Η αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας
Τεύχος Απριλίου 2009 | Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης | Κατηγορία: ΚοινωνίαΤο ποινικό δίκαιο συνιστά ένα κλάδο του δικαίου, του οποίου οι αρχές παγκοσμίως προέκυψαν και εξελίσσονται μέσα από έντονες αντιπαραθέσεις ως προς τους σκοπούς, τα μέσα απόδειξης και τους τρόπους με τους οποίους αποδεικνύεται μια υπόθεση. Οπωσδήποτε το γεγονός ότι πρόσωπα που πιθανώς να είναι ένοχοι αθωώνονται, δεν συνιστά κάποια κυπριακή πρωτοτυπία, όπως επανειλημμένα, και εσφαλμένα, λέχθηκε αυτές τις μέρες. Το ποινικό δίκαιο θέτει ως πρωταρχικό στόχο την αποφυγή καταδίκης προσώπων που δυνατόν να είναι αθώα και σε αυτή την συλλογιστική είναι δομημένο ολόκληρο το σύστημα στα δημοκρατικά κράτη παγκοσμίως.
Για να αναφέρουμε το πιο απλό παράδειγμα: για να επιτευχθεί καταδίκη απαιτείται η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό σημαίνει ότι μια πληθώρα κατηγορουμένων που είναι κατά πάσα πιθανότητα ένοχοι ή σχεδόν σίγουρα ένοχοι, θα πρέπει να αθωώνονται. Και αυτό διότι το βάρος απόδειξης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτό δεν είναι κυπριακό φαινόμενο. Την ίδια μέρα που εκδιδόταν η κυπριακή απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, δικαστήριο στην Αγγλία αθώωνε κατηγορούμενο διότι δεν μπορούσε να γνωρίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας κατά πόσο το αδίκημα τελέστηκε από τον ίδιο ή από τον δίδυμο αδελφό του. Το αγγλικό δικαστήριο γνώριζε ότι ένας εκ των δύο είχε τελέσει το αδίκημα, αλλά δεν γνώριζε ποιος από τους δύο. Αποτέλεσμα ήταν η αθώωση αμφοτέρων των κατηγορουμένων. Καμιά διαδήλωση ή πορεία διαμαρτυρίας δεν έγινε, ούτε και πολιτικοί αρχηγοί δήλωσαν ότι η απόφαση είναι ατυχής χωρίς να την διαβάσουν, ούτε και δημοσιογράφοι έγραψαν ότι η δικαιοσύνη στην Αγγλία είναι παρωδία.
Το γεγονός βέβαια ότι το ποινικό δίκαιο είναι σχεδιασμένο για να αθωώνει και όχι για να καταδικάζει ή η εφαρμογή του δεν είναι υπεράνω κριτικής. Κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε κριτική και να διαφωνεί με τις αποφάσεις ενός Δικαστηρίου. Σε όλα τα κράτη γίνεται σοβαρή επιστημονική έρευνα με σκοπό να ευρεθούν τα προβλήματα του ισχύοντος συστήματος απονομής δικαιοσύνης στον τομέα του ποινικού δικαίου και να επιλυθούν (αριστουργηματικό παράδειγμα η πρόσφατη μελέτη του Larry Laudan, Truth, Error and Criminal Law, Cambridge University Press, 2006).
Η κριτική είναι επομένως καλοδεχούμενη από όποιον και αν προέρχεται. Οι δικαστές εξέδωσαν μια απόφαση 158 σελίδων. Αν αυτή είναι ορθή ή εσφαλμένη θα κριθεί μετά από μελέτη της απόφασης και των εκατέρωθεν νομικών ισχυρισμών. Αυθεντικά πάντως θα κριθεί στα δικαστήρια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο οποιοσδήποτε δεν έχει την δυνατότητα ή και το δικαίωμα να διαφωνήσει με τις αποφάσεις των δικαστηρίων. Όσοι είμαστε επαγγελματίες ή ακαδημαϊκοί, διαφωνούμε καθημερινά με αποφάσεις των δικαστηρίων και ασκούμε συχνά κριτική. Τα ίδια τα δικαστήρια διαφωνούν μεταξύ τους και συχνά ασκούν κριτική στις αποφάσεις άλλων δικαστηρίων, ακόμα και στο ανώτατο επίπεδο της δικαστικής εξουσίας. Αν υπάρχει μια βεβαιότητα στην ζωή, αυτή είναι πως η απόλυτη ορθότητα δεν είναι προνόμιο κανενός μας.
Εκείνο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από ένα δημοκράτη και είναι πολύ πιο επικίνδυνο για την δημοκρατία από την όποια αθωωτική απόφαση, είναι ο προπηλακισμός και η αναγωγή δικαστών σε στόχους μέσα από την αναγραφή των ονομάτων τους στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων στην λογική «ιδού οι ένοχοι». Διαβάζουμε να αναφέρονται ως αδιάσειστα τεκμήρια τα πορίσματα προσώπων που δεν ακολουθούν το κατ’ αντιμωλίαν δικαστηριακό σύστημα, σύστημα που παγκοσμίως έχει επικρατήσει. Ακούμε δηλώσεις που σχολιάζουν την απόφαση ως κυπριακή μοναδικότητα, την στιγμή που παρόμοιες αποφάσεις εκδίδονται αρκετά συχνά σε όλη την Ευρώπη. Βλέπουμε πολιτικά πρόσωπα που ουδέποτε ασχολήθηκαν με την υπόθεση, δεν γνωρίζουν τις πτυχές της και ουδέποτε διάβασαν την απόφαση, να έχουν τεκμηριωμένες θέσεις επ’ αυτής και να την χαρακτηρίζουν ως ατυχή.
Ο ανθρώπινος πόνος των θυμάτων δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Καθημερινά πληθώρα ανθρώπων αδικείται (ή θεωρεί ότι αδικείται) από δικαστικές αποφάσεις ή από νομοθετικές διατάξεις. Κανένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν κατόρθωσε και δεν θα κατορθώσει να μην αδικεί. Επομένως τα θύματα θα πρέπει να στηριχθούν και η κοινωνία να αναζητήσει μεθόδους για να προστατευθούν τα θύματα και να τιμωρούνται οι αδικοπραγούντες. Αυτό όμως δεν θα γίνει μέσα από τον εκφοβισμό ή τον χλευασμό των δικαστών ή του δικαστικού συστήματος, ούτε και μέσα από τον λαϊκισμό. Ο πολίτης εξακολουθεί να έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να βρει το δίκαιό του μέσα από το δικαστικό σύστημα και κρινόμενος από ένα ανεξάρτητο τρίτο.
Email: aaimilianides@yahoo.com
