Ένας χρόνος ΆΠΟΨΗ
Τεύχος Απριλίου 2009 | Κατηγορία: ΦάκελοςΤο κυπριακό πρόβλημα
Όπως είναι φυσικό σε κάθε τεύχος της «Σύγχρονης Άποψης» υπήρξαν εκτενή αφιερώματα για τις εξελίξεις στο κυπριακό πρόβλημα. Ήδη από το πρώτο τεύχος του περιοδικού, στον φάκελο με τίτλο «Η επόμενη μέρα στο κυπριακό», ο Σάββας Ιακωβίδης σημείωνε ότι:
«Ο Δ. Χριστόφιας διακηρύσσει ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει, ούτε να αποδεχθεί θέσεις απαράδεκτες που απέρριψε ο λαός. Χάσμα δυσθεώρητον χωρίζει τις θέσεις των δύο πλευρών. Πώς θα γίνει διάλογος με αυτό το δεδομένο; Ο νέος Πρόεδρος υποστήριξε ότι θα αγωνιστεί για να αναγκάσει την επεκτατική Τουρκία να εγκαταλείψει την πολιτική της σε βάρος της Κύπρου. Δεν εξήγησε όμως με ποιον τρόπο θα ‘γωνιάσει’ την Τουρκία. Ο Δ. Χριστόφιας θα υποχρεωθεί πολύ σύντομα να αποβάλει και αυτός τις ψευδαισθήσεις που τρέφει για την τουρκική πολιτική».
Οι θέσεις του δεν άργησαν να επαληθευθούν. Τον Οκτώβριο του 2008, ο Λουκάς Φουρλάς παρατηρούσε:
«Όπως αποδείχθηκε, οι κινήσεις καλής θέλησης από τη δική μας πλευρά δεν αλλάζουν και πολύ τις αδιάλλακτες τουρκικές θέσεις. Φίλος από τα παλιά ο κ. Ταλάτ δεν λέω, έχει προβλήματα με την αντιπολίτευση στα κατεχόμενα και το έχει παράπονο ότι ο Πρόεδρος Χριστόφιας δεν έχει, κατανοητή η προσπάθεια να τον βοηθήσουμε και να μην τον δυσκολεύουμε τον άνθρωπο, αλλά το έχει παρακάνει και ίσως θα πρέπει να λάβει ένα μήνυμα. Απευθείας από τον πρόεδρο Χριστόφια ο οποίος επανα-λαμβάνω, θα πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη το τι απέρριψε ο λαός το 2004, προκειμένου να μην οδηγηθεί και αυτή η προσπάθεια σε ναυάγιο».
Αλλά και στο τεύχος Νοεμβρίου, ο Κορνήλιος Χατζηκώστας σημείωνε εμφατικά ότι:
«Με την ανερμάτιστη αυτή πολιτική μας, με τις συνεχείς υποχωρήσεις μας, οι οποίες υποτίθεται έχουν ως ανεπιτυχή στόχο να εξευμενίσουν τον κατακτητή, πώς μπορούμε να επαναφέρουμε το Κυπριακό στις σωστές του διαστάσεις ως θέμα εισβολής και κατοχής; Η επιδίωξη για ανάκληση του ψευδοκράτους, μια θέση που υιοθέτησε το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας, φαντάζει κάτι σαν άπιαστο όνειρο. Όπως, όμως, άπιαστο όνειρο -εφιάλτης, μάλλον- είναι τελικά και η επιδίωξη της «οδυνηρής υποχώρησης» της ομοσπονδίας. Κι όλα αυτά, επειδή ξεφύγαμε από θέσεις αρχών πιστεύοντας ότι θα δοθεί τέλος στο πρόβλημα για να διαψευσθούμε, όμως, οικτρώς. Ας συνέλθουμε, λοιπόν, αφού ποτέ δεν είναι αργά…»
Η αξιολόγηση του ενός χρόνου διακυβέρνησης Χριστόφια, δεν μπορούσε παρά να συνάδει με τις προαναφερόμενες εκτιμήσεις. Αποτιμώντας τον ένα χρόνο διακυβέρνησης Χριστόφια στο κυπριακό, ο εκ των συντακτών του περιοδικού Γιώργος Κέντας σημείωνε ότι:
«Επί της ουσίας οι θέσεις του κ. Χριστόφια για «ανανέωση του συνεταιρισμού στην Κύπρο», σύσταση «δύο συνιστώντων κρατών» και «παραμονή 50.000 εποίκων» θεωρούνται κεκτημένα για την τουρκοκυπριακή πλευρά, χωρίς κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα προς την ελληνοκυπριακή πλευρά, ούτε καν σε συμβολικό επίπεδο. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι η διάθεση για διαλλακτικές θέσεις έφερε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Σε τελική ανάλυση, ο πρώτος χρόνος της διακυβέρνησης Χριστόφια αναλώθηκε σε μια διαδικασία προ-σαρμογής στα δεδομένα και σε αναζήτηση καλού κλίματος. Ο δεύτερος χρόνος θα είναι σίγουρα πιο δύσκολος, αφού η διαδικασία απομυθοποίησης «φίλων» και «συντρόφων» θα συνεχιστεί, ενώ το 2009 θα σημάνει την έναρξη εξωτερικού παρεμβατισμού και πιέσεων».
