3 Σεπτεμβρίου 2010

Το παλμαρέ της ευρωπαϊκής καλαθόσφαιρας

Τεύχος Ιουνίου 2009 | | Κατηγορία: Αθλητισμός

Ο πέμπτος τίτλος του Παναθηναϊκού στην Ευρωλίγκα, τον κατέστησε την πλέον επιτυχημένη ευρωπαϊκή ομάδα της δεκαετίας στο άθλημα της καλαθόσφαιρας. Ο Παναθηναϊκός έχει γράψει το όνομά του με χρυσά γράμματα στην λίστα των κορυφαίων ευρωπαϊκών ομάδων όλων των εποχών, κατορθώνοντας αυτό που δεν κατάφερε ο μεγάλος Άρης, η ομάδα που αν και κάθε Πέμπτη έκλεινε όλους τους Έλληνες στα σπίτια τους, εντούτοις δεν κατάφερε ποτέ να κατακτήσει τον τίτλο σε τρεις συνεχόμενες συμμετοχές σε final four. Παρά την υπερπροσπάθεια του μεγαλύτερου Έλληνα αθλητή όλων των εποχών, του Νίκου Γκάλη, δεν ήταν ακόμα καιρός για την κατάκτηση της Ευρώπης από ελληνική ομάδα. Άλλοτε η έλλειψη ψυχραιμίας του Γιαννάκη απέναντι στα κόλπα των Ισραηλινών, άλλοτε η απειρία της ομάδας και οι υπερβολικές προσδοκίες των φιλάθλων, άλλοτε το άγχος του Ιωαννίδη και άλλοτε η έλλειψη βάθους στον πάγκο, στοίχισαν στις κρισιμότερες στιγμές και στέρησαν από τον Άρη ένα ευρωπαϊκό τίτλο.

Έχουν περάσει πια δεκατρία ολόκληρα χρόνια από τότε που μετά τις αποτυχίες του Άρη, του ΠΑΟΚ (στην βραδιά που οι Παοκτζήδες ορκίζονται πως αν δεν είχε τραυματιστεί ο Τσέκος ο Αληταράς τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά), και του Ολυμπιακού του Ιωαννίδη, του Φασούλα και του Πάσπαλιε, μια ελληνική ομάδα απέδειξε ότι η κορυφή της Ευρώπης δεν είναι όνειρο. Στην πρώτη χρονιά μετά την αποχώρηση του Γκάλη από τα παρκέ, αλλά με την λάμψη του Ντομινίκ Ουίλκινς (ενός παίκτη που και στα 40 του βάζει κάτω δεκαπέντε Τσίλντρες) να κατακλύζει το Παρίσι, ο Παναθηναϊκός του Αλβέρτη, του Οικονόμου, του Παταβούκα, του Κόρφα, του προπονητή Μπόζινταρ Μάλκοβιτς, αλλά κυρίως του σπρίντερ Στόικο Βράνκοβιτς που με την τάπα του αιώνα διόρθωσε το λάθος του συνήθους ύποπτου Γιαννάκη και τις εγκληματικές αμέλειες της διαιτησίας, έφερε για πρώτη φορά το τρόπαιο στην Ελλάδα.

Ο Αλβέρτης ήταν εκεί και τέσσερα χρόνια αργότερα στον δεύτερο τίτλο (και ενώ είχε μεσολαβήσει ο δεύτερος ελληνικός τίτλος του Ολυμπιακού με σφραγίδα Ντέιβιντ Ρίβερς) με τον Ομπράντοβιτς να αναλαμβάνει πλέον μαέστρος στην δυναστεία που θα ακολουθούσε: Μποντίρογκα, Ρέμπρατσα, Κατάς, Φώτσης, Τζεντίλε, Λάζαρος Παπαδόπουλος, Κουτλουάι, Τζόνι Ρότζερς, Μουλαομέρο-βιτς, Μπουντούρης, Σισκάουσκας, Μπατίστ, Χατζηβρέτας, Ντικούδης, Τσαρτσαρής, Παπανικολάου, Γιασικεβίτσιους, Σπανούλης, Πέκοβιτς και ο νέος αρχηγός Δημήτρης Διαμαντίδης, συμμετείχαν στις τέσσερις κατακτήσεις της δεκαετίας του 2000, μαζί με τον Ομπράντοβιτς, τους αδελφούς Γιαννακόπουλου και το σύμβολο Φραγκίσκο Αλβέρτη.

