Γράφει: Ιωάννα Χατζηκωστή , Χρήστος Λεοντής
Συνέντευξη Χρήστου Λεοντή: Μελοποιώντας τους μεγάλους μας ποιητές
Χρήστος Λεοντής, ο συνθέτης
στην Ιωάννα Χατζηκωστή
Ο Χρήστος Λεοντής, ο συνθέτης που μελοποίησε μερικούς από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές όλων των εποχών και επένδυσε με ήχους υπέροχους τα λόγια τους, δεν μιλά πολύ. Δεν μιλούσε ποτέ πολύ. Τα λίγα του λόγια είναι ανθρώπινα, απλά και με μεγάλη αγάπη για τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο. Η ψυχή του είναι ανοικτή προς όλους και όλα, μεγάλα ή μικρά. Τον χαρακτηρίζει η απλότητα ενός ανθρώπου που γνώρισε το Μέγα, μέσα από την τέχνη του και την τέχνη των ανθρώπων με τους οποίους δούλεψε και συγκλονίστηκε από αυτό.
Μιλώντας του κανείς, βλέπει ότι το μεγαλείο της Τέχνης και του Ανθρώπου κρύβεται τελικά στην απλότητα και από εκεί μας κοιτάζει κατάματα για να μας θέτει πάντα το ερώτημα: Υπάρχει το Μέγα ή μόνο το Έντιμο; Μήπως το μόνο τελικά Μέγα είναι το Έντιμο; *
Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτήν την ανάγνωση που δίνει ο μουσικός, την καινούργια δικιά του ανάγνωση σ’ ένα κείμενο, θεατρικό εργο ή ποίημα, το οποίο μελοποιεί και πώς θέλει αυτή η ανάγνωση να ακουμπήσει τον κόσμο; Υπάρχει, βλέπετε και αυτή η ευθύνη που φέρει κάποιος που προσφέρει μια καινούργια ανάγνωση ενός αγαπημένου έργου στον κόσμο.
Να σας πω εξαρχής ότι κώδικες σε αυτή την διαδικασία δεν υπάρχουν, κατά τη δική μου εκτίμηση. Αν υπήρχανε, θα τους χρησιμοποιούσα ο ίδιος για να αποφύγω όλη αυτήν την αγωνία την εκ του μηδενός κάθε φορά, το εκ του μηδενός ξεκίνημα κάθε φορά που καλούμε να γράψω μουσική σ’ ένα αρχαίο δράμα, για παράδειγμα. Τι προσπαθώ να κάνω εγώ, έτσι χωρίς κώδικα; Αυθαίρετα το έχω ονομάσει «λαϊκή συνείδηση». Ψάχνω δηλαδή να αισθανθώ, έρχομαι εγώ κάτω από την σκηνή, παρακολουθώ την σκηνή απάνω, σκέφτομαι τι προσδοκώ, τι θα ήθελα, τι φαντάζομαι, ότι αυτό θα μου δημιουργούσε όλη αυτή την αισθητική χαρά που αναμένω, δηλαδή γίνομαι θεατής του ίδιου μου του εαυτού. Όταν γράφω, οτιδήποτε που έχει σχέση με το θέατρο, το βλέπω σαν να είναι τελειωμένο. Το ακούω τελειωμένα. Βλέπω, δηλαδή, προσπαθώ να φανταστώ, τους ηθοποιούς να παίζουν αυτό το έργο και ακούω ήχους. Φυσικά πριν από το ανέβασμα του έργου, θα διαβάσεις για τον συγγραφέα, θα διαβάσεις αν μπορείς και περισσότερα έργα του για να δεις το ιδεολογικό του στίγμα, θα μιλήσεις με τον σκηνοθέτη, θα μιλήσεις με τους άλλους συντελεστές, τον σκηνογράφο, αυτόν που κάνει τα κοστούμια, τον μεταφραστή, τους ηθοποιούς. Άλλωστε, το θέατρο είναι μια δουλειά συνόλου, που ο καθένας εναποθέτει στην τράπεζα, ας πούμε, το δικό του ταλέντο, την δική του εμπειρία τη δική του γνώση. Και αυτό χτίζεται πέτρα την πέτρα.
