Γράφει: Ειδικός Συνεργάτης
ΑΚΕΛ: Μισός αιώνας ευρωσκεπτικισμού
Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 το ΑΚΕΛ εξέφραζε τις πρώτες του αντιδράσεις στις προθέσεις της τότε Κυβέρνησης υπό τον Αρχιε-πίσκοπο Μακάριο για σύναψη Συμφωνίας Σύνδεσης Κύπρου-ΕΟΚ, κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι η βασική επιχειρηματολογία του κόμματος θα έμενε σχεδόν αναλλοίωτη μισό περίπου αιώνα μετά. Το ΑΚΕΛ τότε αντιτίθετο στην Συμφωνία Σύνδεσης, για λόγους τόσο πολιτικούς όσο και οικονομικούς. Σύμφωνα με την αντίληψη του κόμματος της Αριστεράς, μια ισότιμη πολιτική συμφωνία με τις δύο Ευρώπες της Ψυχροπολεμικής εποχής θα αποδεικνυόταν πιο κερδοφόρα. Η Ευρωσκεπτικιστική, ή ακόμα και Ευρωπολεμική ΑΚΕΛ-ική στάση, εκφράστηκε έντονα και στην συνέχεια, με κύρια ιστορικά σημεία αναφοράς την ενεργοποίηση της δεύτερης φάσης της Συμφωνίας Σύνδεσης, δηλαδή της Συμφωνίας Τελωνιακής Ένωσης με την ΕΟΚ, καθώς και την υποβολή αίτησης για ένταξη της χώρας μας στην ΕΕ επί διακυβέρνησης Βασιλείου.
Οι διεθνείς προκλήσεις και η στάση του κόμματος της Αριστεράς
Οι βασικοί παράμετροι της συνεχούς αρνητικής στάσης του κόμματος σε οποιαδήποτε είδους εμβάθυνση των σχέσεων Κύπρου-ΕΟΚ/ΕΕ ήταν οι εξής:
(α) Η Κοινότητα δεν αποτελούσε τίποτα περισ-σότερο από μια πολιτική προέκταση της Βόρειο-Ατλαντικής Συμμαχίας σε καθαρά Ευρωπαϊκό έδαφος και οποιαδήποτε σύνδεση της χώρας μας με την ΕΟΚ/ΕΕ θα ερχόταν σε σύγκρουση, τόσο με την Σοβιετική στήριξη που λαμβάναμε, όσο και με την αδέσμευτη πολιτική που ακολουθούσαμε.
(β) Η άμεση ευθυγράμμιση της Κύπρου με την ΕΟΚ/ΕΕ δεν θα συμβάδιζε με τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς της χώρας μας.
(γ) Τόσο η Τελωνειακή Ένωση, όσο και η ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ/ΕΕ, θα έφερναν την Κύπρο αντιμέτωπη με προκλήσεις στον κοινωνικο-οικονομικό τομέα, ενώ θα την έβαζαν επίσης σε δυσμενέστερη ανταγωνιστικά θέση.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σήμανε και το τέλος μιας μακράς περιόδου κατά την οποία η ΑΚΕΛ-ική στάση έβρισκε, φαινομενικά τουλάχιστον, μια πολιτικά και ιδεολογικά ορθολογιστική πορεία. Όταν η εικόνα στο διεθνές περιβάλλον άρχισε να μεταβάλλεται στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές του ’90, το κόμμα ήρθε αντιμέτωπο με μια καινούρια πραγματικότητα, η οποία δεν ευνοούσε πλέον τις θέσεις του. Παρόλα αυτά δεν ήταν παρά στο 18ο Συνέδριο το 1995 (πέντε χρόνια μετά την υποβολή ένταξης της χώρας μας στην ΕΕ) που το κόμμα τοποθετήθηκε επίσημα υπέρ της ένταξης.
Κατά το 18ο Συνέδριο του ΑΚΕΛ, το κόμμα επικαλέστηκε την διάλυση της ΕΣΣΔ, τις αδυναμίες του Κινήματος των Αδεσμεύτων και το ευρύτερο μεταψυχροπολεμικό κλίμα, για να αιτιολογήσει την απόφασή του υπέρ της ένταξης: «Σήμερα […] τα δεδομένα στον κόσμο και ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο έχουν αλλάξει ριζικά. Η αλλαγή αυτή μας υποχρεώνει να επανεξετάσουμε την θέση του Κόμματός μας απέναντι στην πιθανή ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, έτσι που οι θέσεις μας να λαμβάνουν υπόψη την σημερινή αντικειμενική πραγματικότητα και να απαντούν πιο πειστικά στα προβλήματα της εποχής μας». Το κόμμα βέβαια ξεκαθάρισε παράλληλα την πάγια θέση της ιδεολογικής του αντίθεσης με το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα: «Οι εκτιμήσεις και οι αντιλήψεις του ΑΚΕΛ για τον χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προωθημένης μορφής καπιταλιστικής πολιτικο-οικονομικής ολοκλήρωσης δεν έχουν αλλάξει».
