Γράφει: Μαρία Κυπριανού-Λεοντή
Βιβλιοκριτική: Σημάθκια των τζιαιρών
Αντώνης Γαβριήλ Παπά
εκδ.Power Publishing, Λευκωσία
της Μαρίας Κυπριανού-Λεοντή
Ο Αντώνης Παπά, ένας τεχνίτης του λόγου που σε κερδίζει με την απλότητα αλλά και την δεξιοτεχνία του. Μια σύγχρονή μας λαϊκή μούσα που, με τον πηγαίο λόγο του, αβίαστα μας συγκινεί και μας καθηλώνει. Ένας άνθρωπος τόσο προικισμένος που «απλά» ξεδιπλώνει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του έμμετρα. Από τον πιο βαθύ στοχασμό μέχρι και την… διεύθυνση του σπιτιού του, τα δίνει σε στίχους. Και ενώ είσαι έτοιμος να χειροκροτήσεις το ταλέντο του, σε ξαφνιάζει η στωική απλότητά του.
Μπορεί ως Μαθητής να «μεν [ήταν] σπουδαίος, πρώτος στα μαθηματικά, μα στ’ άλλα [του] μεσσαίος», όπως αναφέρει στο έμμερο βιογραφικό σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου, αλλά η παιδική του ψυχή είχε εμποτιστεί με τα αναγνώσματα της γενιάς του `30. Αγαπά την λογοτεχνία που του έμαθαν οι δάσκαλοι να διαβάζει. Ο Στρατής Μυριβήλης, ο Ηλίας Βενέζης, ο Στρατής Δούκας και πολλοί άλλοι λογοτέχνες καλλιεργούν την ευαίσθητη ψυχή ενός νέου που αναγνωρίζει την αξία της γνώσης και της μόρφωσης:
Η γνώση είναι δύναμη, λαλεί μια παροιμία
Ποτζιείνες που ‘χαν οι παλιοί τζιαι δεν λαθεύκει μία.
Γιατί η μόρφωση εν φως, τζι όποιος την αποκτήσει
Να ξέρει πως ευχάριστα τζιαι όμορφα θα ζήσει.
(οι Ρίζες της Μόρφωσης, σελ.24)
Θαυμάζει τον Νίκο Καζαντζάκη, αλλά καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση του έχει ο Μενέλαος Λουντέμης. Από την πεζογραφία αντλεί την ευαισθησία και τον λυρισμό, στοιχεία που καταθέτει στην ποίηση του. Μια ποίηση που μυρίζει «βασιλιτζιάν τζιαι δκυόσμον»
(Άνοιξη στο νησί μας, σελ.91)
Με τα Σημάθκια των Τζιαιρών φτάνουν στα αφτιά μας εύηχα στιχουργήματα της κυπριακής διαλέκτου. Η μουσικότητα της τοπολαλιάς ζωντανεύει μέσα από δεκαπεντασύλλαβους στίχους, σμιλευμένους με την αγάπη ενός καλού τεχνίτη. Ο Αντώνης Παπάς αποκαλύπτει την γνήσια ομορφιά της διαλέκτου μας μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο, με έντονη παραστατικότητα, ζωντανές εικόνες που ξυπνούν στους παλαιότερους αναμνήσεις από τα χρόνια εκείνα της αθωότητας και θυμίζει στους νεότερους ότι η κυπριακή διάλεκτος δεν είναι η διάλεκτος που με αφέλεια και επιπολαιότητα αλλοιώνεται κάθε βράδυ στους δέκτες της τηλεόρασής μας. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στις κυπριακές σειρές, χωρίς να θέλω να προσβάλω κανέναν, πολύ απέχει από τη γνήσια κυπριακή διάλεκτο. Το κακό όμως είναι ότι η μικρή οθόνη διαμορφώνει τα πρότυπα των νέων μας. Έτσι ο αυθεντικός λόγος για τον οποίον ανησυχεί ο ποιητής, χάνεται σιγά-σιγά, εκτοπίζεται από ένα συνοθίλευμα ξενικών και μεταμοντέρνων κυπριακών εκφράσεων.