Εγώ τις περισσότερες φορές τη μουσική μου για τις παραστάσεις στο θέατρο την γράφω. Δηλαδή πηγαίνω σε πρόβες. Παρακολουθώ τα πράγματα και τις δοκιμές από την αρχή αρχή. Από την ώρα που οι ηθοποιοί είναι καθισμένοι στις καρέκλες, δεν έχουν σηκωθεί ακόμη, που διαβάζουν. Διαβάζω κι εγώ μαζί τους. Πολλές φορές μου δημιουργεί ερεθισμό και ένα λάθος που θα κάνει ένας ηθοποιός. Το πώς θα αντιδρά. Πολλές φορές μάλιστα τους αφήνω, ιδιαίτερα στο αρχαίο δράμα, στον Αριστοφάνη κυρίως, όταν περάσει ένα επεισόδιο και φτάσει η ώρα του χορικού, πλέον, μέχρι να γράψω, τους λέω «τραγουδήστε ότι θέλετε, αν σας διευκολύνει». Πολλές φορές αυτό με βοηθάει γιατί διαισθάνομαι το ένστικτο πια των ηθοποιών, γιατί, για παράδειγμα, βρίσκουν το άλφα δημοτικό τραγούδι και όχι το βήτα. Δηλαδή βλέπω την αίσθησή τους, ας πούμε, βλέπω πού αυτή τους οδηγεί και βλέπω και από την άλλη μεριά το «πώς» αυτό, πώς η κίνηση που θα προέλθει από αυτό που λένε, πώς ζωντανεύει ένα κείμενο, ένα θεατρικό κείμενο, πάνω στη σκηνή. Δηλαδή είναι πολλά τα πράγματα που σε κάνουν σιγά σιγά να διαμορφώσεις μια συγκεκριμένη νότα.
Είχατε την τύχη να μελοποιήσετε έργα μεγάλων ποιητών. Πώς βιώσατε αυτήν την εμπειρία σας και την επαφή σας με την ποίηση, και πώς αντιλαμβάνεστε την σχέση μεταξύ μουσικού, ποιητή και κοινού;
Οι ποιητές που προσπαθώ τόσα χρόνια να επικοινωνήσω μαζί τους είναι πολλοί. Πρώτα πρώτα είναι οι αρχαίοι: Ευριπίδης, Σοφοκλής, Αισχύλος, Αριστοφάνης. Μετά, στους νεότερους δικούς μας ας πούμε, ο Ρίτσος. Σε μεταφράσεις ο Νερούδα, ο Λόρκα, λέω έτσι πιο ενδεικτικά ονόματα μεγάλων ποιητών. Στις επιλογές αυτές σε οδηγεί η αισθητική σου αναζήτηση και η φιλοσοφική σου αναζήτηση, για το τι ρόλο παίζει ένα τραγούδι στη ζωή μας. Δηλαδή τραγούδια υπάρχουνε και για να διασκεδάζει κανείς και για να χορεύει, είτε να χορεύει πάνω στο τραπέζι είτε κάτω από το τραπέζι και για να τραγουδάει και για να ντύνει όλες τις εκφράσεις της ζωής του, γιατί υπάρχουνε τραγούδια, νανουρίσματα, τραγούδια της δουλειάς, τραγούδια του θανάτου, τραγούδια του γάμου, δεν υπάρχει έκφραση της ζωής που να μην τραγουδιέται. (Φαίνεται ότι είναι η ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί μέσα από τον ήχο.) Και βρίσκει κάθε φορά κανείς, όταν είναι σε μια έξαρση συναισθηματική, τον τρόπο να αρθρώσει και ποιητικό λόγο και μουσικό λόγο. Φυσικά πρέπει να έχει υπόψη του κανείς ότι απευθύνεται σε έναν κόσμο, ο οποίος κόσμος μπορεί να είναι οποιουδήποτε πνευματικού επιπέδου, χαμηλού ή υψηλού. Εκεί ακριβώς είναι η δυσκολία το να φέρεις ας πούμε, να καταφέρεις να συναντήσεις όλους τους ανθρώπους, που έρχονται με διαφορετική προέλευση ο καθένας.
Νομίζω πως αν υπάρχει μια δύναμη στον ποιητικό λόγο, που αυτή εκφράζεται με ισχυρότατες εικόνες, με ισχυρότατα συναισθήματα, με καταστάσεις που δεν αφορούν στον ποιητή αλλά αφορούν στο κοινωνικό σύνολο, ότι τότε είναι ένα ισχυρότατο κίνητρο για τον συνθέτη να μπορέσει και ο ίδιος να δημιουργήσει πράγματα, και να καταφέρει να επικοινωνήσει με το κοινό του.
