Οι Βάκχες του Ευρυπίδη ή, αλλιώς, Τα καινούργια ρούχα του βασιλιά
Τεύχος Μαΐου 2009 | Κατερίνα Γκότση | Κατηγορία: ΠολιτισμόςΤα κακώς κείμενα
της Κατερίνας Γκότση
Ποτέ μέχρι τώρα δεν έχω ασκήσει αρνητική κριτική σε παράσταση. Αυτή τη φορά όμως θα σταθώ στις Βάκχες του Ευρυπίδη, την πρόσφατη σκηνοθετική δουλειά του κ. Λεωνίδα Λοϊζίδη, που ανέβηκε το Μάρτιο στο «Θέατρο Τέχνης» του Λονδίνου στα πλαίσια της περιοδείας του σε Αμερική και Ευρώπη. Κι αυτό όχι γιατί επρόκειτο για μια παράσταση αρκετά κάτω του μετρίου, αλλά για όσα προηγήθηκαν και όσα ακολούθησαν.
Ξεκινώντας, οφείλω να αναφερθώ στην ίδια την παράσταση. Δύο είναι τα βασικά σημεία στα οποία θα σταθώ: Το ένα είναι ότι ο θίασος αποτελούνταν αποκλειστικά από γυναίκες, μια «καινοτομία» για την οποία επαίρεται ο σκηνοθέτης. Δεν θα ήμουνα σε καμία περίπτωση ενάντια σε μια τέτοια επιλογή, αν αυτή ήταν λειτουργική για το κοινό και αν μπορούσε να υποστηριχθεί επαρκώς μέσα στα πλαίσια του έργου. Ολόκληρη η θεατρική πράξη, άλλωστε, στηρίζεται σε αυτή ακριβώς τη σύμβαση, ο ηθοποιός υποκρίνεται ότι είναι ο ήρωας του έργου και ο θεατής με την σειρά του υποκρίνεται ότι βλέπει μπροστά του τον ήρωα του έργου και όχι τον ηθοποιό. Με την ίδια λογική, βλέποντας μπροστά του μια γυναίκα ηθοποιό μπορεί να υποκριθεί ότι βλέπει μπροστά του έναν άντρα ήρωα. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν μια τέτοια επιλογή δεν έχει κάπου να στηριχτεί, οπότε κινδυνεύει να αντιμετωπισθεί ως πυροτέχνημα που στοχεύει απλά στον εντυπωσιασμό. Ο κ. Λοϊζίδης αναφέρει στο πρόγραμμα της παράστασης, ότι με αυτό τον τρόπο ήθελε να υμνήσει τις γυναίκες. Είναι απορίας άξιο γιατί ένας σκηνοθέτης καταφεύγει στις Βάκχες για αυτό το σκοπό, τη στιγμή που η αρχαία ελληνική γραμματεία διαθέτει έργα όπως η Αντιγόνη, οι Τρωάδες, ακόμα και η Λυσιστράτη. Ή θεωρεί ότι με το να ντύσει τον Πενθέα ή τον Κάδμο γυναίκα, υμνεί το γυναικείο φύλο; Είναι η εικόνα εν τέλει αυτή που δίνει την αξία; Παρουσιάζοντας δηλαδή τους άντρες με γυναικεία μορφή εξυμνούμε τις γυναίκες; Ως προς τι; Ως προς την αφοσίωσή τους, την καρτερικότητά τους, την αγάπη τους; Και αν αυτό δεν έχει ερείσματα μέσα στο ίδιο το έργο, τότε μήπως εν τέλει ο σκηνοθέτης εργάζεται ερήμην του κειμένου; Ένα δεύτερο επιχείρημα που προτάθηκε για να υποστηρίξει αυτή την επιλογή ήταν η αντιδιαστολή με την κλασική Αθήνα, όπου ο θίασος αποτελούνταν αποκλειστικά από άντρες. Σωστό, μόνο που αυτό δεν γινόταν χάριν γούστου ή πρωτοτυπίας, αλλά υπαγορεύονταν από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής: οι γυναίκες απουσίαζαν από την κοινωνική ζωή της πόλης γενικότερα. Ακόμα όμως κι έτσι, και παρά το γεγονός ότι οι θεατές ήταν εξοικειωμένοι με την υπόθεση του έργου ήδη από τον προάγωνα, οι υποκριτές φορούσαν μάσκες ανάλογα με το φύλο και την ηλικία του ήρωα που υποδύονταν. Εδώ, όλοι οι ρόλοι παίζονταν από νέες ηθοποιούς βάζοντας έναν πρόσθετο βαθμό δυσκολίας σε όποιον θεατή δεν ήταν εξοικειωμένος με την υπόθεση του έργου.
Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με το ελληνορθόδοξο τελετουργικό της ταφής του Πενθέα, του οποίου το σώμα θυμιατίζεται επί σκηνής ενώ ο Διόνυσος, ως ο ιερέας από την Ωραία Πύλη το βράδυ της Ανάστασης, εμφανίζεται κρατώντας στα υψωμένα χέρια του αναμένα λευκά κεριά, τα οποία στην συνέχεια μοιράζονται στους θεατές της πρώτης σειράς. Αν ο στόχος του κ. Λοϊζίδη είναι να φέρει πιο κοντά τον Χριστό και τον Διόνυσο, όπως ο ίδιος δηλώνει, η ερώτηση και πάλι είναι για ποιον λόγο και με ποιον τρόπο. Υπάρχουνε ομοιότητες στην θρησκευτική υπόσταση, ή στο θρησκευτικό τελετουργικό ή αλλού των δύο θεοτήτων; Αν πάλι επιδιώκει να θέσει ερωτήματα σχετικά με την πολύ-πολιτισμικότητα και την παγκοσμιοποίηση, όπως επίσης ο ίδιος ισχυρίζεται, θα πρέπει να επισημανθεί κάποια στιγμή ότι οι ελληνικοί μύθοι διαθέτουν ευελίξια (γι’αυτό και είναι ανοιχτοί σε διαφορετικές ερμηνείες), όμως μέχρις ενός βαθμού. Δεν προσφέρονται όλοι για όλα. Μια ανάλογη προσπάθεια να μεταφερθεί το ίδιο έργο σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία έκανε το 2006 ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Conall Morrison στο Abbey Theatre του Δουβλίνου, μόνο που η διασκευή του με τον εύγλωττο τίτλο Οι «Βάκχες της Βαγδάτης» κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία. Αντίθετα, η εντελώς πρωτοποριακή και ενίοτε σουρρεαλιστική διασκευή του έργου από τη Βρετανική θεατρική ομάδα Kneehigh Theatre σε σκηνοθεσία Emma Rice το 2004, έδωσε έμφαση στο διονυσιακό στοιχείο και (παρά τα κάποτε υπερβολικά για τραγωδία κωμικά στοιχεία) εντυπωσίασε.
Πέραν των παραπάνω, ο ανούσιος και πλέον παρωχημένος στόμφος στην εκφορά του λόγου (κατά βάση από τον Πενθέα) τον έκανε να χάνει τη φυσικότητά του, θυμίζοντας παραστασεις Εθνικού της δεκαετίας του ‘60 στον αντίποδα, τα μέρη του Διονύσου είχαν μελοποιηθεί με μελωδίες που κάποτε θύμιζαν βυζαντινή μουσική. Έτσι, χάθηκε όχι μόνο η λεπτή ειρωνία των λόγων του θεού αλλά, κυρίως, η σύγκρουση του απολλώνιου με το διονυσιακό, το θεμέλιο δηλαδή του έργου. Η μουσική ήταν ένα συνοθύλευμα ρυθμών που παρέπεμπαν σε βυζαντινούς ύμνους, μουσική Θεοδωράκη, ήχους χασάπικου και ζεϊμπέκικου, ενώ το σκηνικό έμεινε ανεκμετάλλευτο στα πλαίσια της παράστασης, χωρίς καμία σημειολογία, συνεπώς ανούσιο.
Επιστρέφοντας στην αρχή, επισημαίνω ξανά ότι δεν θα έμπαινα στην διαδικασία να κρίνω την παράσταση, εάν δεν υπήρχαν τα δεινά που την συνόδευαν αυτά που κάνουν πολλούς Έλληνες να κρατιούνται μακριά από τον τόπο τους, και που συχνά πυκνά τα συναντάμε και στο ελληνικό στοιχείο του εξωτερικού. Κατά πρώτον η παράσταση καθυστέρησε για περισσότερο από μια ώρα, καθώς είχε αργοπορήσει εις εκ των επισήμων, ωσάν η παράσταση να απευθυνόταν στους επισήμους της πρώτης σειράς, οπότε όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν εκεί για να γεμίζουμε το χώρο. Υπέρτιτλοι σε αγγλικά, όπως είχε προγραμματιστεί, δεν έπαιξαν έτσι οποιοσδήποτε μη ομιλών την Ελληνική γλώσσα δεν είχε καμία πρόσβαση στο έργο. Από την σύντομη ομιλία σχετικά με την παράσταση που εκφωνήθηκε πριν την έναρξή της κατέστη σαφής η βαθύτατη άγνοια όχι μόνο της ουσίας του έργου, αλλά ακόμη και της υπόθεσης. Οι ίδιοι ήταν αυτοί που βράβευσαν στο τέλος με τιμητική πλακέτα τον κ. Λοϊζίδη για το έργο του. Έτσι ο σκηνοθέτης τιμήθηκε για την παράσταση που ανέβασε, τα μέλη της Ελληνικής και Κυπριακής παροικίας του Λονδίνου βρήκαν μια ευκαιρία να ξανασυναντηθούν, αλλά και να χτίσουν γέφυρες με την πατρίδα, το κοινό χειροκρότησε και όλοι πήγαμε στα σπίτια μας ικανοποιημένοι.
