Γράφει: Ελένη Χρίστου , Χριστόδουλος Χατζηχριστοδούλου
Το τραπέζι του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950
Με την ευκαιρία των εθνικών επετείων της 25ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών παρουσίασε ως έκθεμα του μήνα Μαρτίου και Απριλίου το τραπέζι πάνω στο οποίο υπογράφηκε στην Λευκωσία το Ενωτικό Δημοψή-φισμα. Το Δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε σε όλες τις πόλεις και τα χωριά του νησιού από τις 15 έως τις 22 Ιανουαρίου 1950. Το τραπέζι θα εκτίθεται στο μικρό συνοδικό του παλαιού αρχιεπισκοπικού μεγάρου. Η παλαιά Αρχιεπισκοπή, ένα κτίριο με μακραίωνη ιστορία, φυλάσσει πολύτιμους θη-σαυρούς που συνδέονται με την ιστορία του νησιού μας. Η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου έχουν την τιμή να στεγάζουν τις δραστηριότητές τους σε αυτό το ιστορικό κτίριο που παραχωρήθηκε στην Εταιρεία από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου.
Ο εθνικός πόθος των Ελλήνων Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα μετά την ελληνική επανάσταση του 1821 δεν ευοδώθηκε, αν και αυτή ήταν η προσδοκία τους με την έλευση των Άγγλων στο νησί. Η οργανωμένη ανθελληνική προπαγάνδα και πολιτική των Άγγλων την εποχή εκείνη εντατικοποιήθηκε μετά την εξέγερση του 1931 και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Παλμεροκρατίας (1933-1939). Η σύσταση της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών στις 17 Απριλίου 1936 μπορεί να θεωρηθεί ως ο επιστημονικός αντίλογος των Κυπρίων επιστημόνων σε αυτή την πολιτική.
Μετά την αποτυχία της Διασκεπτικής Συνέλευσης στο Λονδίνο (1947) και την απόρριψη των συνταγματικών προτάσεων του λόρδου Γουίστερ (1948), γίνεται ακόμη ένα διάβημα, ανάμεσα στα τόσα άλλα, για την επίτευξη του εθνικού πόθου των Ελλήνων του νησιού. Με αφορμή την άφιξη νέου κυβερνήτη στο νησί το 1949 η Εκκλησία της Κύπρου, με επικεφαλής τον τότε Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Β΄, αποφάσισε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος, ζητώντας από την κυβέρνηση να αναλάβει τη διοργάνωσή του. Η κυβέρνηση όμως αρνήθηκε και μάλιστα απαγόρευσε στους δημόσιους υπαλλήλους να συμμετάσχουν. Το εντυπωσιακό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ανακοίνωσε η «Eθναρχία» με εγκύκλιό της στις 27.1.1950. Από τους 224.747 Έλληνες Κύπριους που είχαν δικαίωμα ψήφου ψήφισαν οι 215.108. Από αυτούς υπέρ της ένωσης τάχθηκαν οι 215.103, δηλαδή ποσοστό 95,71%. Το δημοψήφισμα υπέγραψαν επίσης Αρμένιοι της Κύπρου και Τουρκοκύπριοι. Το αποτέλεσμα του ενωτικού δημοψηφίσματος δεν έτυχε ιδιαίτερης σημασίας από τον κυβερνήτη Ράιτ, ο οποίος τόνισε ότι το ζήτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα είναι θέμα κλειστό για την Αγγλία. Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος δέθηκαν σε τρεις σειρές από 18 τόμους η κάθε μια, και αποφασίστηκε να δοθούν στην ελληνική κυβέρνηση, στην αγγλική κυβέρνηση και στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Αν και το δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του δεν έγιναν δεκτά από τους Άγγλους η προσπάθεια αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική γιατί ήταν μια από κοινού προσπάθεια των Ελλήνων Κυπρίων ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων και επιπλέον γίνεται αντιληπτό ότι το κυπριακό ζήτημα έπρεπε να προβληθεί με εντατικές προσπάθειες στη διεθνή κοινότητα.
Στο ετήσιο επιστημονικό Δελτίο της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών του έτους 1950 ο τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Κωνσταντίνος Σπυριδάκις αναφέρεται στην στενή συνεργασία της Εταιρείας με την «Εθναρχία της Κύπρου» που στόχο είχε «την διαφώτισιν του κοινού της νήσου και των λοιπών Ελλήνων ως και των πνευματικών ανθρώπων του εξωτερικού επί των εθνικών ζητημάτων της Κύπρου». Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής τα μέλη της Εταιρείας συνέ-βαλαν στην έκδοση του περιοδικού «Ελληνική Κύπρος» και δόθηκαν δυο διαλέξεις, οι οποίες επίσης εκδόθηκαν από το γραφείο της «Εθναρχίας Κύπρου». Επιπλέον αναφέρει ότι το Δ.Σ. «επ’ ευκαιρία της επισκέψεως εις Κύπρον του Υπουργού των Στρατιωτικών της Μ. Βρετανίας κ. Σίνγουελ, απέστειλε πρός αυτόν τηλεγράφημα διά του οποίου συνήνωσε την φωνήν της Εταιρείας… μετά της φωνής της Εκκλησίας και του Κυπριακού λαού προς διαδήλωσιν της εθνικής αξιώσεως των Κυπρίων περί ενώσεως της νήσου μετά της μητρός Ελλάδος».
Είναι σημαντικό επίσης να επισημάνουμε ότι από το 1937 η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών είχε αποφασίσει την ίδρυση Μουσείου Λαϊκής Τέχνης. Στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι και το 1950, συγκεντρώθηκε μια σημαντική συλλογή, η οποία έπρεπε να τύχει κατάλληλου χώρου στέγασης. Παρόλο που η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών είχε πρόταση από την κυβέρνηση για συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων για την ίδρυση του Μουσείου, η πρόταση δεν έγινε δεχτή από τα μέλη της κι έτσι απευθύνθηκαν στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Κύπρου για ηθική και οικονομική στήριξη. Η Ιερά Σύνοδος δήλωσε ότι θα αναλάβει υπό την προστασία της το Μουσείο και παραχώρησε για αρχή δυο δωμάτια της παλαιάς Αρχιεπισκοπής, τα οποία αποτέλεσαν το πρώτο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης που άνοιξε τον Δεκέμβριο του 1950. Έντεκα χρόνια αργότερα, το 1961, ο αείμνηστος Αρχιεπί-σκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ παραχώρησε ολόκληρο το κτίριο στην Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών και ανέλαβε και τα έξοδα αναστήλωσης του κτιρίου. Στα πλαίσια του εθνικού πόθου και θέλοντας να τονισθεί η άρρηκτη σχέση Ελλάδας και Κύπρου, η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών συμμετείχε το Δεκέμβριο του 1950 στην Πανελλήνια Έκθεση Λαϊκής Τέχνης με 32 εκθέματα από την συλλογή του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης Κύπρου. Εκπρόσωπος της Εταιρείας στην έκθεση τέθηκε ο Αδαμάντιος Διαμαντής, ο οποίος μετέβη στην Αθήνα με εντολή της «Εθναρχίας Κύπρου». Η άρρηκτη συνεργασία της «Εθναρχίας Κύπρου» και της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών συνεχίστηκε και στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν.