Οι Ευρωπαϊκές δυναστείες

Η πρώτη πραγματικά μεγάλη ομάδα της ευρωπαϊκής καλαθόσφαιρας ήταν η λετονική (τότε Σοβιετική) ASK Ρίγα που κατέκτησε το τρόπαιο τρεις συνεχόμενες φορές από το 1958 – 1960, ενώ έχασε στον τέταρτο συνεχόμενο τελικό από μια άλλη Σοβιετική ομάδα, την ΤΣΣΚΑ του Αλεξέγιεφ που κατέκτησε το τρόπαιο και δυο χρόνια αργότερα. Η ΤΣΣΚΑ με ηγέτη τον θρυλικό Σεργκέι Μπέλοφ κατέκτησε δύο ακόμα τίτλους και έχασε δυο φορές στον τελικό, με προπονητή την αλεπού των πάγκων Αλεξάντερ Γκομέλσκι προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η σύγχρονη ΤΣΣΚΑ βέβαια του Ετόρε Μεσίνα είναι από πολλές απόψεις ακόμα πιο επιτυχημένη και από την ΤΣΣΚΑ του Γκομέλσκι, όντας η ευρωπαϊκή απεικόνιση του UCLA (όπως λέει και ο Σκουντής), με επτά συνεχόμενες συμμετοχές στο final four, τέσσερις συνεχόμενες συμμετοχές σε τελικό και δύο τίτλους, με τους Παπαλουκά, Χόλντεν, Άντερσον, Σισκάουσκας, Λάνγκτον, Σμόντις, να συγκροτούν ένα εξαιρετικά ισχυρό ομαδικό σύνολο.

Αν κάποιος θέλει να αναφερθεί σε ευρωπαϊκές δυναστείες πάντως, τα ονόματα που έρχονται αμέσως στο μυαλό, πάνω και από την ΤΣΣΚΑ, είναι της Ρεάλ και της Βαρέζε. Η βασίλισσα Ρεάλ του Λόλο Σάινθ, του Εμιλιάνο Ροντρίγκεζ και του Κλίφορντ Λουκ, του Γουέιν Μπραμπέντερ, του Χουάν Αντόνια Κορμπαλάν, του Ρουλάν, του Ρομάι Περέιρο και του Σέρμπιακ κατέκτησε τέσσερις τίτλους σε πέντε χρόνια στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και άλλους τρεις στην δεκαετία του 1970, όντας πρωταγωνίστρια στην Ευρωλίγκα για μια ολόκληρη εικοσαετία. Έκτοτε βέβαια μόνο η ταυτόχρονη παρουσία του θαύματος της φύσης Αρβίντας Σαμπόνις και του άρχοντα των δακτυλιδιών Ζέλικο Ομπράντοβιτς, κατέστησαν δυνατές να της χαρίσουν τον τίτλο το 1996. Σε αντίθεση με την Βασίλισσα, η Μπαρτσελόνα έχει κατακτήσει τον τίτλο του loser της διοργάνωσης, αδυνατώντας να επιβεβαιώσει τον χαρακτηρισμό της ως φαβορί, με εξαίρεση την διοργάνωση του 2003, όταν η δύναμη της έδρας, σε συνδυασμό με ένα εκπληκτικό Ντέγιαν Μποντίρογκα, της χάρισαν τον τίτλο.

Η Βαρέζε φαντάζει σήμερα ξεχασμένη, αλλά την δεκαετία του 1970 κατέκτησε πέντε τίτλους και ήταν φιναλίστ στις υπόλοιπες πέντε διοργανώσεις, όντας η πιο επιτυχημένη ομάδα σε μια μόνο δεκαετία και με τον μεγάλο Καθηγητή Άτσα Νίκολιτς να οργανώνει μια από τις καλύτερες ομάδες όλων των εποχών. Δυναστεία θεωρείται στο ευρωπαϊκό μπάσκετ συχνά και η ισραηλινή Μακάμπι έχοντας κατακτήσει τέσσερις τίτλους (και επιπρόσθετα τον «μισό» τίτλο του 2001) με παίκτες όπως οι Γιασικεβίτσιους και Άντονι Πάρκερ.