Με αυτό τον τρόπο περιμένουμε να πάει κάποτε το ελληνικό θέατρο ένα βήμα πιο πέρα και να ξεπεράσει με αξιώσεις και επί της ουσιάς τα ελληνικά σύνορα; Και με αυτό δεν εννοώ απλά να περιοδεύσει ανά τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού, αλλά να βρει απήχηση και απόδοχη από ένα ευρύτερο διεθνές κοινό, να κριθεί και να αξιολογηθεί ενυπόγραφα από έμπειρους κριτικούς θεάτρου σε σοβαρά διεθνή έντυπα, επί ίσοις όροις με τις υπόλοιπες παραστάσεις. Αν δεν γίνει αυτό κινδυνεύει να παραμείνει καθηλωμένο σε αυτιστικές πρακτικές όπου ο ένας «βλογάει τα γένια του αλλουνού» και έτσι είμαστε όλοι χαρούμενοι με την παραγόμενη μετριότητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο χρειαζόμαστε να σκεφτόμαστε πριν χειροκροτούμε, πριν επικροτούμε και πριν επιβραβεύουμε ο,τιδήποτε είναι απλά ελληνικό. Χρειαζόμαστε ένα κοινό παιδευμένων θεατών, που πάει στο θέατρο για να δει και όχι να τον δουν, βοηθώντας και τον σκηνοθέτη με αυτόν τον τρόπο να γίνεται πάντα καλύτερος. Αλλιώς θα αρκούμαστε σε ένα γαϊτανάκι δημοσίων σχέσεων, ημιμάθειας ή και απόλυτης άγνοιας, όπου όλοι θα χειροκροτούν τα καινούργια ρούχα του βασιλιά που, καθώς ακούγεται, είναι και υπέροχα. Μόνο που ο βασιλιάς όχι μόνο είναι γυμνός αλλά, απολαμβάνοντας τις επευφημίες των ανασφαλών υπηκόων του, καμαρώνει για τα υπέροχα πλην ανύπαρκτα ρούχα του, κινδυνεύοντας να μείνει πάντα έτσι.

Κριτική θεάτρου της Γ. Θαλασσινού, Theatro Technis, Camden, 21/3/09
ΕΛΕΥΣΙΝΙΕΣ ΟΙ «ΒΑΚΧΕΣ» ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΛΟΪΖΙΔΗ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ 21/03/2009
Παρακολουθώ τη δουλειά σκηνοθετών αρχαίου δράματος καιρό τώρα και περίμενα τις «Βάκχες» του Λοϊζίδη στην Αγγλία με ανυπομονησία. Το Σάββατο 21 Μαρτίου είχα την τιμή να παρευρεθώ στην απογευματινή παράσταση του Θεάτρου Τέχνης στο Camden του Λονδίνου και οι προσδοκίες μου ειλικρινά ξεπεράστηκαν.
Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη υπό τη σκηνοθετική μαεστρία του Λεωνίδα Λοϊζίδη καθήλωσαν το κοινό σε ένα κατάμεστο θέατρο. Η αίσθηση της ελληνικότητας σε διαπερνούσε και η συγκίνηση ήταν τόσο έντονη που πραγματικά ζήσαμε μια σχεδόν μεταφυσική εμπειρία. Τα γεωγραφικά όρια σβήστηκαν, ο χρόνος έγινε άπειρος και τα φιλοσοφικά ερωτήματα – διλήμματα δε σε άφηναν να παραμείνεις αμέτοχος χάρη στην αμεσότητα με την οποία ο λόγος τα έθετε.