Οι προοπτικές επίλυσης
Η αξιολόγηση των προοπτικών επίλυσης του κυπριακού ξεκινά μέσα από την κατάρριψη των ιδεολογημάτων της απλής διακοινοτικής διαφοράς. Στο τεύχος Μαΐου, ο βουλευτής Ανδρέας Αγγελίδης παρατηρούσε, με αφορμή τα πέντε χρόνια από την διάνοιξη των οδοφραγμάτων, πως:
«Πρέπει λοιπόν να υπενθυμίσουμε εκ νέου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι εμείς δεν ξεχάσαμε ότι στην Κύπρο υπάρχει ένα διεθνές πρόβλημα παράνομης εισβολής, κατοχής και εποικισμού σε βάρος μιας χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μόνο που ζητούμε, για όλους τους νόμιμους πολίτες της Κύπρου, είναι τα ίδια κοινά και ίσα δικαιώματα και ελευθερίες, που έχουν όλοι οι άλλοι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ουδείς θα μας προσφέρει κάτι πέραν από ό,τι εμείς διεκδικούμε».
Οι θέσεις της «Άποψης» υπήρξαν από την αρχή ξεκάθαρες. Στο Εκδοτικό Σημείωμα του τεύχους Ιουνίου σημειώναμε ότι:
«Δεν μπορεί από τη μια να επιμένουμε και ορθά στην κατάρριψη του μύθου ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν μπορούν να ζήσουν μαζί, ενώ την ίδια στιγμή να εμμένουμε στη δημιουργία δύο χωριστών εδαφικών οντοτήτων, στις οποίες η διακίνηση και η αγορά περιουσίας θα είναι περιορισμένη, στην οποία θα υπάρχουν χωριστά εκλογικά δικαιώματα, παραμονή του συνόλου των εποίκων και διατήρηση των εγγυητριών δυνάμεων, κατά τρόπο που να στηρίζει τους εθνικιστές και να
καθιστά τους Τουρκοκύπριους αιχμαλώτους των τουρκικών γεωστρατηγικών συμφερόντων στο διηνεκές».