Της Κύπρου την τοπολαλιάν ούλλοι να σεβαστούμεν
και να την παραδώσουμεν στους νέους, το χρωστούμεν.
Γιατί λαοί που έθιμα τζιαι γλώσσαν εν τηρούσιν
μόνοι τους βάλλουν στον λαιμόν θηλειάν για να πνιούσιν.
Με τους στίχους του, λοιπόν, επιδιώκει να μας παραδώσει τις αξίες και τα ιδανικά του λαού μας, μέσα από ένα πλούσιο και ξεχασμένο λεξιλόγιο. Εντοπίζουμε λέξεις όπως «αθκιασέψουν», «νούσιμος», «τσίππα», «χαρατζιηστούν», «σουξουλούσιν», «ππαράς», «ριάλια», «εκλούφησα», «μάλια», λέξεις με έντονα ηχητικό ταπεραμέντο. Ή ακόμα φράσεις όπως: «Για νάσιει τάτην η ζωή», «όποιος ξοθκιάζει είκοσι τζιαι δεκαοχτώ σοθκιάζει», και άλλες πολλές που σε οδηγούν σε μονοπάτια νοσταλγικά μιας εποχής περασμένης.
Ο Αντώνης Γαβριήλ Παπά αντικρύζει το «φως της ποίησης», το ακουμπά με την σεμνότητα και την σοβαρότητα που αρμόζει σ’ έναν άνθρωπο που έχει την δύναμη να γνωρίζει και να σέβεται τον λόγο.
Μιαν νύχταν πάνω στα ψηλά εσιάστηκα μιαν λάμψη
που ήταν τόσο δυνατή τζι είπα πως θα με κάψει.
Τζι όμως τη στράταν έπιασα πέρκιμον της κοντέψω
τζιαι που το φως της, αν μπορώ, λλίον τζι εγιώ να κλέψω.
Εν ήταν πυροτέχνημα για φωτεινόν παιχνίδι,
μα ‘ταν το φως της ποίησης πον της ζωής στολίδι.
Σαν μιαν κολώναν κάμποσα ονόματα γραμμένα
άλλα μεγάλα, άλλα μιτσιά, μα ούλα φωτισμένα.
Ονόματα των ποιητών τζιείνων που την εκτίσαν
τζι αθάνατην την ποίησην στον τόπον μας αφήσαν.
Το κάθε έναν έλαμπε με το δικόν του τρόπον
τζι ούλλα μαζίν εφώτιζαν τον δύσμοιρον μας τόπον.
Στην πιο ψηλήν της την κορφήν σε δάφνινα στεφάνια
Τζιείνα που λάμπαν πιο πολλά τζιαι φέγγαν στα ουράνια.
Τ’ αείμνηστου Λιπέρτη μας τζιαι του Μιχαηλίδη
τζι έναν που τους νεότερους, του Παύλου του Λιασίδη.
Ούλλοι τους τούτ’ οι ποιητές πάντα θα ξεχωρίζουν,
γιατί με τζιείνα πο’γραψαν την Κύπρον μας στολίζουν.
Πέμπουν μηνύματα πολλά γι’ αγάπην τζιαι ειρήνην
για την ελευθερίαν, ανθρωπιάν τζιαι για δικαιοσύνην.
Η ποίηση τους έμεινεν να λάμπει σαν τον φάρον,
αφου ποτέ της εν γερνά τζι ούτε φοάται Χάρον.
Πάντα θα στέκει ζωντανή για χρόνια τζιαι αιώνες,
έστω τζιαι αν αλλάσσουσιν τζι άνθρωποι τζιαι κανόνες.
( Το Φως της Κυπριακής Ποίησης, σελ.195)
Η Μαρία Κυπριανού-Λεοντή είναι φιλόλογος
