Γράφει: Ιωάννα Χατζηκωστή
Ευτυχώς που ο Αυξεντίου θυσιάστηκε ψηλά
Δεν διαβάζουμε πια πολλά για τον αγώνα της ΕΟΚΑ και ας μην το ρίχνουμε πάντα το πρόβλημα σε κάποιον ύπουλο δάκτυλο ή κάποια πολιτική συνωμοσία. Εμείς δεν διαβάζουμε ιστορία, εμείς περιοριζόμαστε οι πλείστοι στα λίγα, στα ψίχουλα, που μας προσφέρει το εκπαιδευτικό μας σύστημα, όσο επίφοβες επιλογές και αν το κατευθύνουν. Είναι με την δική μας ανικανότητα και την δική μας αδιαφορία, άλλωστε, που γίνονται ανεκτές οι όποιες αυτές επίφοβες επιλογές. Αν διαβάζαμε περισσότερο για την ΕΟΚΑ, αν διαβάζαμε τα γράμματα των μελλοθάνατων αγωνιστών, τις μαρτυρίες των συγγενών, τις αφηγήσεις των αγωνιστών που επιβίωσαν των αγγλικών κρατητηρίων και βασανιστηρίων, θα βλέπαμε καθαρά μέσα από τις γραμμές ένα λαό που στο σύνολό του, αλλά και στην μονάδα του, είχε ήθος. Είχε ευαισθησίες, αξιοπρέπεια, συναίσθηση της αποστολής του και μια εσωτερική ελευθερία. Θα βλέπαμε ανθρώπους που δεν δίστασαν να βάλουν τον εαυτό τους σε κόπο, σε πόνο, σε κίνδυνο για κάποιους άλλους. Ανθρώπους που μεριμνήσαν για το αύριο, όχι εγωϊστικά όπως συμβαίνει με μας σήμερα, για την εξασφάλισή μας ή την αποταμίευσή μας, αλλά για το αύριο του συνόλου.
Θα βλέπαμε μέσα από τα κεφάλαια, τις γραμμές, τις υποσημειώσεις του αγώνα της ΕΟΚΑ, την ενσυναίσθηση. Την ικανότητα να μπορείς να ταυτιστείς με τον πόνο του άλλου και να τον κάνεις δικό σου. Να περιθάλψεις κάποιον που κτυπήθηκε, να κρύψεις κάποιον με κίνδυνο της ζωής σου, να τραγουδήσεις με κάποιον τον Ύμνο την ώρα που τον οδηγούν στην κρεμάλα (και αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις, να τρέχει από τα μάτια σου καυτό το ίδιο τραγούδι). Να μπορείς να ευχηθείς σε κάποιον που αποχαιρετά την ζωή, από τα βάθη της ψυχής σου, “Καλό Παράδεισο”.
Το συγκλονιστικό με τον αγώνα της ΕΟΚΑ είναι ότι όλοι στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Και οι δυνατοί και οι αδύναμοι. Όλοι αυτοί οι οποίοι θα έπρεπε κανονικά να προστατευτούν. Κοριτσάκια δεκαέξι χρονών που έζησαν την φρίκη των βασανιστηρίων, μάνες που έκαναν την καρδιά τους πέτρα, χήρες με επτά παιδιά. Όλες πραγματικές ιστορίες. Το 1955-1959 ήταν τέτοια η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τέτοιο το ήθος του κόσμου, που δημιουργούσε και εκτιμούσε τον ήρωα, επέτρεπε και εκτιμούσε την κάθε θυσία, μικρή ή μεγάλη.
Το ανησυχητικό, από την άλλη, με μας είναι η παχυδερμία μας. Το γεγονός ότι τα θεωρούμε όλα αυτά μακρινά και ξένα. Λες και είναι οι γονείς, οι άμεσοι πρόγονοι κάποιων άλλων ανθρώπων, λες και είναι μια άλλη εποχή, ένας άλλος τόπος. Το πρόβλημα είναι που πια εμείς δεν μπορούμε να θαυμάσουμε. Στερήσαμε τον εαυτό μας από την ικανότητα της ταύτισης, του θαυμασμού. Άλλαξαν οι αξίες μας και αυτά που έπρεπε να μας συγκλονίζουν μας φαίνονται γραφικά, παραμυθένια και απόμακρα. Δεν μας συγκινεί ούτε στον αγώνα της ΕΟΚΑ ούτε στην καθημερινότητά μας το «ολοκαύτωμα» ενός ανθρώπου. Γίναμε άνθρωποι ψυχροί, κυνικοί, επιφανειακοί. Και όλοι αδύναμοι. Πώς άλλαξαν τα πράγματα;
Το 1955-1959 ακόμη και οι αδύναμοι έγιναν δυνατοί ενώ σήμερα ακόμη και οι πιο δυνατοί αδυνατούν.
Ο Παντελής Μηχανικός, ποιητής, τουτέστιν φιλόσοφος, που νωρίς είχε καταλάβει την παχυδερμία μας, η οποία φριχτά τον στοίχειωνε και τον ανησυχούσε, καταγράφει παρόλα αυτά το 1963, μέσα στην γενικότερη απάθεια και κατρακύλα που εντοπίζει, την μόνη ελπίδα του:
Σήκωσα τα μάτια ψηλά
κι είδα τον Μαχαιρά να στέκει ακόμη γερά στα πόδια του.
Και ν’ ανεμίζει μια πυροκαμένη κορυφή.
Ευτυχώς η θυσία του Αυξεντίου έγινε ψηλά, για να φαίνεται και από μακριά. Και από πολύ μακριά ακόμη που είμαστε εμείς. Ευτυχώς που άναψε και εκείνη η σαρκοφάγος, τουτέστιν άσβεστη, φωτιά για να βλέπουμε και στα σκοτεινά. Και στα μαύρα σκοτάδια ακόμη που είμαστε εμείς.