Όπως παρατηρούσε ο Αρχισυντάκτης του περιοδικού, Μιχάλης Κοντός, στο τεύχος Ιανουαρίου:
«Ποιες λοιπόν οι προοπτικές επιτυχούς κατάληξης της τρέχουσας πρωτοβουλίας για την επίλυση του κυπριακού, αν λάβουμε υπόψη τις πιο πάνω παραδοχές; Ο διάλογος ως τέτοιος φυσικά και είναι απαραίτητος για την επίλυση προβλημάτων. Ο διάλογος όμως δεν μπορεί να είναι ο αυτοσκοπός. Αυτοσκοπός πρέπει να είναι η λύση του κυπριακού. Όχι όμως χάριν της λύσης, αλλά χάριν της επίρρωσης αρχών: Ανθρώπινα δικαιώματα, βασικές ελευθερίες, ασφάλεια. Όσο όμως απουσιάζει το στοιχείο του κοινού κυπριακού συμφέροντος, λύση χωρίς την υποβάθμιση των θεμελιωδών επιδιώξεων της μιας εκ των δύο πλευρών δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί. Εάν το σύνθημα «λύση από τους Κύπριους για τους Κύπριους» εμπερικλείει την ανιδιοτελή φιλοδοξία για μια δίκαιη διευθέτηση, χωρίς σκιές ως προς τις πιο πάνω αρχές, τότε η επιλογή είναι δεδομένη: Μια ολοκληρωμένη στρατηγική εκμετάλλευσης όλων των διατιθέμενων πολιτικών και διπλωματικών μέσων, με σκοπό την άσκηση πιέσεων επί της Τουρκίας και με τελικό ζητούμενο την αποτελεσματική αύξηση του κόστους συνέχισης των ηγεμονικών της αξιώσεων στην Κύπρο».
Τα μεγάλα αγκάθια του κυπριακού
Η ανάλυση του κυπριακού όμως δεν σταματά στην τρέχουσα επικαιρότητα. Με μεγάλα αφιερώματα, η «Άποψη» ασχολήθηκε εκτεταμένα με τα καίρια ζητήματα κάθε διαπραγμάτευσης του κυπριακού προβλήματος. Στο τεύχος Ιουνίου 2008 ανοίξαμε το κεφάλαιο του περιουσιακού, επισημαίνοντας ότι:
«Μετά την απόφαση στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή, πρώτιστο στόχο της κυπριακής πλευράς θα έπρεπε να αποτελεί η άσκηση πιέσεων για την άμεση εφαρμογή της Τέταρτης Διακρατικής Προσφυγής και η συμπερίληψή της στα κριτήρια της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, κάτι το οποίο, με την συνενοχή τριών συνεχόμενων κυβερνήσεων, δεν επιτεύχθηκε, ούτε και επιδιώχθηκε».
Σε συνέντευξη του, ο Λουκής Λουκαΐδης, τέως δικαστής της Κύπρου στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστήριζε πως:
«Αντί όμως να αξιοποιηθεί η απόφαση προς όλες τις κατευθύνσεις, περιλαμβανομένου και του ΟΗΕ, καταλήξαμε στην φάση αυτή να παραμερισθεί η απόφαση από το σχέδιο του ΓΓ του ΟΗΕ, το οποίο μάλιστα προνοούσε διευθετήσεις του κυπριακού ασυμβίβαστες με τις διαπιστώσεις της απόφασης, περιλαμβανομένης και της ευθύνης της Τουρκίας, σε σημείο που όλες τις υποχρεώσεις της Τουρκίας που προέκυπταν σύμφωνα με την απόφαση τις αναλάμβανε το νέο Κυπριακό κράτος και κυρίως τα θύματα, δηλαδή οι Ελληνοκύπριοι. Η ζημιά που έγινε με το σχέδιο αυτό στο δεδικασμένο της απόφασης ήταν τεράστια. Μάλιστα το σχέδιο εξέπεμπε το μήνυμα στην Ευρώπη και στο ΕΔΑΔ ότι η απόφασή του δεν είχε σημασία και ότι η ελληνοκυπριακή ηγεσία, πολιτική και νομική, άλλαζαν πορεία και απομακρύνονταν από την εκτέλεση της από-φασης».
Στο τεύχος Ιουλίου συνεχίσαμε τα μεγάλα κεφάλαια του κυπριακού, με «Φάκελο» για τον εποικισμό. Ο Σάββας Κόκκινος κατέληγε ότι:
«Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θέτει αποφασιστικά και πειστικά το ζήτημα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η ρητορική των κυβερνήσεών της, που πολλές φορές αναπτύσσεται για το θέμα, δεν ακολουθείται από μια μεθοδική και σταθερή στρατηγική στοχοθέτηση. Η τουρκική επιμονή στην παραβίαση των διεθνών κανόνων που διέπουν το ζήτημα, ως και οι απειλές και οι εκβιασμοί της Άγκυρας και των συμμάχων της, φαίνεται να συμπαρασύρουν την Κυπριακή Δημοκρατία να αποφεύγει να αναφέρει το θέμα ή να μην του δίνει την απαραίτητη σημασία, με αποτέλεσμα οι προσπάθειες του OHE να το παρακάμπτουν, παρόλον ότι επηρεάζει ουσιαστικά και άμεσα τις τέσσερις άλλες πτυχές του συνολικού ζητήματος: Εδαφικό, συνταγματικό, περιουσιακό και ασφάλειας. Η ένοχη αυτή σιωπή είναι επίσης έγκλημα και πρέπει να στιγματισθεί, για να πάψει να υφίσταται και να εξυπηρετεί τα τουρκικά παράνομα σχέδια».