Ο θάνατος του μπάσκετ και η απόλυτη καλαθόσφαιρα

Χωρίς να θεωρούνται δυναστεία, δύο ακόμα ομάδες έγραψαν την δική τους ξεχωριστή ιστορία με δύο συνεχόμενους τίτλους έκαστη στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980: Η Τσιμπόνα του αδικοχαμένου Μότσαρτ Ντραζέν Πέτροβιτς κατέκτησε δύο συνεχόμενους τίτλους το 1985 και το 1986, πρώτα νικώντας την Ρεάλ και τον επόμενο χρόνο την Ζαλγκίρις του Σαμπόνις. Τις δύο επόμενες χρονιές ένας θρύλος του NBA, ο Μπομπ Μακ Αντού, χάρισε μόνος του στην Τρέισερ Μιλάνο δύο τίτλους νικώντας σε ισάριθμους τελικούς την Μακάμπι. Η Ζαλγκίρις πάντως, χωρίς τον Σαμπόνις, έδωσε το 1999 μια από τις κορυφαίες παραστάσεις απόλυτου μπάσκετ, φέρνοντας τον τίτλο στην Λιθουανία και ξορκίζοντας για πάντα τα φαντάσματα που είχαν στοιχειώσει την ευρωπαϊκή καλαθόσφαιρα την βραδιά που πέθανε το μπάσκετ και η Λιμόζ, του Γιανγκ και του Ντακουρί, θύμισαν υπό την εποπτεία του Μάλκοβιτς τα bad boys του Ντιτρόιτ του τέλους της δεκαετίας του 1980.

Είναι περίεργο διότι ο Μάλκοβιτς, ο ίδιος άνθρωπος που κήρυξε τον θάνατο του επιθετικού μπάσκετ με την Λιμόζ το 1993 και που έφερε τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο στην Ελλάδα με τον Παναθηναϊκό, είχε μερικά χρόνια προηγουμένως προπονήσει την καλύτερη ομάδα που είδαμε ποτέ στα ευρωπαϊκά γήπεδα: Την μεγάλη Γιουγκοπλάστικα. Η Γιουγκοπλάστικα ήταν η καλαθοσφαιρική απεικόνιση του επιθετικού ποδοσφαίρου της Ουγγαρίας του Πούσκας και του Κόκσιτς και του απόλυτου ποδοσφαίρου της Ολλανδίας του Κρόιφ και του μεγάλου Άγιαξ των αρχών της δεκαετίας του 1970. Σε αντίθεση όμως με την Ουγγαρία ή την Ολλανδία, η Γιουγκοπλάστικα δεν μπορούσε να χάσει στον τελικό. Για τρεις διαδοχικές χρονιές, το 1989, το 1990 και το 1991, η Γιουγκοπλάστικα κατέκτησε το βαρύτιμο τρόπαιο (μάλιστα την τρίτη φορά έκανε μάγκα το νέο προπονητή της Ζέλικο Παβλίσεβιτς και ονομαζόμενη ως Ποπ 84), νικώντας την Μακάμπι του Τζαμσί, την Μπαρτσελόνα του Σαν Επιφάνιο και τον Άρη του Γκάλη. Αν δεν γινόταν ο πόλεμος και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και αν η ομάδα αυτή, του Κούκοτς, του Ράτζα, του Σάβιτς, του Τάμπακ και του Ιβάνοβιτς παρέμενε ενωμένη, ίσως η ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ να ήταν διαφορετική.

Βέβαια η ιστορία δεν γράφεται με τα «αν». Η Γιουγκοπλάστικα δεν κατέκτησε όσα τρόπαια κατέκτησε η Ρεάλ, η ΤΣΣΚΑ, η Βαρέζε ή ο Παναθηναϊκός. Έπαιξε όμως, όσο καμιά άλλη ομάδα στην ευρωπαϊκή ιστορία, την απόλυτη καλαθόσφαιρα. Είναι γεγονός ότι η καλαθόσφαιρα σήμερα έχει αλλάξει από την δεκαετία του 1980. Στο NBA όμως ο Λεμπρόν, ο Κόμπι και ο Wade, στέλλουν φέτος ένα διαφορετικό μήνυμα: Ίσως ο κύκλος της άμυνας να έχει ολοκληρωθεί και να ξανάρθε ο καιρός για τους παίκτες είδωλα και για το show time. Ίσως…

Tags:

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Διαβάστε τους κανονισμούς για τα σχόλια

Γραμμένο σε Greeklish; Μετατρέψτε το σε Ελληνικά, αυτόματα!