Γράφει: Μιχάλης Κοντός
Πολιτικώς εσφαλμένον: Pax Turkica
Η επίσημη αντίληψη ως προς την επίλυση του κυπριακού και τα, κατά τους κυβερνώντες, απαραίτητα βήματα που πρέπει να προηγηθούν αυτής, παραγνωρίζει μια παγκοσμίως αδια-μφισβήτητη αλήθεια της διεθνούς πολιτικής: Δεν υπάρχει κανένα κράτος, κανένας διεθνής ή περιφερειακός οργανισμός, καμία μη κυβερνητική οργάνωση, καμία πολυεθνική και, γενικά, κανενός είδους ομάδα ατόμων, συμφερόντων ή κρατών που να μην επηρεάζεται από το τι συμβαίνει παραδίπλα. Το γεγονός αυτό ίσχυε από την στιγμή που οι άνθρωποι πρωτοοργανώθηκαν σε κοινότητες, ισχύει και σήμερα, στο παγκοσμιοποιημένο μας διεθνές σύστημα.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε ποιο βαθμό η Κυβέρνησή μας έχει αντιληφθεί την δυναμική των σχέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ψευδοκράτος και την Τουρκία; Η κατοχική δύναμη, πριν ακόμα από την δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιχειρεί να επηρεάσει αυτή την δυναμική προς όφελός της, με στόχο να θέσει ολόκληρη την Κύπρο υπό τον έλεγχό της. Για τον σκοπό αυτό επιστράτευσε με μαεστρία την τέχνη της εσωτερικής και διεθνούς προπαγάνδας, κυρίως κατά την περίοδο της τουρκανταρσίας. Την ίδια στιγμή, με ναυαρχίδα των προσπαθειών της την οργάνωση ΤΜΤ, επιχειρούσε να προκαλέσει τετελεσμένα διχοτόμησης, τα οποία θα γίνονταν αποδεκτά μέσα από την αποτελεσματικότητα της προπαγάνδας. Έτσι, μεσολαβούσης φυσικά της εισβολής, θα έφτανε στο τελικό ζητούμενο που ήταν η επιβολή μιας νέας τάξης πραγμάτων στις σχέσεις της με την Κυπριακή Δημοκρατία: Στην επίτευξη μιας Pax Turkica, δεδηλωμένα αποδεκτής από όλους τους παίκτες στην διαδικασία επίλυσης του κυπριακού, της Κυπριακής Δημοκρατίας μη εξαιρουμένης.
Η σημερινή πολιτική της κυπριακής Κυβέρνησης παίζει, αφελώς και εν αγνοία, ακριβώς αυτό το παιχνίδι: Αφ’ ενός με εκ των προτέρων παραδοχές όπως αυτές των «συνιστώντων κρατών» και των 50000 εποίκων και, αφ’ ετέρου, με την πολιτική της αποδοχής των ίσων ευθυνών για την σημερινή κατάσταση, με μια «χρυσή τομή» στην ερμηνεία της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Χωρίς μακρο-σκοπική θεώρηση των πραγμάτων ρίχνει το βάρος της στην διευθέτηση των σχέσεών μας με τους Τουρκοκύπριους, παραγνωρίζοντας τον ρόλο της Τουρκίας στα πλαίσια μιας ενδεχόμενης λύσης. Έτσι προχωρεί προς το κλείσιμο του κυπριακού θεωρώντας ότι εξυπηρετεί τον σκοπό της επανένωσης, ικανοποιώντας στην ουσία πλήρως τους όρους της Τουρκίας. Προχωρεί δηλαδή προς την αποδοχή της Pax Turkica, όπου ο εντολέας των όρων στις κυπροτουρκικές σχέσεις θα είναι αποκλειστικά η Τουρκία. Χωρίς παρεμβολές από αρχές του διεθνούς δικαίου και με το Κοινοτικό Κεκτημένο προσαρμοσμένο αναλόγως. Η δε συγκατάθεση της διεθνούς κοινότητας σε αυτή την ετεροβαρή σχέση θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη, δεδομένης της δικής μας συναίνεσης. Στα πλαίσια μιας τέτοιας τάξης πραγμάτων, το να είναι πεπεισμένοι οι Ελληνοκύπριοι ότι έσφαλλαν εξ’ ίσου στον εκτροχιασμό από την ομαλότητα στις σχέσεις τους με τους Τουρκοκύπριους είναι εκ των ων ουκ άνευ. Οι συλλογικές ενοχές προκαλούν ευκολότερη αποδοχή της περιστολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών του διεθνούς δικαίου, η οποία είναι απαραίτητη για την ομαλή εφαρμογή της Pax Turkica.
Η αδυναμία της Κυβέρνησής μας έγκειται ακριβώς στο ότι αδυνατεί να κατανοήσει την απειλή αυτή, επειδή περιορίζεται σε μια αεροστεγή προσέγγιση περί ειρηνικής συμβίωσης και επανένωσης, χωρίς να εντάσσει στους υπολογισμούς της τον -μετά την λύση- ρόλο της Τουρκίας. Συνεπώς, οι διαχειριστές της Τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο μπορούν να αισθάνονται ευχαριστημένοι: Με την απαραίτητη συνδρομή της Κυπριακής Δημοκρατίας, τόσο ο πολιτικός (λύση που να νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής) όσο και ο πολιτισμικός (αναθεώρηση της ιστορίας και της εθνικής ταυτότητας των Ελληνοκυπρίων) πυλώνας της Pax Turkica οικοδομούνται και ισχυροποιούνται μέρα με την μέρα, για να μπορέσουν εν καιρώ να στηρίξουν το προ πέντε και πλέον δεκαετιών σχεδιασμένο αυτό οικοδόμημα.