Η σκηνοθεσία χαρακτηρίζεται μινιμαλιστική, με τρόπο που ο πλούτος του περιεχομένου αναδύεται με τον καλύτερο τρόπο. Την ίδια στιγμή η πρωτοτυπία κάνει έντονη την παρουσία της με κορυφαία στοιχεία τον εξ’ ολοκλήρου γυναικείο θίασο, επιλογή που εξυπηρετεί τη συμβολοποίηση της γυναίκας, τη μελωποιημένη ερμηνεία που συντελεί έμμεσα στη σύνδεση αρχαιοελληνικών και βυζαντινών στοιχείων ανάγοντας την Ελληνικότητα ως κυρίαρχο συστατικό, αλλά και την αποστασιοποίηση των ρόλων, που είχε ως αποτέλεσμα την ‘απαίτηση’ της συμμετοχής του κοινού στον ύψιστο βαθμό. Ο Λεωνίδας Λοϊζίδης μάς έπεισε για το αστείρευτο ταλέντο του και τη δύναμη της προσωπικής του ματιάς. Η διονυσιακή αίσθηση ήταν υποβλητική και το θυμικό βρισκόταν σε ένταση από το πρώτο λεπτό μέχρι την κάθαρση. Νιώσαμε την ατμόσφαιρα των Ελευσίνιων Μυστηρίων και την αντιπαράθεση αυτής με την καθεστικυία τάξη πραγμάτων. Το γνώριμο και οικείο απέναντι στο καινούριο και άγνωστο που γεννά φόβο και έλξη μαζί.
Η παραγωγή ήταν μια ευχάριστη έκπληξη σε ό,τι αφορά το πόσο προσεγμένη και πλούσια ήταν. Δωδεκαμελής θίασος, οκτώ ηθοποιοί επι σκηνής να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Σκηνικά λιτά που απέδιδαν με σεβασμό το βασιλικό και θεϊκό πλαίσιο, υπέροχη ενδυματολογία που ανέδιδε την ένταση κάθε ρόλου. Όλα τα συστατικά «έδεναν» μεταξύ τους με τέτοιο τρόπο που το αποτέλεσμα άγγιζε την απόλυτη αρμονία. Ερμηνείες μεστές, χωρίς υπερβολές και στοχευμένες, πέτυχαν τη συμβολοποίηση των ρόλων.
Αξίζει να σημειωθεί πως η ενέργεια που το κοινό βίωσε ήταν μοναδική. Αυτό στα πλαίσια μιας παγκόσμιας περιοδείας που έχει ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο του 2008, είναι απόδειξη πως η πίστη κάποιων ανθρώπων ξεπερνά κάθε κούραση προκειμένου το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα να είναι πάντα τόσο υψηλό όσο και οι προδιαγραφές του. Συγχαρητήρια στον Λεωνίδα Λοϊζίδη, ευελπιστώ σε μια ανάλογη συνέχεια της πορείας του.
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ
Το κείμενο με τίτλο «Ελευσίνιες οι ‘Βάκχες’ του Λεωνίδα Λοϊζίδη στο Θέατρο Τέχνης του Λονδίνου» δεν είναι καινούργιο. Έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του κ. Λοϊζίδη και αλλού στο διαδίκτυο, όπως και άλλες διθυραμβικές κριτικές θεατών για την παράσταση που αναφέρονται σε αυτήν με όρους συναισθηματικούς και όχι θεατρικούς, περιγράφοντας την ως «μεταφυσική εμπειρία», «διονυσιακή αίσθηση», ακόμα και «αναπαράσταση της Δευτέρας Παρουσίας» (!). Ήταν ακριβώς αυτά τα αδημοσίευτα κείμενα αμφιβόλου προέλευσης που είχα υπ’όψιν μου όταν, μετρώντας τα λόγια μου, έγραφα στο κείμενο μου ότι καταξίωση για το ελληνικό θέατρο στο εξωτερικό θα ήταν:
«να βρει απήχηση και απόδοχη από ένα ευρύτερο διεθνές κοινό, να κριθεί και να αξιολογηθεί ενυπόγραφα από έμπειρους κριτικούς θεάτρου σε σοβαρά διεθνή έντυπα, επί ίσοις όροις με τις υπόλοιπες παραστάσεις».
Από ανθρώπους που έχουν στα χέρια τους μια δυνατή θεατρική ομάδα αλλά και τη διάθεση να ταξιδέψουν το ελληνικό θέατρο στο εξωτερικό όπως ο κ. Λοϊζίδης περιμένω πολύ περισσότερα από αυτό που είδα και θα χαιρόμουνα πολύ να δω την επόμενη σκηνοθετική του δουλειά να τυγχάνει προσοχής, να κρίνεται και να αξιολογείται από σοβαρά και αξιόπιστα έντυπα των χωρών στις οποίες περιοδεύει.