Γράφει:

Τίποτα δεν έχει ακόμη χαθεί: Κάνουμε ποίηση

της Ιωάννας Χατζηκωστή

Πολλές φορές στην Κύπρο μας πιάνει το παράπονο. Ότι ο τόπος είναι μικρός και μας πνίγει. Ότι άλλαξαν τα πράγματα πολύ τα τελευταία χρόνια και δεν αναγνωρίζουμε το μεταπολεμικό κράτος στο οποίο μεγαλώσαμε. Δεν αναγνωρίζουμε τα μέρη στα οποία κάποτε, όχι τόσο παλιά, ήταν στημένα τα τσαντίρια. Βλέπουμε τάσεις ωχαδελφισμού, αδιαφορίας, νεοπλουτισμού που μας πληγώνουν. Μας απαγοητεύουν. Υπάρχει μια κίνηση προς την ύλη και ένα είδος σνομπισμού, ή έστω συγκαταβατικής ανοχής, προς το πνεύμα. Το πνεύμα που δεν αποδίδει, που δεν εξαργυρώνεται εύκολα σε μεγέθη υλικά, και άρα δεν μπορεί ποτέ να είναι η οδός προς την ευτυχία.

Και μέσα-μέσα κάποιες λίγες ξεχωριστές μέρες, τυχαίνει στην ζωή μας, αν έχουμε τα αυτιά μας και την ψυχή μας ανοικτά, να ακούσουμε τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη να απαγγέλλει το ποίημα του Το Μίζαρον. Ο Χαραλαμπίδης είναι ένας από τους λαμπρότερους ποιητές στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο. Γράφει πολλά χρόνια, με συνέπεια και με επίπεδο που πια τον έχουν καταξιώσει διεθνώς. Ίσως διεθνώς πλην της Κύπρου, που αρέσκεται να τρώει τα λαμπρά παιδιά της γιατί δεν μπορεί να ανεχθεί το γεγονός ότι κάποιοι θα ξεχωρίσουν μοιραία. Τα τελευταία χρόνια, ευτυχώς για μας, ο Χαραλαμπίδης διδάσκεται στα σχολεία.

Ο Χαραλαμπίδης δεν γράφει πάντα στην διάλεκτο αλλά όταν το κάνει, όπως με Το Μίζαρον, αναδεικνύει την τραγικότητα μιας διαλέκτου με απίστευτη ιστορία, αρχαίο ελληνικό «πορίζιν» και καταβολές πολλών και διαφορετικών κατακτητών. Ακριβώς, γιατί η διάλεκτός μας φέρει την τραγικότητα της ιστορίας μας. Μια τραγικότητα την οποία ο Χαραλαμπίδης εντοπίζει με ταλέντο πηγαίο όπως εκείνο των λαϊκών μας ποιητών και ένα πάθος που μόνο Η Εννάτη Ιουλίου του Μιχαηλίδη έχει καταφέρει να παρουσιάσει.

Τότες, ο Αρχιεπίσκοπος εψήλωσεν το δειν του

στον ουρανόν, τζι’ εφάνησαν τα μμάδκια του κλαμένα,

εφάνην πως επόνησεν που μέσα στην ψυσιήν του,

τζι’ είπεν τα τούν’ τα δκυο λόγια με δκυο σιείλη καμένα:

“Θεέ, που νάκραν δεν έσιεις ποττέ στην καλωσύνην,

λυπήθου μας τζιαι δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην.”

Τζι’ ετρέξασιν τα ‘δρώματα απού το πρόσωπόν του,

απού του ήλιου την πολλήν την καψερήν την αύραν

τζι’ εβάλαν την συρτοθηλειάν ευτύς εις τον λαιμόν του

τζιαι τζιει πκιον ετελειώσασιν τα κάστια που ταύραν

Ψέματα, ξεχνώ τον Μόντη και την ορμή του διαλεκτικού του στίχου.

Χρόνια, σκλαβκιές ατέλειωτες

τομ πάτσον τζιαι τον κλώτσον τους.

Εμείς τζαμαί:

Ελιές τζιαι τερατσιές πάνω στον ρότσον τους.