Ας μείνουμε λίγο στον Ρίτσο. Πώς γνωριστήκατε μαζί του;
Με το Γιάννη Ρίτσο γνωρίστηκα τη μέρα που πρωτοβγήκα σαν μουσικός το 1963, στην πλαταϊκή μας συναυλία που είχαμε κάνει με το Λοΐζο στο θέατρο Ακροπόλ. Συγκεκριμένα στις 12 του Μάρτη 1963. Ήταν η πρώτη μας συναυλία εκεί πέρα και είχε έρθει σαν ακροατής ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος. Ήταν δυο ποιητές που αγαπούσα και θαύμαζα και μάλιστα έχω και κάπου μια φωτογραφία, από την ημέρα εκείνη με το Ρίτσο.
Όταν μελοποιούσατε το «Καπνισμένο Τσουκάλι» του Ρίτσου, φανταστήκατε την τεράστια απήχηση που έχει σήμερα;
Την ώρα που το μελοποιούσα δεν σκεφτόμουνα τι απήχηση θα έχει. Ήταν μια έκφραση δική μου, που συμβάδιζε αν θέλεις με την ανάγκη έκφρασης του ίδιου του λαού. Το «Τσουκάλι» για μένα ήτανε αυτό που έκανε ο κόσμος τότε στην κατάληψη της Νομικής Σχολής το Φλεβάρη του 1973. Ο κόσμος περνούσε από κει πέρα και άλλος πετούσε τσιγάρα μέσα, άλλος σάντουιτς, ας πούμε, στα παιδιά που ήταν εσώκλειστοι στο Πανεπιστήμιο. Είχα κατέβει κι εγώ κι αμέσως βρέθηκα σε μια τέτοια έξαρση συναισθηματική και φόρτιση που σχεδόν αμέσως, το ίδιο βράδυ κιόλας, ήρθα εδώ και είχα μελοποιήσει ήδη το μισό.
Και μάλιστα δύο τρεις μέρες μετά, κατά την διάρκεια των γεγονότων, είχα συμμετάσχει σε ένα συλλαλητήριο, έχασα τα παπούτσια μου, μας κυνήγαγε η αστυνομία από δω, ρόπαλα από τη μια από την άλλη. Κάπου κατέληξα στην οδό Αθηνάς, ήτανε πια όλη η Αθήνα αστυνομοκρατούμενη, και εκεί απέναντι στη Βαρβάκειο, ήτανε ένα καρότσι με καφάσια εκεί πέρα παρατημένο, και μπήκα μέσα στο καρότσι, έριξα κάτι καφάσια από πάνω μου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Φεύγοντας από κει κατέληξα στην Πλάκα σε μια μπουάτ, που τραγουδούσε ο Γιώργος ο Ζωγράφος. «Χρυσό βαρέλι» το λέγανε. Μπαίνω μέσα, καμιά πενηνταριά παιδιά ήτανε, με πρησμένα μάτια απ’ τα δακρυγόνα και με παρακάλεσε λοιπόν ο Ζωγράφος, μου λέει «παίξε κάτι δικό σου». Στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή μου ‘ρθε να παίξω αυτά τα κομμάτια. Εκεί είναι η πρώτη εκτέλεση του έργου όπου έπαιξα το ένα συνέχεια απ’ τ’ άλλο χωρίς διακοπή, σαν ένα τραγούδι, και τελειώνοντας δεν χειροκρότησε κανείς. Και γυρίζω έτσι σιγά σιγά και βλέπω, ήταν αγκαλιασμένα τα παιδιά κι έκλαιγαν κι έκλαψα κι εγώ μαζί τους, αυτή ήταν η πρώτη εκτέλεση.
