Γράφει: Γιώργος Κέντας
Δυο ιστορικές στιγμές στη διακυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου
Ένας πολιτικός ηγέτης κρίνεται πάντα από τα «έργα και ημέρες του». Η προσφορά και οι ηγετικές του ικανότητες, όπως και τα λάθη ή οι παραλήψεις του, είναι πάντοτε αντικείμενο πολιτικών συζητήσεων, ιστορικής έρευνας και προσωπικών αναφορών. Αναμφίβολα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να κριθεί αντικειμενικά ένας πολιτικός άνδρας από άτομα που έζησαν κορυφαία γεγονότα της σταδιοδρομίας του, όταν μάλιστα οι συνέπειες αυτών των γεγονότων συνεχίζουν να επηρεάζουν την εξέλιξη της ιστορίας. Ενόσω το Κυπριακό θ’ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας των Κυπρίων και ενόσω τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, όπως και οι συνέπειές τους, είναι νωπά στην μνήμη των ανθρώπων, δεν μπορούν να κριθούν πολιτικοί άνδρες και να αποτιμηθεί το έργο τους. Η ιστορία του κυπριακού είναι μια ζωντανή πραγματικότητα που αφορά στον αγώνα των κατοίκων του νησιού για να ζήσουν ελεύθερα και κυρίαρχα στον τόπο τους ενάντια στην προσπάθεια τρίτων μερών να επικυριαρχήσουν επί του εδάφους και των συνειδήσεών τους. Αυτή η ζωντανή πραγμα-τικότητα μεταγγίζεται από γενιά σε γενιά εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Σε αυτό το πλαίσιο, η τρέχουσα συγκυρία πραγμάτων, όπως και οι πολιτικοί πρωταγωνιστές στο κυπριακό, αντιπρο-σωπεύουν απλά μια στιγμή στον αέναο χρόνο της ιστορίας. Οι πολιτικοί άνδρες, λοιπόν, μπορούν να κριθούν ως διαχειριστές καταστάσεων, με κριτήριο την προσφορά τους στον αγώνα του λαού της Κύπρου για ελευθερία και κυριαρχία, όπως επίσης και την αποτελεσματικότητά τους στον περιορισμό της επέμβασης και επικυριαρχίας τρίτων μερών. Οι ιστορικοί θα μπορούν να κρίνουν ψύχραιμα τα γεγονότα και τους ανθρώπους αρκετά χρόνια αργότερα, όταν θα έχει επέλθει πολιτική σταθερότητα στο νησί. Μέχρι τότε, μπορούν να γίνονται μόνο πολιτικές εκτιμήσεις.
Μόλις τρεις μήνες μετά τον θάνατο του, ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν μπορεί να τύχει ούτε αντικειμενικής ούτε ψύχραιμης κριτικής. Η απόφαση της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Σύγχρονη Άποψη» να απομονώσει και να αποτιμήσει δύο στιγμές της πολιτικής σταδιο-δρομίας του κ. Παπαδόπουλου, ως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως διαχειριστή του Κυπριακού, μας δίνει μια ευκαιρία αναστοχασμού με στόχο την άντληση κάποιων διδαγμάτων για την τρέχουσα συγκυρία πραγμάτων. Μας ενδιαφέρει, λοιπόν, να σκιαγραφήσουμε μια κορυφαία και μια ατυχή στιγμή του τέως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η κορυφαία στιγμή
Αναμφίβολα το διάγγελμα της 7ης Απριλίου 2004 θα σημαδεύει για πάντα την προσωπικότητα του Τάσσου Παπαδόπουλου. Αυτή είναι μια στιγμή που θα μείνει ανεξίτηλη στην συλλογική μνήμη των Κυπρίων, αλλά και θα απομνημονευτεί ως μια σημαντική στιγμή στην ιστορία του Κυπριακού προβλήματος. Αυτή η στιγμή, όμως, δεν παύει να είναι μια συμβολική στιγμή η οποία προκάλεσε έντονα συναισθήματα. Από την μια, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων της Κύπρου, όπως και μια μεγάλη μερίδα των Ελλήνων άλλων γεωγραφικών τόπων, ένιωσαν ασφάλεια και περηφάνια. Από την άλλη, μια μερίδα των Ελληνοκυπρίων και Ελλήνων άλλων γεωγραφικών τόπων, όπως και αρκετοί ξένοι πολιτικοί και διπλωμάτες, ένιωσαν οργή και απογοήτευση. Σε κορυφαίες ιστορικές στιγμές, οι πολιτικοί που αποφασίζουν να πάρουν ξεκάθαρη θέση δεν μπορούν παρά να απολαμβάνουν την εκτίμηση ανθρώπων που νιώθουν ευγνώμονες, αλλά και να δέχονται τα πυρά όλων όσοι διαφωνούν μαζί τους.