Ο Alfred de Zayas εξάλλου, πρώην Γραμματέας της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, απαντώντας σε ερώτημα κατά πόσον μια λύση στην λογική του σχεδίου Ανάν, θα αντιμετώπιζε με ικανοποιητικό τρόπο το θέμα των εποίκων, σημείωσε:
«Σε καμιά περίπτωση! Το σχέδιο Ανάν είναι νεκρό και θαμμένο και δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να το αναστήσουμε σε οποιαδήποτε μορφή. Οι κακές ιδέες και ιδιαίτερα εκείνες που έχουν απορριφθεί σε δημοκρατικά δημοψηφίσματα δεν πρέπει να ανακυκλώνονται».
Στο τεύχος Σεπτεμβρίου συνεχίσαμε με το ζήτημα της ασφάλειας ως παράμετρο λύσης του κυπριακού. Ο Φοίβος Κλόκκαρης τόνιζε πως:
«Οι Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας του 1960 λειτούργησαν καταστροφικά για τη Κύπρο. Η Τουρκία τις εκμεταλλεύθηκε για την προώθηση των συμφερόντων της σε βάρος της Κύπρου, όπως έπραξε το 1964 με τους βομβαρδισμούς Τυλληρίας και το 1974 με την εισβολή, κατοχή και εποικισμό. Οι διατάξεις τους αντίκεινται προς το διεθνές δίκαιο. Το άρθρο IV της Συνθήκης Εγγυήσεως περί μονομερούς επεμβάσεως δεν συνάδει προς το άρθρο 2(4) του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ περί απειλής ή χρήσης βίας. Η διατήρηση των συνθηκών θα αποτελεί μόνιμη πηγή ανωμαλίας και κηδεμόνευσης και θα εξυπηρετεί τον στρατηγικό στόχο της Άγκυρας για έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου».
S-300 και Ζυρίχη
Δύο επέτειοι σημαντικών στιγμών της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου, τα δέκα χρόνια από την απόφαση για μη κάθοδο των πυραύλων S-300 και τα πενηντάχρονα από τις Συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου, αντιμετωπίστηκαν με εκτεταμένα αφιερώματα στα τεύχη Δεκεμβρίου και Φεβρουαρίου αντίστοιχα. Αναλύοντας το ζήτημα των S-300, ο Λάζαρος Μαύρος παρατηρεί:
«Η πρώτη ήττα που βιώθηκε ως οδυνηρή εθνική ταπείνωση, προκλήθηκε στις 29.12.1998 με την απόφαση των κυβερνήσεων Σημίτη-Κληρίδη να υποταχθούν στη βούληση της Τουρκίας, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βρετανίας κ.ά. για την ακύρωση του προγράμματος ενδυνάμωσης της αντιαεροπορικής άμυνας της Κύπρου, με την «εξορία» των αγορασθέντων ρωσικών αντια-εροπορικών πυραύλων S-300 στην Κρήτη. Τα χειρότερα θα ακολουθούσαν».