Θα μας μιλήσετε για τη νέα σας δουλειά, την πρώτη μελοποίηση του ποιήματος «Πρωινό άστρο» του Γιάννη Ρίτσου;
Αυτή τη στιγμή δεν έχω να πω και πολλά πράγματα, γιατί είναι ατελείωτο. Δηλαδή τώρα προσπαθώ, να δουλέψω ίσως από τα τρυφερότερα πράγματα που έχω διαβάσει, το «Πρωινό άστρο» του Ρίτσου, που είναι γραμμένο για την κόρη του, για ένα μωρό, κι από κει μέσα περνάει μια ολόκληρη ιδεολογία ο Ρίτσος, για έναν άνθρωπο που αντικρίζει πρώτη φορά τον κόσμο, έναν κόσμο όπως εκείνος τον είχε αντιληφθεί τότε, και έναν κόσμο που οραματιζότανε ο ίδιος. Άλλα ζούσε, άλλα οραματιζότανε. Μέσα από την ματιά ενός πατέρα που τον έχει συνεπάρει η γέννηση του δικού του παιδιού και κάθε παιδιού. Γιατί το ποίημα ξεφεύγει από τη σχέση του πατέρα προς το νεογέννητό του και προχωρεί τα πράγματα πολύ πιο πέρα. Αυτή η μελοποίηση θα είναι και η συνεισφορά η δική μου φέτος, που γιορτάζεται το έτος Ρίτσου.
Όταν ξεκινούσατε, τι αναμένατε να κερδίσετε από την μουσική και τώρα τόσα πολλά χρόνια μετά τι είναι το σπουδαιότερο που κερδίσατε σαν άνθρωπος με την ενασχόληση αυτή με την μουσική τέχνη και, στο τέλος της ημέρας, με αυτήν την πνευματικότητα όλη με την οποία ήρθατε σε επαφή;
Δεν περίμενα τίποτα εγώ, ούτε ήξερα, ούτε με ενδιέφερε. Όταν είναι κανείς νέος δε σκέφτεται πως θα ζήσει αν θα βγάλει λεφτά ή δεν βγάλει λεφτά για να τρώει και να παντρευτεί, για να κάνει ένα σπίτι. Είχα την τρέλα του κάθε νέου, ας πούμε της εποχής. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να γράφω τραγούδια, να γράφω μουσική, γιατί έκανα κάποιες απόπειρες από μικρός. Από έντεκα δώδεκα χρονών επειδή έψελνα στην εκκλησία, μου έρχονταν και άλλαζα τις ψαλμωδίες. Τις έκανα για δύο τρεις φωνές και είχα ένα δύο φίλους που ήτανε κι αυτοί ψάλτες και τους έλεγα θα κάνεις αυτή τη φωνή εσύ, αυτή εσύ κ.λ.π. κι αρχίζαμε και κάναμε ένα μικρό τρίο, ας το πούμε. Μετά μπήκα στο Γυμνάσιο, εκεί στο σχολείο πρωτάκουσα πιάνο και είπα να γίνω μουσικός να γράφω μουσική. Τίποτα άλλο δεν περίμενα.
Πήγα να μάθω την τεχνική της μουσικής κι ήμουνα τυχερός γιατί συνεργάστηκα στη ζωή μου μ’ ένα σωρό ανθρώπους, ό,τι πιο αξιόλογο, με τον Κουν, με τον Τσαρούχη, με τον Μυταρά, με τον Φωτόπουλο, με την Συνοδινού με τον Κατσέλη, με τον Χατζηδάκη, τη Ζωζώ τη Νικολούδη, τη Ραλού Μάνου που χορογράφησα. Αισθάνομαι τυχερός γιατί όλο κι από κάτι έκλεβα απ’ τον καθένα. Με συγγραφείς όπως τον Καμπανέλη, τον Ντάριο Φω, στο Ρίτσο. Αυτό είναι μεγάλη επιτυχία, για έναν άνθρωπο που τ’ αυτιά του και το μυαλό του ήταν ανοιχτά να δεχτούν. Εγώ μικρός δε μιλούσα πολύ, σχεδόν τίποτα, άκουγα, δεν έλεγα, άφηνα τους άλλους να μιλάνε. Άκουγα. Και σήμερα ακόμη αν δε μου απευθύνεις το λόγο δε μιλάω. Μ’ αρέσει ν’ ακούω τους ανθρώπους, ξέρω ότι μπορώ να πάρω πολλά πράγματα και από τον πιο ασήμαντο κοινωνικά άτομο, ας πούμε, ή από πλευράς παιδείας, δεν με ενδιαφέρει αυτό, βλέπω τους ανθρώπους σαν μια οντότητα σαν μια ύπαρξη που έχει το δικό του πρόσωπο, το δικό του χαρακτήρα, τη δική του συγκρότηση και από τον καθένα κάτι μπορείς να πάρεις κι αυτό εμένα μου αρκεί.
