Μια κάποια μικρή και αμελητέα ανικανότητα του σύγχρονου «υπεράνθρωπου»
Τεύχος Μαρτίου 2009 | Ιωάννα Χατζηκωστή | Κατηγορία: ΠολιτισμόςΜια συναισθηματική ανικανότητα ταλανίζει τον κατά τα άλλα ικανό και επαρκέστατο σύγχρονο άνθρωπο, μια επιφανειακότητα. Μια επιφα-νειακότητα συναισθημάτων. Πάσχουμε από έλλειψη ουσίας στα συναισθήματά μας. Η ουσία, όμως, θέλω να τονίσω, δεν έρχεται ποτέ μόνη της, ποτέ χωρίς βαθιά αναζήτηση, ποτέ προκα-τασκευασμένη. Η ουσία δεν δίδεται, δυστυχώς, άνωθεν. Δεν είναι μάννα εξ ουρανού. Η ουσία θέλει πορεία, πορεία προσωπική. Θέλει πορεία και, πολύ φοβάμαι, αποτυχία (Για αυτό και δεν πρέπει να τα φοβόμαστε αυτά τα δύο).
Η ανικανότητά μας να συνδεθούμε βαθιά και ουσιαστικά με έναν άλλο άνθρωπο, η ανικανότητα να θυσιάσουμε την αυτοτέλειά μας και τον υπέρτατο εγωισμό μας για να γνωρίσουμε πραγματικά το μεγαλείο μιας ουσιαστικής σύνδεσης χαρακτηρίζει το είδος μας, τον σύγχρονο μοντέρνο άνθρωπο, τον επιτυχημένο επαγγε-λματία, τον λαμπρό επιστήμονα, τον αψεγάδιαστο εξωτερικά άνθρωπο των κομμωτηρίων και των γυμναστηρίων.
Η επιφανειακότητά μας σε όλα τα επίπεδα, οικογενειακό, φιλικό, ερωτικό. Η εμμονή να είμαστε ερωτευμένοι με τον εαυτό μας. Ν’ αγαπούμε όσους μας θαυμάζουν και όχι όσους εμείς θαυμάζουμε. Η εμμονή να είμαστε με ανθρώπους που θα μας εξηγούν πόσο υπέροχοι και τέλειοι είμαστε, ακόμη και αν εμείς από ένστικο και πολύ σωστά πάντα γνωρίζουμε και μετράμε ορθά την μετριότητά μας. Με ανθρώπους που σταματούν την δύσκολη πορεία μας προς την τελειοποίηση με το να μας καθησυχάζουν.
(Αχ! Οι συναναστροφές μας. Αχ! Παίζουν μεγάλο ρόλο… Μεγάλο ρόλο για να χάσουμε ή να βρούμε τον δρόμο μας. Ύπουλα μας αλλάζουν οι συναναστροφές μας και μετά όταν δεν μας αναγνωρίζουμε πια τολμούν να προσπαθούν να μας πείσουν ότι έτσι ήμασταν πάντα, σαν τα μούτρα τους).
Μένουμε λοιπόν και παραμένουμε για μια ολόκληρη ζωή επιφανειακοί, γιατί αυτό είναι το αναμενόμενο, το «πολιτικά» σωστό, έρμαιοι μιας κάποιας κινητήριας δύναμης, δημιουργικής μεν, ισχυ-ροτάτης και αναμφίβολα αποτελεσματικής, που παραμένει όμως χωρίς στόχο, χωρίς προορισμό. Χωρίς πραγματική πιθανότητα στην ευτυχία ή την ολοκλήρωση. Επειδή δημιουργούμε χωρίς να αγαπάμε. Χωρίς να αγαπάμε ούτε τους γύρω μας για τους οποίους θα έπρεπε να δημιουργούμε, χωρίς να αγαπάμε στην ουσία ούτε το αντικείμενο το οποίο δημιουργούμε. Αγαπάμε μόνο τον εαυτό μας και την προβολή του μέσα από το αντικείμενό μας, μέσα από τα μάτια των γύρω. Όλα γίνονται απλά μέσα λατρείας του εαυτού μας.
Συνηθίσαμε αυτήν την ανουσιότητα. Μόνοι μας, άλλωστε, παγιδεύσαμε τους εαυτούς μας και τους καταδικάσαμε σε μια επιφανειακότητα, όπου τα πράγματα κινούνται γρήγορα, αρχίζουν γρήγορα και τελειώνουν γρήγορα. Αποτελεσματικά, πλην όμως ανούσια. Όλα τα πράγματα, όλα τα συναισθήματα, όλες οι σχέσεις. Είναι που θάψαμε τα αληθινά συναισθήματα τόσο βαθιά που πια δεν μπορούμε να τα ξαναβρούμε. Αγνοούνται και αυτά. Υπάρχουν, όμως. Και επανέρχονται για να μας κατατρέχουν και να μας τιμωρούν. Όσο τα απωθούμε στην ζωή μας, στην μνήμη μας, στον πολιτισμό μας, τόσο αυτά επανέρχονται.
Κάποτε, δε, έρχονται τυχαία και ζουν δίπλα μας, εγκάθετοι κάποιου άγνωστου εχθρού ή μοίρας, με πρόσωπα χαριτωμένα, γελαστά, με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια τους, με τα παιδικά κοτσιδάκια τους και μας κλείνουν αθώα και επικίνδυνα ταυτόχρονα το μάτι. Δεν μιλούν πολύ. Δεν ζητούν και δεν θέλουν τίποτα. Απλά υπάρχουν.
Τα μεγάλα συναισθήματα φτάνουν, άλλωστε, πάντα στο τέλος του λόγου. Ίσως εκεί να κρύβεται και η ουσία.
Το έχουμε και αυτό ξεχάσει μέσα στην απύθμενη ανουσιότητα της επιφανειακής πολυλογίας μας.
