Γράφει: Μαρία Υψηλάντη
Τα κακώς κείμενα: Η βαρβαρότητα του οχήματος
Αν και το πρόβλημα, όπως το διατυπώνει ο παραπάνω τίτλος, θεωρώ ότι είναι πασιφανές και αυταπόδεικτο, εν τούτοις θα εκθέσω τις διάφορες παραμέτρους του όπως αυτές είναι έκδηλες στην Κυπριακή κοινωνία. Είναι γνωστό ότι η εξάρτηση του Κυπρίου από το αυτοκίνητο είναι πρωτοφανής στα πανευρωπαϊκά δεδο-μένα, με μέσο όρο κατοχής αυτοκινήτων ανά οικογένεια λίγο πάνω από τρία. Αλληλένδετη, και ευρισκόμενη σε φαύλο κύκλο αιτίου-αιτιατού, με αυτήν την βαρβαρότητα είναι και η απουσία επαρκών συγκοινωνιακών υποδομών. Και συμπληρωματικό στοιχείο αυτής της ελεεινής εικόνας είναι η ανυπαρξία πεζοδρομίων στις Κυπριακές πόλεις και κατά κύριο λόγο στην Λευκωσία, που οι δρόμοι της, εκτός από ελάχιστες αρτηρίες, έχουν στις πλευρές τους μισό περίπου μέτρο χαλίκι (στην καλύτερη περί-πτωση), ή (συνήθως) χώμα, που τον χειμώνα μετατρέπεται σε λασπόνερο. Η παράλογη, υπό φυσιολογικές συνθήκες, αδιαφορία της πολιτείας να μεριμνήσει για τέτοιες στοιχειώδεις υποδομές σε ένα κράτος που θέλει να λέγεται και να είναι πολιτισμένο εξηγείται από την ιδιάζουσα κατάσταση του ημικατεχόμενου αυτού τόπου του οποίου η προβληματική, με την παρούσα μορφή, υπόσταση και το επί πολλά έτη φλέγον προσφυγικό ζήτημα τον εμπόδισε να εξελιχθεί ομαλά όπως όλα τα ανεπτυγμένα κράτη του κόσμου.
Ασφαλώς αυτή η εξήγηση δεν αναιρεί την διαπίστωση ότι, ακόμα και αν λάβουμε υπ’ όψιν μας τους ιστορικούς λόγους που οδήγησαν σε αυτήν, η σημερινή κατάσταση της Κύπρου σε σχέση με το εν λόγω πρόβλημα είναι επιεικώς απαράδεκτη. Απαράδεκτη είναι και η συγκριτική προτεραιότητα που έδωσε η πολιτεία σε άλλους τομείς της κρατικής ανάπτυξης, που, ενώ είναι και αυτοί φυσικά απαραίτητοι, δεν προηγούνται κατά καμμιά λογική της ικανοποίησης της στοιχειωδέστερης ανάγκης του ανθρώπου: Να μπορεί να π ε ρ π α τ ά, δικαιώ-ματος τόσο προφανούς όσο η αναπνοή και ο ύπνος. Απαράδεκτη είναι και η αδιαφορία της κυπριακής κοινωνίας που βολεύτηκε στην αποκλειστική εξυπηρέτησή της από το όχημα και δεν πίεσε εδώ και είκοσι, δεκαπέντε, δέκα χρόνια (όταν είχε πάψει προ πολλού να αγωνίζεται για την επιβίωσή της, όπως τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή, τότε που δεν είχε τον καιρό να σκέπτεται «πολυτέλειες», που εδώ που τα λέμε, μόνο πολυτέλειες δεν είναι) να γίνουν τα αυτονόητα. Για να γίνουν αυτά έπρεπε να εισαχθεί η χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για να της δοθεί ένα τεράστιο ποσόν με το οποίο εντός των επόμενων πέντε ετών καλείται να δημιουργήσει (σχεδόν εκ του μηδενός) πεζοδρόμια και να αναβαθμίσει τις ελάχιστες τωρινές συγκοινωνίες. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν η πολιτεία θα προχωρούσε σε τέτοια δράση και χωρίς το κοινοτικό έναυσμα, αλλά, ακόμα και αν η απάντηση είναι καταφατική, γιατί κάτι τέτοιο είναι πια απαίτηση των καιρών, ετούτη η πράξη δεν θα την αθώωνε για τη γενική της αδράνεια στο θέμα όλα αυτά τα χρόνια.