Ποιες είναι τώρα οι προσδοκίες και τα όνειρά σας;
Την υγεία μας να ‘χουμε πρώτα πρώτα, γιατί είναι ουσιαστικό, το να έχεις την διάνοιά σου σε εγρήγορση, που είναι προϋπόθεση να ‘σαι υγιής. Πολλά πράγματα θέλω να κάνω. Πρώτα απ’ όλα θέλω να εκδώσω όλη τη δουλειά μου απ’ το θέατρο, η οποία είναι όλη σχεδόν στο συρτάρι κι είναι τεράστιος όγκος. Με την μορφή που έχουν πάρει σήμερα η δισκογραφία είναι αρκετά δύσκολο. Πρέπει να βρω δηλαδή χρήματα, για να εκδώσω τα έργα μου. Αυτό είναι ένας στόχος πολύ ουσιαστικός. Θέλω να τελειώσω ένα μεγάλο έργο που έκανα του Γιάννη του Νεγρεπόντη το «Φυλάτε Θερμοπύλες» που από μικρός το δουλεύω, από νέος τέλος πάντων, και επειδή είναι ακριβό το ανέβασμά του κι εκεί χρειάζονται χρήματα. Αυτά προς το παρόν, επειδή είναι πολύ δουλειά αυτή με απασχολεί από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Αν μπορούσατε να απευθυνθείτε σε ανθρώ-πους που θέλουν να ασχοληθούν τώρα με την τέχνη, οποιαδήποτε τέχνη, όχι μόνο με τη μουσική, τι θα τους συμβουλεύατε; Τι θυσίες πρέπει να γίνουν, για να μπορέσει κάποιος πραγματικά να αφιερωθεί σε μια τέχνη;
Σήμερα ειδικά που είναι οι κοινωνικοπνευματικές συνθήκες τέτοιες δεν ευνοούν τους ανθρώπους, τα νέα παιδιά ιδιαίτερα να ασχοληθούν με την τέχνη. Βέβαια ένας που θέλει δεν τον κρατάει τίποτα. Έχω λοιπόν να πω, σ’ αυτόν που δεν τον κρατάει τίποτα, να πλουτίσει τον εαυτό του με όσο μεγαλύτερη γνώση μπορεί γύρω από την τέχνη του, να γνωρίσει τις δυσκολίες και να πάρει την απόφασή του γνωρίζοντας οτιδήποτε και όχι από άγνοια. Δεν επιτρέπεται η άγνοια είτε η επαγγελματική του, αν θέλετε, κατάσταση ή ακόμη και η πνευματική του συγκρότηση. Δηλαδή συνειδητά να πάει να ακολουθήσει και να μελετήσει την τέχνη που θέλει και το τελευταίο ότι η ενασχόλησή του αυτή χρειάζεται μια καλογερίστικη τελείως αφοσίωση. Δεν έχει άκρη αυτό. Ένας άνθρωπος που τελειώνει μια σχολή στο Γυμνάσιο, μια σχολή στο Πανεπιστήμιο είναι Φυσικός, θα μάθει φυσική, παρ’ όλο που κι εκεί τα πράγματα εξελίσσονται, αλλά, μπορεί να κάνει τη δουλειά του. Εδώ, στο ζήτημα της τέχνης δεν υπάρχει το «τελειώσαμε». Δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Χρειάζεται μια καλογερίστικη αφοσίωση για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στον προορισμό του. Κουράγιο λοιπόν και καλό ταξίδι.
Ελπίδα όσο υπάρχουν νέα παιδιά πάντα υπάρχει. Και μπορεί να είναι δύσκολες οι συνθήκες, όχι όμως αν συνειδητοποιήσει και ο νέος άνθρωπος ακόμη αλλά και οι μεγαλύτεροι, ότι ένα πιάτο φαγητό του αρκεί.
* Παράφρασή του: «Δεν υπάρχει το Μέγα. Υπάρχει μόνο το Έντιμο».
Φράση από την αυτοβιογραφία του Κύπριου Ζωγράφου, Σολωμού Φραγκουλίδη