Παράλληλα παρουσιάζεται έγγραφο με το οποίο αποκαλύπτεται ότι ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης είχε δεσμευθεί στην αμερικανική κυβέρνηση ότι οι S-300 δεν θα έρχονταν ποτέ στην Κύπρο, ήδη από τον Ιανουάριο του 1997, δηλαδή πολύ πριν από τις Προεδρικές Εκλογές του 1998 όταν και έδινε τον λόγο του πως οι ρωσικοί πύραυλοι θα έρχονταν στην Κύπρο. Ο Ειδικός Συνεργάτης του περιοδικού σημείωνε πως:
«Η πραγματικότητα είναι πως οι S-300 ήταν για τον Κληρίδη, εξ αρχής ένα πολιτικό πυροτέχνημα, μια απάτη που είχε ένα και μοναδικό σκοπό: Την συμφωνία με τις ΗΠΑ όπως κινητοποιηθούν στο κυπριακό έναντι της απόσυρσης των S-300 και την έναρξη εκ του σύνεγγυς συνομιλιών με τον Ντενκτάς. Ο Κληρίδης γνώριζε πως οι ρωσικοί πύραυλοι δεν θα έρχονταν ποτέ στην Κύπρο και ξεγέλασε τον κυπριακό λαό, εξασφαλίζοντας μια δεύτερη θητεία, στην οποία θα διαπραγματευόταν στην λογική του καλού παιδιού που δέχθηκε να μην φέρει τους S-300 ώστε να ικανοποιήσει τους ισχυρούς δυτικο-ευρωπαίους. Ο Κληρίδης πίστευε, όπως πάντα, ότι το καλό παιδί δικαιούται ανταλλάγματα και θεώρησε ότι τα πήρε με το Ελσίνκι και την έναρξη των εκ του σύνεγγυς συνομιλιών. Η πολιτική Κληρίδη υπήρξε επομένως πολύ συγκεκριμένη και εξ αρχής είχε πολύ καθορισμένο στόχο: Το σχέδιο Ανάν (ανεξαρτήτως ονομασίας)».
Στο αφιέρωμα για τις Συμφωνίες της Ζυρίχης, παρουσιαζόταν η ανώμαλη εφαρμογή του ζυριχικού μοντέλου και γινόταν κατανοητό ότι μια κακή λύση, όπως οι συμφωνίες της Ζυρίχης δεν θα μπορούσε παρά να οδηγήσει ξανά σε προβλήματα. Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος τόνιζε πως:
«Ήδη το σχέδιο Ανάν ήτανε το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί. Διότι υπήγαγε τον κυπριακό ελληνισμό σε ξένους δικαστές, του αποστερούσε το δικαίωμα και το μέσον της αυτοάμυνας που είναι ο στρατός. Στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για κράτος, αλλά για προτεκτοράτο της κακιάς ώρας. Θα δημιουργούταν έτσι μια κατάσταση πολύ χειρότερη από αυτήν που υπήρχε το 1960. Όταν δηλαδή οι συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου είχαν εγγράψει μέσα στο DNA τους και τις διακοινοτικές του 1963 και την εισβολή του 1974. Η εγγλέζικη, η τουρκική και η αμερικανική διπλωματία γίνεται με μακροχρόνια στόχευση και για να πετύχουν τους στόχους τους. Εδώ φοβούμαι ότι αυτό που κάνουμε είναι να προσπαθούμε να βρούμε έναν αξιοπρεπή τρόπο για να παραδωθούμε. Δεν υπάρχει λοιπόν δυνατότητα αυτή την στιγμή αξιοπρεπούς λύσης, γιατί δεν έχουμε κάνει τίποτα για να δημιουργήσουμε αυτή την δυνατότητα».
Σε συνέντευξή του εξάλλου, ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Λιλλήκας σημείωνε ότι:
«Όσο σοβαρά κι αν είναι τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργηθούν με την πάροδο του χρόνου, δεν μπορεί να συγκριθούν με τις επιπτώσεις μιας κακής λύσης. Τα προβλήματα του χρόνου με μια σωστή πολιτική και στρατηγική μπορούν να αναχαιτιστούν ή και να ανατραπούν. Οι συνέπειες μιας κακής λύσης που φέρει την υπογραφή μας και έχει την έγκριση από τον λαό, είναι μη αναστρέψιμες. Αν για παράδειγμα δεχθούμε την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την δημιουργία ενός νέου συνεταιριστικού κράτους και η συμφωνία καταρρεύσει δεν θα μπορούμε να επανακτήσουμε τη Κυπριακή Δημοκρατία. Μια κακή λύση μπορεί να είναι καταστροφική».
