Γράφει: Γιάννης Σπανός
Από το παρελθόν στο μέλλον: Το χρέος λάμπει από τα θυσιαστήρια
Στις 25 Φεβρουαρίου του 1957 η μοίρα της ιστορίας χάραξε στην ψυχή ανεξίτηλη την συνάντηση που έκτοτε αναμοχλεύει την κοχλάζουσα μνήμη. Σιδηροδέσμιους μας έκλεισαν στην μαύρη κλούβα μεταγωγών μετά από πολυήμερες ανακρίσεις στο Special Branch της Πύλης Κυρηνείας, στην Λευκωσία. Στο αυτοκίνητο οι συναγωνιστές Αλέκος Μαυρομμάτης, Λουκής Καρανίκης, Σάββας Αγησιλάου, Διονύσιος Λεμονάρης. Κάποια στιγμή ακούστηκε σάλαγος, από τρεχάματα αρβυλοφόρων Άγγλων, ήχοι από κλείστρα όπλων. Άνοιξε η πίσω θύρα της κλούβας και πετάχτηκε ένα παλληκάρι που κάθισε δίπλα μου. Το έδεσαν με το βραχιόλι της χειροπέδης του αριστερού μου χεριού. Το αυτοκίνητο άρχισε να κινείται συνοδευόμενο από στρατιωτικά. Μας διακατείχε η αγωνία του αγνώστου προορισμού. Ρώτησα:
«Ξέρει κανείς πού μας παίρνουν;» Απάντησε το παλληκάρι:
«Στις κεντρικές φυλακές φίλε».
«Κι’ εσύ πώς το ξέρεις;»
«Μα εκεί παίρνουν εμένα».
«Κατάδικος; Φυλάκιση;»
«Όχι, εμένα θα με κρεμάσουν. Θάνατος!»
«Τι σου είπε ο δικαστής;»
«Πως με καταδικάζει να κρεμαστεί το κορμί μου από το σχοινί μέχρι να βγει η ψυχή μου…»
«Κι’ εσύ; Τι απάντησες;»
«Πως είμαι Έλληνας που πολεμά για την ελευθερία της πατρίδας του».
«Ποιος είσαι ρε αδελφέ;»
«Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης…»
Ιερή ανατριχίλα μας συνεπήρε. Παγώσαμε. Στις κεντρικές φυλακές τα χέρια έσμιξαν σε αποχαιρετιστήρια χειραψία δέους. Εμείς σαν στήλες άλατος. Τον βλέπαμε ν’ απομακρύνεται προς το «μπλοκ 8» της κρεμάλας. Οι φρουροί έτρεχαν να τον προλάβουν.Στην μικρή μαύρη θυρίδα γύρισε προς το μέρος μας. Ελαφρύ αεράκι του ανέμιζε τα ολόμαυρα μαλλιά. Σήκωσε το αριστερό χέρι σπαθί και φώναξε: «Μη φοβάστε αδέλφια. Ζήτω η Ελευθερία!» Τον ρούφηξε το προθανάτιο χάος. Τον κρέμασαν στις 11:20 το βράδυ της 13ης Μαρτίου 1957. Οι στερνές προθανάτιες ανάσες του έγιναν υμνητικοί στίχοι στην Ελευθερία. Ήταν ο ήρωας ποιητής των 19 χρόνων. Γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1938. Έμεινε ίνδαλμα στους αιώνες.
Ήταν Κυριακή, 3 Μαρτίου 1957. Η ατμόσφαιρα στο κελί παγωμένη. Είχε νυχτώσει και στις κεντρικές φυλακές βασίλευε ησυχία θανατική. Ακούσαμε θορύβους από αρβύλες. Κάποιοι έτρεχαν στο προαύλιο κατά τα Φυλακισμένα Μνήματα. Ρωτήσαμε τον δεσμοφύλακα τι συνέβαινε. Και απάντησε: «Σκότωσαν οι Εγγλέζοι έναν δικό σας. Κάποιο μεγάλο». Πέρασαν λίγα λεπτά και την σιωπή της φυλακής έσχισε φωνή συγκλονιστική: «Σκότωσαν τον Γρηγόρη! Τον Γρηγόρη Αυξεντίου! Τον έκαψαν ζωντανό…».
Το θλιβερό άγγελμα πνίγηκε στις ομαδικές κραυγές των πολιτικών καταδίκων, στους ήχους των κτυπημάτων από τις μεταλικές καραβάνες στα σίδερα. Στα αναθέματα ενάντια στους Άγγλους. Και ύστερα οι ψαλμοί του αποχαιρετισμού και της λευτεριάς, με τους στίχους του Εθνικού μας Ύμνου. Κραυγές, στραγγιές, σύνθεταν το αδιάκοπο τραγούδι του μεγάλου σκοπού. Και το πρωί, την Καθαρά Δευτέρα, ανάγγελλαν οι πένθιμοι αντίλαλοι των καμπάνων. Τα καμπαναριά άπλωναν σε όλο το νησί το πένθος για την θυσία του παλληκαριού και από το αχολόι εκείνο ξεδιάλυνες την διεκδίκηση και τον πόθο. Την αξίωση του κυπριακού Ελληνισμού. Την απόφαση του λαού να αγωνιστεί μέχρι θανάτου για την Ελευθερία. Την Ένωση με την Ελλάδα.
Λίγες μέρες πριν ο Γρηγόρης Αυξεντίου βεβαίωνε τον γιατρό Κώστα Τσέλο, που τον επισκέφθηκε στο μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά: «Έμαθα τους αγωνιστές πώς να πολεμούν. Τώρα θα τους μάθω πώς να πεθαίνουν».
Πενηνταδύο, έκτοτε, χρόνια οι φλόγες από τις καιόμενες ακόμα σάρκες του Γρηγόρη φωτίζουν τον δρόμο της Λευτεριάς. Η πατρίδα δεν λευτερώνεται με παραμύθια. Λευτερώνεται με αγώνες. Με σκοπούς κρυστάλλινους και υψηλά ιδεώδη που ενώνουν τον λαό στην αντίσταση…
Ο Γιάννης Σπανός είναι ιστορικός, Πρόεδρος του Συνδέσμου Πολιτικών Κρατουμένων ΕΟΚΑ 1955-59