Κι έπειτα Το Μίζαρον

Μένω με συγκλονισμό σε αυτό το μίζαρον. Στη φορεσιά που ετοιμάσαμε για την ψυχή μας αλλά μας την έκλεψαν. Χωρίς να τους είναι χρήσιμη, χωρίς να ξέρουν καν πως να την χρησιμοποιήσουν. Στο μόνο πραγματικά πολύτιμο που μας πήραν. Όχι την ψυχή μας, την φορεσιά της, που την τιμούμε όσοι τιμούμε και την ψυχή μας.

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης «ποιεί ποιήματα» από εννιά χρονών. Πλησιάζει με συστολή σαν φοιτητής στην Αθήνα τον Βρεττάκο και εκδίδει με έρανο φίλων του την πρώτη του συλλογή. Σήμερα βρίσκεται σε μια φάση ωρίμανσης και αυστηρότατης απόσταξης της ουσίας. Έμαθα από αυτόν και την απόσταξή του ότι και στην κόλαση να είσαι αν έχεις ταλέντο και πιστεύεις σε αυτό θα επιβιώσεις. Ότι μόνο τον πρώτο στίχο μας δίνει ο Θεός, όχι τα υπόλοιπα. Τα υπόλοιπα; Με τον ιδρώτα του προσώπου μας.

Η ποίηση του Χαραλαμπίδη ανήκει σε όλους μας. Όχι μόνο στον ίδιο. Και είναι ο πολιτισμός μας και το μέλλον μας. Είναι η υπόσχεση της συνέχειας στην δημιουργία, και όχι απλά την διατήρηση, του πολιτισμού μας.

Η Κύπρος άλλωστε έπλασε τον Χαραλαμπίδη. Σε μεγάλο βαθμό, η εισβολή και το τραγικό αίσθημα που μας άφησε έπλασε τους ποιητές μας, κατά τον ίδιο. Γιατί «μόνο τραγικοί άνθρωποι μπορούν να αγγίξουν υψηλές κορυφές» και η ποίηση είναι, χωρίς αμφιβολία, μια από τις υψηλότερες. Η τραγωδία που «για να καταγραφεί δεν θέλει συναίσθημα αλλά αίσθημα» πλάθει τον ποιητή. Και γίνεται τελικά ο ποιητής «ο τραγικός που στέκεται όρθιος και αντιμέτωπος με Τον Θεό». Τον ίδιο Θεό που του δίνει τον πρώτο στίχο.

Με τον Χαραλαμπίδη και Το Μίζαρον, την ποίησή του γενικά και την γνωριμία του, πήρα θάρρος για τον ρόλο μας εδώ. Τι κάνουμε στην Κύπρο; Φυτοζωούμε απλά ως κομμάτι ξεχασμένο του Ελληνισμού -από όλους και από τον εαυτό μας- σε μια άκρη, στην ύστατη πέτρα, στην τελευταία γωνιά, αναμένοντας τους κατακτητές που θα έρθουν ή που θα τους καλέσουμε να μας απαλλάξουν από την ευθύνη; Να μας λυτρώσουν ίσως από την πλήξη; Φυτοζωούμε μέχρι να εξαφανιστούμε ως είδος, ως το περίεργο είδος που είμαστε ή γινόμαστε;

Τελικά, όχι. Είμαστε εδώ -σε αυτήν την άκρη την μικρή που μας πνίγει συχνά- και παράγουμε πολιτισμό. Ποιούμε ποιήματα. Κάνουμε ποίηση.

Ποίηση μόνο είναι κείνο που απομένει, κατά τον Ελύτη. Και έχει δίκαιο. Το τέλος των λαών έρχεται με το τέλος των πολιτισμών. Το τέλος των λαών ίσως τελικά να έρχεται με το τέλος της ποίησης.

Άρα τίποτα δεν έχει ακόμη χαθεί. Είμαστε εδώ, ζωντανοί και ακμαίοι -ελιές τζιαι τερατσιές-, και γράφουμε ποιήματα για την φορεσιά της ψυχής μας. Υψηλοτάτη έννοια το μίζαρον.

Για να το πούμε απλά, η φορεσιά της ψυχής μας είναι η Ποίηση.

Το μίζαρον της μάνας του ποιητή. Και εμείς το έχουμε ακόμη.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>