Παρόλη την συναισθηματική φόρτιση και την ισχυρή συμβολική του αξία του, το διάγγελμα δεν αποτελεί την κορυφαία στιγμή στην διαχείριση του κυπριακού προβλήματος από τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Κορυφαία στιγμή κρίνεται εκείνη όπου ο διεθνής παράγοντας παραδέχθηκε ότι το σχέδιο Ανάν δεν μπορεί να επανέλθει ως πλαίσιο λύσης του κυπριακού, αφού δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις δικαιολο-γημένες ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων. Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσιζε ομόφωνα ότι πρέπει να αναζητηθεί μια νέα διαδικασία για επίλυση του κυπριακού, η οποία να έχει ως στόχο την γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στις δύο κοινότητες, την οικοδόμηση της αναγκαίας εμπιστοσύνης και, στην συνέχεια, την αναζήτηση μιας διαρκούς και βιώσιμης λύσης στο κυπριακό. Η πολιτική του Τάσσου Παπαδόπουλου δικαιώθηκε εν μέρει όταν η Γραμματεία και κορυφαία στελέχη των Η.Ε., όπως και διπλωμάτες μεγάλων κρατών, παραδέχθηκαν ότι το σχέδιο που προτάθηκε για επίλυση του προβλήματος της Κύπρου ήταν ανισοβαρές και αναποτελεσματικό.
Μετά το δημοψήφισμα, η Κυπριακή Δημοκρατία μπήκε στην πιο δύσκολη δοκιμασία από το 1964. Με συντονισμένες ενέργειες, τρίτα μέρη άρχισαν να αμφισβητούν την κυριαρχία του κράτους και να αναζητούν τρόπους για να εξαναγκαστεί η ελληνοκυπριακή κοινότητα να αποδεχθεί το σχέδιο Ανάν, δηλαδή να το επαναφέρει σε δημοψήφισμα ως είχε. Όλα αυτά άρχισαν να τελειώνουν όταν ο ίδιος ο ΟΗΕ κατανόησε ότι το σχέδιο Ανάν δεν μπορεί να επιβληθεί στους Ελληνοκυπρίους, ενώ επίσης κράτη, όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, κατανόησαν ότι η προσπάθεια απονομιμοποίησης μέρους της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας θα οδηγούσε σε ευρύτερη αστάθεια. Στις 7 Ιουνίου 2005 ο κ. Prendergast δήλωνε στο Συμβούλιο Ασφαλείας ότι η απόρριψη του σχεδίου Ανάν από τα 3/4 των Ελληνοκυπρίων είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί και τόνισε ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν μπορούν να κληθούν να ψηφίσουν ένα σχέδιο χωρίς να έχουν εμπιστοσύνη στο κείμενο και τις πρόνοιές του. Κάλεσε τα μέλη του Σώματος να αναζητήσουν μια νέα μέθοδο προκείμενου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων, καθώς επίσης και να γεφυρωθούν οι διαφορές ανάμεσα στα δύο μέρη.
Μετά από διεργασίες αρκετών μηνών, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ συνάντησε τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Παρίσι. Παπαδόπουλος και Ανάν ανακοίνωσαν την συμφωνία των Παρισίων. Αφού διαπίστωναν την ανάγκη για σωστή προετοιμασία των συνομιλιών, οι δύο άνδρες συμφώνησαν ότι ένας νέος γύρος συνομιλιών μπορεί να αρχίσει μόνο όταν πιθανότητα συνολικής διευθέτησης θα είναι εφικτή (“within range”, όπως αναφέρεται στο κείμενο της Συμφωνίας). Αυτή ήταν η κορυφαία στιγμή στην διακυβέρνηση Τάσσου Παπαδόπουλου: η στιγμή όπου το σχέδιο Ανάν αποτελούσε παρελθόν κοινή συναινέσει και το κυπριακό έμπαινε σε μια καινούργια φάση η οποία απαιτούσε ορθή προετοιμασία των διαπραγματεύσεων για να έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Η συμφωνία των Παρισίων επισφραγίστηκε με τη συμφωνία Παπαδόπουλου-Ταλάτ στις 8 Ιουλίου 2006. Έστω και αν η τουρκική πλευρά παρουσίαζε προσκόμματα και αντιρρήσεις στην υλοποίηση αυτής της συμφωνίας, ο Τάσσος Παπαδόπουλος ένιωθε δικαιωμένος. Η διεθνής κοινότητα αποδέχθηκε τη θέση του ότι το σχέδιο Ανάν είναι παρελθόν και ότι οι διαπραγματεύσεις στο κυπριακό μπορούν να πετύχουν μόνο όταν θα έχουν προετοιμαστεί σωστά.
