Γράφει:

Ανάλυση: Ο μεγαλύτερος Έλληνας αθλητής όλων των εποχών

Όταν συζητούμε για τους μεγαλύτερους αθλητές όλων των εποχών σε κάποιο άθλημα, πάντα υπάρχει ένα στοιχείο αυθαιρεσίας. Η σύγκριση μεταξύ ανόμοιων εποχών είναι εκ των πραγμάτων υποκειμενική. Πόσο μάλλον όταν η σύγκριση γίνεται μεταξύ διαφορετικών αθλημάτων.

Σε ότι αφορά στους Αρχαίους Έλληνες αθλητές, όπως ο Θεαγένης από την Θάσο, ο Λεωνίδας και ο Διαγόρας από την Ρόδο, ο Μίλων και ο Αστύλος από τον Κρότωνα, ο Πολυδάμας από την Σκοτούσσα, ο Μελαγκόμας από την Καρία και ο Ηρόδωρος από τα Μέγαρα, οι πληροφορίες είναι ελάχιστες. Εκείνο όμως που είναι βέβαιο είναι ότι η σημασία τους είναι συγκριτικά ελάχιστη μπροστά στην κληρονομιά άλλων σημαντικών αρχαίων προγόνων. Ο Σπύρος Λούης, του οποίου το όνομα έγινε τμήμα της γλώσσας μετά τον θρίαμβο στον Μαραθώνιο του 1896, υπήρξε οπωσδήποτε σύμβολο του ελληνικού αθλητισμού. Αλλά ο θρύλος του συνδέθηκε μάλλον με το ιστορικό γεγονός της διοργάνωσης των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων από την Αθήνα, παρά με το αθλητικό του μεγαλείο.

Ο θρυλικός Κωνσταντίνος Τσικλητήρας, που πέθανε ως εθελοντής στους Βαλκανικούς Αγώνες, έχοντας κατακτήσει στις αρχές του αιώνα ένα χρυσό, δύο αργυρά και ένα χάλκινο στα άλματα άνευ φοράς, είναι οπωσδήποτε μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού αθλητισμού. Το ίδιο και οι υπόλοιποι αξιόλογοι Ολυμπιονίκες της Ελλάδας, με προεξάρχοντα τον Νίκο Κακλαμανάκη. Κανένας όμως από αυτούς δεν κατάφερε να γίνει σύμβολο ενός ολόκληρου λαού. Το κατάφερε ο Θοδωρής Ζαγοράκης μετά τον θρίαμβο του 2004, όταν η εθνική Ελλάδας κατέκτησε το Euro. Αλλά ο Ζαγοράκης και η ομάδα του Euro, παρά την αναπάντεχη χαρά που χάρισε σε όλους τους Έλληνες, δεν κατάφερε να συμβολίσει την άνοδο του ελληνικού ποδοσφαίρου ή του ελληνικού αθλητισμού ή και της Ελλάδας γενικότερα. Περαιτέρω ο Ζαγοράκης δεν κατάφερε να είναι πανευρωπαϊκά στην κορυφή για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο Πύρρος Δήμας είναι οπωσδήποτε ένα πρόσωπο που δικαιολογημένα θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο του κορυφαίου. Με τρία διαδοχικά χρυσά μετάλλια σε Ολυμπιακούς Αγώνες από το 1992 μέχρι το 2000 και ένα χάλκινο το 2004, για το οποίο γνώρισε την αποθέωση από τους Έλληνες θεατές, κάτοχος παγκόσμιων και ευρωπαϊκών τίτλων και παγκόσμιων ρεκόρ, ο Βορειοηπειρώτης αρσιβα-ρίστας μπορεί να θεωρηθεί ως η μεγαλύτερη φυσιογνωμία στην ιστορία του αθλήματος της άρσης βαρών παγκοσμίως. Ηγέτης της χρυσής παρουσίας της Ελλάδας σε Ολυμπιακούς Αγώνες που ξεκίνησε από τους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης του 1992 και κορυφώθηκε στους Αγώνες της Αθήνας του 2004, ο Πύρρος υπήρξε ο σημαιοφόρος της Ελλάδας και το πρόσωπο του ελληνικού αθλητισμού για περισσότερο από μια δεκαετία.

