Γράφει: Μαρία Υψηλάντη
Η χυδαιότητα του Νεο–
Για μια ακόμη φορά θα επικεντρωθώ σ’ ένα κοινωνικό φαινόμενο αισθητό σε υπερμεγέθη βαθμό στον Ελληνικό (επαναλαμβάνω, όπως έχω επισημάνει και σε παλαιότερα άρθρα μου, ότι σε αυτόν τον όρο συμπεριλαμβάνω και την Κύπρο, με βάση την ιστορική αλήθεια και όχι την πολιτική παραποίηση αυτής) χώρο. Πρόκειται για μια από τις πάμπολλες εκφράσεις του αξιοθρήνητου σημερινού νεοπλουτισμού (που η οικονομική κρίση ίσως και ε υ τ υ χ ώ ς ανακόψει, έστω προσωρινά, επαναφέροντας τον κόσμο στην υγιέστερη εποχή των λιγοστών τόσο μέσων όσο και αναγκών): Την μανία για το κ α ι ν ο ύ ρ γ ι ο: Σπίτι, αυτοκίνητο, ρούχο (γιατί το περσινό είναι ντεμοντέ το προπέρσινο είναι εκτός συζητήσεως), κινητό τηλέφωνο, υπολογιστή. Ιδιαιτέρως εξωφρενική είναι η μονολιθική ζήτηση του «νεόδμητου» σπιτιού (που και αυτή ίσως και ε υ τ υ χ ώ ς μειωθεί με την υπά-ρχουσα οικονομική κρίση). Λες και όλοι ετούτοι οι αγοραστές είναι δυσαρεστημένοι από την πατρική τους οικία, που μετρά ασφαλώς είκοσι με σαράντα χρόνια ζωής (ίσως, στις εξαιρετικές περιπτώσεις, και περισσότερα) και από τις προδιαγραφές της, και αναζητούν συνθήκες που θεωρούν ότι δεν μπορεί να τους προσφέρει μια απλή ανακαίνιση του «παλιού» (οποιουδήποτε «παλιού», όχι αναγκαστικά του δικού τους), ή του «μεταχειρισμένου», όπως γελοιωδώς ονομάζεται. Αυτή η πιθηκίστικη προσκόλληση στην ιδέα του καινούργιου είναι, εκτός από ενδεικτική μιας χυδαίας κενοδοξίας, και τρομερά επιζήμια από πολεοδομικής απόψεως. Η Λευκωσία, η Αθήνα, και άλλες Ελληνικές πόλεις βρίσκονται σε μια μακρόχρονη και αδιάκοπη προαστιοποίηση που συνδέεται αιτιακά με την φρενήρη δόμηση. Ας δούμε πώς έχει η κατάσταση στην Αθήνα και πώς στην Λευκωσία.
Είναι βέβαιο ότι στην Αθήνα δεν υπάρχει άλλος χώρος εντός πόλεως και έτσι η αστική ζώνη (ας την πούμε έτσι προσωπικά δεν πιστεύω ότι όλες οι περιοχές του πυκνοδομημένου λεκανοπεδίου πρέπει να χαρακτηρίζονται «αστικές») έχει εξαπλωθεί τερατωδώς. Ο λόγος αυτού του φαινομένου, που οδηγεί στην μοναδικά Ελληνική βαρβαρότητα του αδειάσματος του αστικού κέντρου (γιατί στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως είναι και το φυσιολογικό, πανάκριβο είναι κυρίως το κέντρο και δευτερευόντως κάποια «κομψά» προάστια), είναι η ιδεοληψία του νέου ζευγαριού ότι χρειάζεται α) καθαρό αέρα, β) νεόδμητο σπίτι. Σε σχέση και με τις δύο αυτές ανάγκες, μπορεί κανείς να συστήσει στο νέο ζευγάρι (ή στον οποιονδήποτε εργαζό-μενο/συνταξιούχο που συχνά σκέπτεται και αυτός με τον ίδιο τρόπο) να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του ίδιου ή των γονέων του και να βοηθήσει έτσι στην αποσυμφόρηση του κλεινού άστεως, αντί να συμβάλλει στην υποβάθμισή του με την υδροκεφαλική αλλοίωση που αυτή η νοοτροπία έχει επιφέρει. Επιπλέον αναλογίζεται κανείς το μέγεθος της ανικανότητας της πολιτείας που αφήνει ανεξέλεγκτη την παμφάγα ανοικοδόμηση στην οποία οφείλονται τα βασικά κακά της σύγχρονης Ελληνικής πρωτεύουσας: Η νεοφανής υποτίμηση του αστικού κέντρου από έναν ακατανόητο πολιτιστικό εκφυλισμό, καθώς και η εγκληματική καταστροφή των δασών γύρω από την πόλη.
Η Λευκωσία βρίσκεται στο πολεοδομικό στάδιο που βρισκόταν η Αθήνα εδώ και κάποιες δεκαετίες (η διχοτόμηση που ασφαλώς αποτελεί πηγή των βασικότερων δεινών της είναι ένας επιπρόσθετος παράγοντας προβληματικότητας). Αντί να διδαχθεί από τις καταστροφικές συνέπειες που είχε για την εικόνα της Αθήνας η κατεδάφιση των παλαιών μονοκατοικιών και να υπερασπιστεί τα παραδοσιακά της κτίρια με αυστηρότερο θεσμικό πλαίσιο, που να περιλαμβάνει και τις εκτός της παλιάς πόλης περιοχές, αντίθετα μιμείται τα Αθηναϊκά λάθη και παραλείψεις. Έτσι η ασχήμια της πολυκατοικίας τείνει να εξαπλωθεί και εδώ, και συνυπάρχει και με το άλλο Ελληνικό αρρωστημένο φαινόμενο, την προαστιοποίηση: Αυτή έχει δώσει στην Λευκωσία τις τερατώδεις της διαστάσεις, εν μέρει οφειλόμενη στις μετά την εισβολή οικιστικές ανάγκες που οδήγησαν στην συνένωση των πέριξ χωριών. Σημερινή όμως κύρια αιτία του κακού είναι η απροθυμία του (ακόμα χειρότερα από τον Αθηναίο) νεοπλουτικά σκεπτόμενου Κυπρίου να μείνει σε ένα χώρο του οποίου δεν είναι ο πρώτος κάτοικος. Θεωρώ περιττό να περιγράψω τον παραλογισμό και την βλαπτικότητα αυτής της νοοτροπίας, που, σε συνδυασμό με τη διχοτόμηση, συντελεί στην υποβάθμιση διαφόρων περιοχών μεταξύ των οποίων και της παλιάς Λευκωσίας, της περιοχής που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να αποτελεί την Πλάκα (μια Πλάκα όμως ζωντανή και γνήσια και όχι μουσειακή και δήθεν) της Κυπριακής πρωτεύουσας. Εάν δεν είναι στο χέρι του Λευκωσιάτη να άρει την διχοτόμηση, τουλάχιστον είναι στο χέρι του να μην εγκαταλείπει στην άδικη και απαράδεκτη γκετοποίησή της την όμορφη γειτονιά των παππούδων του.