Η άτυχη στιγμή
Ο ίδιος ο Τάσσος Παπαδόπουλος θεωρούσε την αποδοχή της επιδιαιτησίας στις 13 Φεβρουαρίου 2004 ως μια λανθασμένη απόφαση η οποία θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Αναμφίβολα αυτή ήταν μια ατυχής στιγμή στην διακυβέρνησή του, η οποία δυστυχώς θα παραμείνει ανεξήγητη, αφού ο ίδιος ο πρωταγωνιστής έφυγε χωρίς να μιλήσει ή να γράψει γι’ αυτήν, για τις συνθήκες που επικράτησαν και το σκεπτικό του. Η αποδοχή των όρων του κ. Ανάν στην Νέα Υόρκη έθετε το Κυπριακό σε μια τελεολογική διαδικασία η οποία θα περνούσε από τρεις φάσεις: (1) Διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους δύο ηγέτες στην Κύπρο και την Ελβετία, (2) ενίσχυση των διαπραγματεύσεων με την παρουσία της Ελλάδας και της Τουρκίας και (3) επιδιαιτησία και συμπλήρωση των κενών του σχεδίου από τον κ. Ανάν, προτού αυτό τεθεί σε δύο χωριστά δημοψηφίσματα.
Η αστοχία της στιγμής δεν ήταν τόσο η αποδοχή των όρων του κ. Ανάν οι οποίοι είχαν κοινοποιηθεί με γράμμα στους ενδιαφερόμενους στις 4 Φεβρουα-ρίου 2004 αλλά η ανεπαρκής προετοιμασία για τη συνάντηση που ακολούθησε και η λανθασμένη ανάλυση των δεδομένων. Η απόφαση ήταν συλλογική, αλλά η ευθύνη βάραινε περισσότερο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Παραμένει μέχρι τώρα ανεξήγητο το γεγονός της αποδοχής εκείνων των όρων, αν λάβουμε υπόψη ότι: (α) Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ δεν είχε ούτε αρμοδιότητα αλλά ούτε και εντολές από το Συμβούλιο Ασφαλείας να θέσει τέτοιου είδους ζητήματα, (β) η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν είχε καμία επιρροή στη Γραμματεία, την ομάδα ντε Σότο και τους Βρετανούς και Αμερικάνους διπλωμάτες που ήταν αναμεμειγμένοι στη συγγραφή του σχεδίου Ανάν, (γ) δεν υπήρχαν περιθώρια διαπραγμάτευσης ούτε ένδειξη καλής θέλησης από την άλλη πλευρά, (δ) σε περίπτωση επιδιαιτησίας οι διαφορές θα λύνονταν προς όφελος της τουρκικής πλευράς και (ε) σε περίπτωση αποδοχής αυτών των όρων δεν υπήρχε καμία διέξοδος παρά η ετυμηγορία του λαού.
Ο κ. Παπαδόπουλος γνώριζε όλα αυτά τα ζητήματα και είχε ενώπιόν του γνώμες και γνωματεύσεις ειδικών. Πάνω απ’ όλα, όμως, γνώριζε ότι όλη αυτή η διαδικασία αποσκοπούσε στην υποβοήθηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Όπως επίσης γνώριζε καλά ότι η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ήταν εξασφαλισμένη και δεν επηρεαζόταν από τις οποιεσδήποτε εξελίξεις γύρω από το πολιτικό ζήτημα. Εν απουσία του ιδίου, οι αναλυτές πρέπει να απαντήσουν τα εξής ερωτήματα: Τι ήταν αυτό που τον ανάγκασε να συμφωνήσει με τους όρους του κ. Ανάν; Μήπως δεν υπολόγισε σωστά ότι η απόρριψη του σχεδίου Ανάν από τον λαό ήταν δεδομένη, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι είχε δημιουργηθεί ένα κοινωνικό ρεύμα που δεν μπορούσε να αναστραφεί; (Πρέπει να σημειώσουμε ότι και ο ΟΗΕ είχε καταγραμμένη αυτή την τάση σε δική του δημοσκόπηση). Ίσως οι συνέπειες από την απόρριψη των διαπρα-γματευτικών όρων του κ. Ανάν δηλαδή των χρονοδιαγραμμάτων και της επιδιαιτησίας θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν καλύτερα από τις συνέπειες της απόρριψης του σχεδίου. Ίσως, όμως, αν απορρίπτονταν οι όροι δεν θα μπορούσαν οι Ελληνοκύπριοι να βάλουν ένα τέλος στην λογική της επιβολής άδικης λύσης και στην αδυναμία της πολιτικής ηγεσίας να αντισταθεί σε πιέσεις τρίτων μερών. Ίσως τελικά αυτό να επικράτησε στο μυαλό του Τάσσου Παπαδόπουλου. Όλα αυτά όμως είναι ζητήματα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν στα πλαίσια του παρόντος άρθρου, αλλά χρήζουν περαιτέρω, ξεχωριστής, ανάλυσης.