Έχοντας πει τα πιο πάνω, δεν έχω προσωπικά καμιά δυσκολία να υποστηρίξω ότι ο μεγαλύτερος αθλητής που ανέδειξε η Ελλάδα ήταν ο Νίκος Γκάλης, ο αθλητής που άλλαξε την πορεία της ελληνικής καλαθόσφαιρας και του ελληνικού αθλητισμού. Φέτος συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από τον ερχομό του Νίκου Γκάλη στην Ελλάδα. Στην τελευταία χρονιά του στο κολεγιακό μπάσκετ με μέσο όρο πόντων 27.5, ο Νίκος Γεωργαλής, ήταν τρίτος σκόρερ ολόκληρου του NCAA πίσω από τον θρυλικό Larry Bird. Η απουσία ισάξιων συμπαικτών στο μικρό κολέγιο του Σίτον Χολ του αποστέρησε μια ψηλή θέση στα draft, ενώ ένας τραυματισμός κατά την προετοιμασία περιόρισε το ενδιαφέρον των Boston Celtics για το πρόσωπό του. Ο Γεωργαλής Γκάλης, υπογράφει το 1979 συμβόλαιο με τον Άρη Θεσσαλονίκης και έρχεται στην Ελλάδα. Και ο Γκάλης πείθει μια ολόκληρη χώρα ότι μπορεί να κατακτήσει τα πάντα.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την αποχώρηση του Γκάλη, η κληρονομιά του παραμένει εμφανής. Έκτοτε, η περιορισμένων καλαθοσφαιρικών δυνατοτήτων Ελλάδα, έχει πάντοτε μια πρωταγωνιστική παρουσία στις μεγάλες ευρωπαϊκές και διεθνείς διοργανώσεις, σε ένα από τα πλέον ανταγωνιστικά αθλήματα, κατά τρόπο ώστε η μη κατάκτηση μεταλλίου να θεωρείται ως αποτυχία. Ο Γκάλης ήταν ο αθλητής που, πριν τον Πύρρο και σε ένα πολύ πιο προβεβλημένο άθλημα, έπεισε τους Έλληνες ότι μπορούν να πρωταγωνιστήσουν. Τερματίζοντας την καριέρα του με μέσο όρο 30.4 πόντους ανά αγώνα (και 32.8 πόντους ανά αγώνα μετά τα κολεγιακά του χρόνια), κατέκτησε οκτώ πρωταθλήματα και επτά κύπελλα με τον Άρη Θεσσαλονίκης την δεκαετία του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, σε μια εποχή που όλη η Ελλάδα ήταν οπαδοί του Άρη.

Από το 1980 ως το 1992 τερμάτισε δεκατρείς συνεχόμενες φορές πρώτος σκόρερ στο ελληνικό πρωτάθλημα, ενώ τερμάτισε τέσσερις συνεχόμενες φορές πρώτος στις ασίστ στις αρχές της δεκαετίας του 1990, πρώτος σκόρερ σε τέσσερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα καλαθόσφαιρας (1983, 1987, 1989, 1991) και σε ένα παγκόσμιο (1986), πρώτος σκόρερ στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα συλλόγων, στην ιστορία του ελληνικού πρωταθλήματος και κυπέλλου, πρώτος στις ασίστ στην ευρωλίγκα το 1994, πολυτιμότερος παίκτης του ευρωμπάσκετ του 1987 και στις κορυφαίες πεντάδες του 1989 και του 1991, παίκτης της χρονιάς του 1987 στην Ευρώπη, εκλέχθηκε το 2008 ως ένας από τους 35 κορυφαίους καλαθοσφαιριστές όλων των εποχών από την Ευρωλίγκα. Το 2007 ήταν ένας από τους δεκαέξι πρώτους καλαθοσφαιριστές που εντάχθηκε στο FIBA Hall of Fame που περιλαμβάνει τους μεγαλύτερους αθλητές στην ιστορία του αθλήματος. Η γενιά του 2007 περιλάμβανε αθλητές θρύλους, όπως ο Bill Russell, o Drazen Petrovic, o Krezimir Cosic, ο Sergei Belov, ο Fernando Martin, ο Radivoj Korac, ο Drazen Dalipagic και φυσικά ο Nick the Greek, Galis.

Η σημασία του Γκάλη όμως, για τον ελληνικό αθλητισμό δεν τελειώνει με τους τίτλους και τις διακρίσεις. Η μεγαλύτερη σημασία του Γκάλη ήταν πως έκανε τους Έλληνες να πιστέψουν πως μπορούν. Με ύψος μόλις 1.83 σε ένα άθλημα γιγάντων, ο Γκάλης επέμενε να σκοράρει κάτω από το καλάθι, αναγκάζοντας τον ύψους 2.23 Σαμπόνις να παραδεχθεί πως δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσεις τον Γκάλη όταν αποφασίζει να σκοράρει. Ο Γκάλης υπήρξε σύμβολο της αγωνιστικότητας, της δυνατότητας να υπερβείς τον εαυτό σου, της ικανότητας να πιστέψεις στον εαυτό σου και να υπερβείς τα στενά όρια της γεωγραφίας και της οικονομίας. Κυρίως υπήρξε πρότυπο του επαγγελματισμού και της σταθερότητας. Της σημασίας της επιμονής και της συνέχειας. Ο Γκάλης δεν κέρδιζε διότι μάγευε τους αντιπάλους ή στεκόταν τυχερός. Δεν ήταν θαύμα της μιας μέρας που την επομένη θα χανόταν. Ο Γκάλης έδειξε τι σημαίνει να γίνεσαι συνέχεια καλύτερος και να κερδίζεις διότι είσαι ο καλύτερος. Όχι διότι και «η μικρή Ελλαδίτσα μπορεί», αλλά διότι μπορούμε να αλλάζουμε μπαλιές και να είμαστε πια πρωταθλητές. Για αυτό ο Γκάλης είναι ασυζητητί, ο καλύτερος Έλληνας αθλητής όλων των εποχών.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>