Όμως ας κοιτάξουμε το μέλλον. Είθε να αγκαλιάσει η Κυπριακή κοινωνία τις νέες (αν και όταν αυτές πραγματοποιηθούν) υποδομές. Θα το κάνει όμως; Σήμερα, ακόμα και όπου υπάρχουν πεζοδρόμια, η αξεστοσύνη των κυκλοφορικών συνηθειών είναι τέτοια ώστε ο κάτοικος της πόλης (γιατί της υπαίθρου, με τις μεγάλες αποστάσεις, ας πούμε ότι δικαιολογείται), να πηγαίνει οχούμενος μέχρι το περίπτερο που βρίσκεται στα εκατό μέτρα από το σπίτι του και να σταθμεύει ακριβώς μπροστά σε αυτό, μήπως και κουραστεί, ο ταλαίπωρος, διανύοντας δέκα ή είκοσι «περιττά» μέτρα. Η απουσία πεζών από το οπτικό πεδίο του οδηγού τού έχει γίνει τόσο βαθειά συνείδηση, ώστε έχει κολλημένο το κεφάλι στη στροφή του δρόμου εκπλησσόμενος όταν την τελευταία στιγμή αντιληφθεί από την άλλη πλευρά τον (κατά κανόνα αλλοδαπό ή Ελλαδίτη που αρνείται συνειδητά να συμβιβαστεί με την περιρρέουσα κυκλοφορική τριτοκοσμικότητα) ξαφνικά εμφανιζόμενο πεζό, του οποίου την πολτοποίηση αποφεύγει παρά τρίχα. Η αθλιότητα αυτής της νοοτροπίας που αγνοεί και καταπατεί το βασικό δικαίωμα για φυσική (όχι τεχνητή, γυμναστηριακή) σωματική κίνηση και που παρουσιάζει γελοιότατη εξαίρεση στην συνοδεία των συμπαθητικών τετραπόδων στο αναγκαστικό καθημερινό τους δρομολόγιο (που δεν μπορεί να γίνει πάνω σε ρόδες, γιατί, αν μπορούσε, σίγουρα θα γινόταν) πρέπει να ξεριζωθεί εκ βαθέων για χάρη του ίδιου του πολιτισμού, αν μη τι άλλο. Οι κυπριακές γειτονιές είναι απάνθρωπες: Σε καμμιά πόλη του κόσμου αξιόλογης παράδοσης και παρελθόντος (δεν συζητούμε για τα προάστια που δ ε ν αποτελούν αστικό ιστό) δεν υπάρχει το Κυπριακό κακάσχημο και αισθητικά τραυματικό θέαμα της αδειανότητας, μέσα στην οποία το μόνο που κινείται φορτώνοντας και ξεφορτώνοντας ψυχές είναι απεχθέστατα, εκνευριστικά τροχοφόρα. Αυτό το απονευρωμένο, νεκρό και εχθρικό, σε τελική ανάλυση, περιβάλλον είναι καιρός να αντικατα-σταθεί από ένα στο οποίο να κινούνται ζ ω ν τ α ν ά όντα. Μα πρώτα πρέπει η συνείδηση αυτής της ανάγκης να εκτοπίσει τη βαρβαρότητα μιας ακατανόητης «βολής» στο μυαλό του Κυπρίου.
Η Μαρία Υψηλάντη είναι Επίκουρος Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου
