό. Η ομοιότητα έγκειται στις νοοτροπίες της “μουρμούρας” και του φανατισμού, αλλά και της εξ’ αυτών εκτρεφόμενης βίας. Και εξηγούμαι:
Απαραίτητο αξεσουάρ, ένα ζευγάρι κυάλια…
Στην Ελλάδα ο Ολυμπιακός έχει καθαρίσει το πρωτάθλημα προ πολλού. Από την έναρξη ίσως του Β’ Γύρου ξέραμε ότι ο συναγωνισμός που θα αντιμετώπιζε θα ήταν από πενιχρός έως ανύπαρκτος. Πολλοί μεμψιμοιρούν συχνά περί ευνοϊκής αντιμετώπισης των πρωταθλητών από τη διαιτησία, κυρίως μέσα στο γήπεδό τους. Εν τούτοις, προσωπική μου άποψη είναι ότι μυστικό του Ολυμπιακού δεν είναι άλλο από, αφ’ ενός, την μεγάλη κλάση ορισμένων ποδοσφαιριστών του και, αφ’ εταίρου, την παρουσία ενός πολύ καλού προπονητή στον πάγκο του. Ποδοσφαιριστές όπως οι Ντιόγκο, Γκαλέτι, Μπελούτσι, Λέτο και Ντουντού σπάνια έρχονται στο ελληνικό πρωτάθλημα. Ας μην υποτιμούμε βέβαια και την παρουσία στην ομάδα Ελλήνων -σταθερών αξιών- όπως οι Νικοπολίδης, Τοροσίδης, Άντζας και Παπαδόπουλος. Από την άλλη ο Ερνέστο Βαλβέρδε απέδειξε με την δουλειά του ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μόχθησαν στο λιμάνι για να τον πείσουν να αναλάβει τις τύχες των ερυθρολεύκων, ούτε φυσικά το γεγονός ότι τώρα μοχθούν εξ’ ίσου για να τον πείσουν να παραμείνει και για τα επόμενα χρόνια. Θα μου πείτε βέβαια ότι και τα προηγούμενα χρόνια, όταν πολλές φορές ο Ολυμπιακός είχε στον πάγκο του προπονητές ανάγκης με αποτέλεσμα στην ουσία την ομάδα να προπονεί ο «αυτόματος», πάλι κέρδιζε και πάλι σήκωνε τα πρωταθλήματα. Σύμφωνοι. Η διαφορά όμως του Ολυμπιακού του Βαλβέρδε δεν είναι ούτε οι νίκες από μόνες τους, ούτε το θέαμα που σε αρκετά παιχνίδια πρόσφερε μέσα στο γήπεδό του. Η διαφορά είναι ότι ο Ολυμπιακός του Βαλβέρδε δεν δέχεται γκολ. Όταν στα μισά σχεδόν του Β’ Γύρου έχεις δεχθεί μόλις 8 γκολ, αυτό δεν μπορεί παρά να λέει πολλά για την αμυντική λειτουργία της ομάδας, έργο αποκλειστικά του προπονητή. Συνεπώς, η τεράστια διαφορά του Ολυμπιακού από τον δεύτερο ΠΑΟΚ και τον τρίτο ΠΑΟ (11 και 12 βαθμοί αντιστοίχως την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές) ας μην ξενίζει κανέναν. Καμία από τις ομάδες που ακολουθούν δεν έχει αποδείξει ότι είναι ολοκληρωμένη στο βαθμό που είναι οι Πειραιώτες, ούτε ότι διαθέτει αυτό που λέμε «μέταλο πρωταθλητή», στοιχείο απαραίτητο για την σταθερότητα στο μέγιστο δυνατό μέρος του μαραθωνίου. Γι’ αυτό και οι διώκτες τους χρειάζονται κυάλια για να τους δουν στη βαθμολογία… Κάτι που φυσικά είναι πολύ κακό και για το ενδιαφέρον, αλλά και για την περεταίρω ποιοτική εξέλιξη του πρωταθλήματός μας.
Το μπουκάλι με τους σκορπιούς…
Από την άλλη, στο κυπριακό πρωτάθλημα ισχύει το άκρως αντίθετο: Τρεις ομάδες φαίνεται ότι θα κυνηγούν η μια την άλλη μέχρι τελικής πτώσεως. Αν και την ώρα που γραφόταν το άρθρο η Ανόρθωση είχε μείνει τέσσερις βαθμούς πίσω από τους πρωτοπόρους ΑΠΟΕΛ και Ομόνοια, εν τούτοις τίποτα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ανατραπεί αυτό το σκηνικό μέχρι την λήξη της κανονικής διάρκειας του πρωταθλήματος. Πολλώ δε μάλλον στα play off, όπου οι τρεις τους (μαζί με άλλη μια ομάδα, πιθανότατα τον φορμαρισμένο Απόλλωνα) θα “αλληλοεξοντωθούν”, με έπαθλο το στέμμα του πρωταθλητή. Στην φάση αυτή, εάν και εφ’ όσον διατηρηθούν οι τωρινές ισορροπίες και οι τρεις διεκδικητές θα είναι κοντά ο ένας στον άλλο, το πρωτάθλημα θα μοιάζει με ένα μπουκάλι μέσα στο οποίο θα είναι κλεισμένοι τρεις δηλητηριώδεις σκορπιοί, οι οποίοι θα καταβάλλουν συνεχείς προσπάθειες αλληλοεξόντωσης και, ταυτόχρονα, επιβίωσης. Στο τέλος βέβαια μόνο ο ένας θα βγει ζωντανός από το μπουκάλι. Καμία πρόβλεψη δεν είναι δυνατό να γίνει. Η Ομόνοια έχει τα αστέρια που μπορούν να κάνουν την διαφορά, ο ΑΠΟΕΛ έχει την οργάνωση, την τεχνική κατάρτιση και την σταθερότητα σε ψηλά επίπεδα αποτε-λεσματικότητας και απόδοσης, η Ανόρθωση έχει τον θαυματοποιό Τιμούρ, αλλά και το «κοκαλάκι της νυχτερίδας», στοιχεία τα οποία την βοήθησαν να φτάσει πολύ ψηλά φέτος. Για να δούμε τι μας περιμένει…
Μουρμουρητά, φανατισμός και… τα συναφή
Ας πάμε λοιπόν και στη μεγάλη ομοιότητα των δύο πρωταθλημάτων: Τα μουρμουρητά και ο φανατισμός, στοιχεία που εκτρέφουν τη βία στους αγωνιστικούς χώρους, την οποία για μια ακόμα χρονιά δεν… στερηθήκαμε στα ελληνικά και τα κυπριακά γήπεδα. Δεν αναφέρομαι στους κοινωνικούς (ή καλύτερα κοινωνιολογικούς) παράγοντες που ενδεχομένως να συντείνουν στην έξαρση της βίας στα πλαίσια αθλητικών διοργανώσεων. Μιλάω αποκλειστικά για τις ευθύνες των ανθρώπων του ποδοσφαίρου στην συντήρηση του φαινομένου. Δέστε, λοιπόν, ξανά ένα φιλμ που το έχετε δει πολλάκις οι ποδοσφαιρόφιλοι και στα δύο πρωταθλήματα: Σε ένα μεγάλο ντέρμπι κορυφής, επιθετικός ποδοσφαιριστής διεκδικεί την μπάλα με αμυντικό στην αντίπαλη περιοχή. Ο αμυντικός τον αγγίζει λίγο, ο επιθετικός βουτάει σαν ιπτάμενος σκίουρος, ο διαιτητής του δείχνει κίτρινη για θέατρο και όλοι οι συμποδοσφαιριστές του πέφτουν πάνω στον διαιτητή. Μετά από πολλές τέτοιες στιγμές έντασης και με την κερκίδα να ορύεται με συνθήματα εναντίον μελών της οικογένειας του διαιτητή, το παιχνίδι τελειώνει με ήττα της ομάδας του «κιτρινισμένου» επιθετικού με ένα γκολ διαφορά. Τα αίματα ανάβουν, το γκαζόν είναι γεμάτο από μπουκάλια και άλλα αντικείμενα, οι παράγοντες των ηττημένων παρελαύνουν φωνασκούντες στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, μαινόμενοι οπαδοί της ηττημένης ομάδας εκτονώνονται με sms και τηλεφωνήματα στις διάφορες αθλητικές εκπομπές, οι οπαδοί των νικητών τους πικάρουν και στο επόμενο μεταξύ τους παιχνίδι (ή σε κάποιο στημένο ραντεβού σε ουδέτερο έδαφος) πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Απολογισμός: Τραυματισμοί, καταστροφές και το γόητρο του ποδοσφαιρικού κόσμου της χώρας να αιμορραγεί. Εκ των υστέρων βέβαια όλοι καταδικάζουν και «λαμβάνουν μέτρα κατά της βίας».
Ποιος φταίει για όλα αυτά; Νοοτροπίες και μόνο νοοτροπίες, μικρότητες και συμπλεγματικές συμπεριφορές που καλλιεργούνται, κυρίως, από τους παράγοντες των ομάδων και, δυστυχώς, (αυτό συμβαίνει κυρίως στην Ελλάδα) από συναδέλφους δημοσιογράφους. Νοοτροπίες που άλλοτε οφείλονται σε φαυλότητες του μυαλού και άλλοτε σε συμφέροντα. Προσωπικά δεν είμαι από εκείνους που τους αρέσει να χαϊδεύουν αυτιά, ούτε φυσικά να αυτοϊκανοποιούνται με αστήρικτες ελπίδες. Πιστεύω, και το λέω ευθαρσώς, ότι τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο, υπό τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες και στα πλαίσια των υπαρχουσών νοοτροπιών, το πρόβλημα ΔΕΝ ΛΥΕΤΑΙ. Τα μέτρα που λαμβάνει ή που μπορεί να λάβει η συντεταγμένη πολιτεία μόνο μετριασμό της κατάστασης μπορούν να επιτύχουν, ή μετάθεση της βίας εκτός των αγωνιστικών χώρων (αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουν να λαμβάνονται μέτρα, κάθε άλλο). Μόνο ριζικές αλλαγές στον τρόπο σκέψης μπορούν σπάσουν τον φαύλο κύκλο της βίας και του φανατισμού. Αλλαγές οι οποίες θα καταστήσουν, επιτέλους, δεδομένο στο συλλογικό μας υποσυνείδητο ότι το ποδόσφαιρο είναι απλά ένα παιχνίδι. Και, δυστυχώς, αυτές οι αλλαγές δεν επιβάλλονται μόνο με πολιτικές αποφάσεις, αλλά κυρίως σμιλεύονται με το πέρασμα του χρόνου στον συλλογικό τρόπο ζωής μας, μέσα από αλληλεπιδράσεις μεταξύ όλων, από τον αρχηγό του κράτους μέχρι τον τελευταίο πιτσιρικά με το κασκόλ στο λαιμό και την πέτρα στο χέρι.