Τα ΑΚΕΛ-ικά τείχη
Μετά την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004, ο επόμενος σταθμός στις σχέσεις Κύπρου-ΕΕ ήταν η ένταξη της χώρας στην Ευρω-ζώνη. Η Κύπρος είχε εξάλλου δεσμευτεί σε αυτό με την υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησής της και έτσι η υιοθέτηση του Ευρώ ήταν ένα αναπόφευκτο «κακό». Εντούτοις το ΑΚΕΛ, χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο, επέμενε στην καθυστέρηση της ένταξης στην Ευρω-ζώνη. Η αμφιβόλου τεκμηρίωσης θέση που πήρε το κόμμα (τόσο σε ό,τι αφορούσε στην πιθανή υιοθέτηση του Ευρώ τον Ιανουάριο του 2007, όσο και τον Ιανουάριο του 2008), αποδείχτηκε εν τέλει λανθασμένη και είναι ηλίου φαεινότερον ότι η πρόσφατη οικονομική κρίση διέψευσε την όλη στάση του ΑΚΕΛ στο εν λόγω θέμα. Κανείς δεν θα ήθελε ούτε καν να διανοηθεί πού θα ήταν σήμερα η κυπριακή οικονομία, εν μέσω της παγκόσμιας κρίσης που κλυδωνίζει και την Ευρώπη, αν δεν είχε γίνει μέλος της ζώνης του Ευρώ.
Το κόμμα έχει πλέον παγιδευτεί στα στεγανά δογματικά πλαίσια που το ίδιο δημιούργησε. Από μόνο του δηλαδή, έκτισε τριγύρω του «μεγάλα και υψηλά» τείχη. Και τι να πει τώρα η ηγεσία του κόμματος για να ελαφρύνει τη θέση της; Ότι αυτό έγινε «ανεπαισθήτως» και «δεν άκουσε ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον»; Δυστυχώς το ΑΚΕΛ δεν έχει τέτοιο άλλοθι. Και αυτό που το φέρνει σε ακόμα δυσμενέστερη θέση είναι η συνεχής άρνησή του για ιδεολογικό εκσυγχρονισμό. Ως εκ τούτου και η πρόσφατη αρνητική του στάση έναντι της Συνθήκης της Λισσαβόνας, ήταν αναμενόμενη.
«ΕΟΚ-ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»: Η Διαιώνιση ενός σλόγκαν
Το σλόγκαν «ΕΟΚ-ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» αναμφισβήτητα άφησε το σημάδι του στην κυπριακή ιστορία. Με το σλόγκαν αυτό το ΑΚΕΛ επιχείρησε την δαιμονοποίηση μιας πολιτικής οντότητας εξισώνοντάς την με μια στρατιωτική. Αυτό αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό αφού δημιούργησε, μεταξύ άλλων, μια ιδεολογική και κομματική πόλωση που κράτησε ενωμένη την αριστερή βάση ενάντια στην προβαλλόμενη ως «φιλο-ιμπεριαλιστική» Δεξιά.
Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε ίσως, το ΑΚΕΛ χρειάζεται την πόλωση αυτή για να κρατήσει συσπειρωμένη την βάση του. Σε μια εποχή που οι θέσεις του κόμματος πάνω στο Κυπριακό τείνουν σε συνεχή σύγκλιση με αυτές του ΔΗΣΥ, το κόμμα της Αριστε-ράς έχει ανάγκη ένα χαρτί που να την διαφοροποιεί από αυτό της Δεξιάς. Και αναμφισβήτητα, το χαρτί που ξέρει το κόμμα να «παίζει» καλύτερα είναι αυτό της «αντι-ιμπεριαλιστικής» του ρητορικής.
Με αυτά τα δεδομένα, η πρόσφατη άρνηση του ΑΚΕΛ για αίτηση ένταξης της Κύπρου στον ΣτΕ, δεν μας εκπλήσσει. Τόσο το κόμμα, όσο και ο Πρόεδρος Χριστόφιας, παρουσιάζουν τον ΣτΕ ως ένα ακόμα «συνδικάτο»-«μπαμπούλα», διαιωνίζοντας έτσι έναν δογματισμό που παραμένει στάσιμος εδώ και μισό περίπου αιώνα.
