3 Σεπτεμβρίου 2010

Η Κοκκινοσκουφίτσα κι ο κακός λύκος: Η κομματική πόλωση και το φαινόμενο «bandwagon»

Τεύχος Ιουνίου 2009 | , | Κατηγορία: Πολιτική

Το δικαίωμα της ενεργούς πολιτικής συμμετοχής, του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αποτελεί για πολλούς το κύτταρο της δημοκρατίας. Η έμμεση ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως την ξέρουμε σήμερα στον δυτικό κόσμο, χαρακτηρίζεται πολλές φορές από έντονη πολιτικοποίηση, καθώς και κομματικοποίηση, και παρά τις εκάστοτε περιστασιακές αυξομειώσεις που παρουσιάζει, ο έντονος κομματισμός αποτελεί συχνά μια σημαντική διαιρετική τομή σε πολλές κοινωνίες.

Η κυπριακή κοινωνία σίγουρα δεν αποτελεί εξαίρεση, αφού η διάσπασή της στα πλαίσια κομματικών αντιπαλοτήτων δεν είναι κάτι καινούριο. Τα μεγάλα κόμματα της χώρας δεν τείνουν μόνο να δημιουργούν ένα συνεχή ανταγωνισμό, ο οποίος λαμβάνει συνήθως ένα πολωτικό χαρακτήρα, αλλά στοχεύουν και στην διαιώνιση της κομματικής αυτής πόλωσης. Η συντήρηση εκ διαμέτρου αντίθετων απόψεων και πεποιθήσεων (εικονικών και μη) πιστεύεται ότι βοηθά στην νομιμοποίησή τους στην εξουσία, ή στην διαμόρφωση σκληρής αντιπολίτευσης. Τα ερωτήματα που προκύπτουν και τα οποία χρίζουν περαιτέρω προβληματισμού είναι τα ακόλουθα:

  • Από πού πηγάζει ο κομματισμός στην Κύπρο;
  • Πόσο ισχυρές είναι οι κομματικές ταυτότητες;

Πώς επιτυγχάνουν τα κόμματα να κρατούν την κοινωνία κομματικά πολωμένη, ιδιαίτερα δε σε μια περίοδο κατά την οποία οι βασικές πολιτικές θέσεις των δύο μεγάλων κομμάτων (ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στο εθνικό θέμα) φαίνεται να συντείνουν όλο και περισσότερο;

Κομματισμός στην βάση «εθνικού διχασμού»: Μια ιστορική πόλωση

Παρά τις κατά καιρούς διάφορες μεταβολές που σημειώνονται, η επιρροή των κομμάτων στην Κύπρο είναι ιδιαίτερα ισχυρή, αφού ο πολίτης νιώθει, ως επί τω πλείστω, ότι τον χαρακτηρίζει μια ιστορική σχέση με το κόμμα του. Αφού ο ιστορικός παράγοντας είναι σημαντικός για να κατανοήσουμε τους λόγους και την δυναμική πίσω από την κομματική διάσπαση της κυπριακής κοινωνίας, αξίζει να επικεντρωθούμε στα κόμματα με μακρόχρονη παρουσία στα πολιτικά δρώμενα της Κύπρου: Δηλαδή στα δύο μεγάλα κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ, καθώς και στα δύο μεγάλα κόμματα του ενδιάμεσου χώρου, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ.

Οι κύριοι ιστορικοί και ιδεολογικοί παράγοντες οι οποίοι επέτρεπαν τόσο στα δύο μεγάλα κόμματα να διατηρούν με άνεση την πόλωση, όσο και στα δύο πιο μικρά κόμματα να προσελκύουν ψηφοφόρους, μπορούν να διατυπωθούν ως ακολούθως:

Οι αισθητές και πραγματικές ιδεολογικές διαφορές που υπήρχαν πριν και μετά το 1960 (π.χ. κομμουνισμός-καπιταλισμός) ήταν όντως σημαντικές και χαρακτήριζαν τους ψηφοφόρους των κομμάτων. Αυτές ενισχύονταν ακόμα περισσότερο από τις διεθνείς «φιλίες» που είχαν τα αριστερά και δεξιά κόμματα/ηγέτες με συγκεκριμένα ξένα κράτη (π.χ. αριστερά με ΕΣΣΔ, δεξιά με Αγγλία και Δύση γενικότερα).

Οι προσωπικές εμπειρίες των ψηφοφόρων τόσο κατά την περίοδο 1955-59 όσο και μετά την Ανεξαρτησία το 1960, με κύριο ιστορικό σημείο αναφοράς το 1974, ήταν ισχυροί παράγοντες της συσπείρωσης αριστεράς και δεξιάς. Τις πλείστες φορές μάλιστα λειτουργούσαν και ως άκρως αποτρεπτικός παράγοντας μετακίνησης (ισοδύναμο προδοσίας) από το ένα κομματικό στρα-τόπεδο στο άλλο.

Οι λεπτές ισορροπίες και οι έκρυθμες πολιτικές καταστάσεις που επικράτησαν μετά την ανε-ξαρτησία, οι διακοινοτικές ταραχές του 1963 και η κοινωνικο-πολιτική λαίλαπα που επήλθε μετά την τουρκική εισβολή του 1974, διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον όπου ο κόσμος αισθανόταν ότι οποιοσδήποτε άλλος ηγέτης πέραν από τον «δικό του» δεν ήταν άξιος ή αξιόπιστος για να χειριστεί τα εθνικά προβλήματα.

Όσον αφορά στο ΑΚΕΛ, ένας επιπλέον βασικός παράγοντας της εκλογικής του ισχύος ήταν η ιστορική σχέση που δημιούργησε το κόμμα με την εργατική τάξη. Ας σημειωθεί ότι μέχρι το 1968 το ΑΚΕΛ ήταν όχι μόνο το μοναδικό κόμμα αλλά και η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη στην Κύπρο (το ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ ιδρύθηκαν μετά την τουρκική εισβολή του 1974).

Συνοπτικά συμπεραίνεται ότι, κατά την περίοδο των έντονων ιδεολογικών αντιθέσεων ο κόσμος ταυτιζόταν απόλυτα με τους πολιτικούς αρχηγούς του και ως εκ τούτου δεν υπήρχαν περιθώρια αλλαγής στρατοπέδων. Επικρατούσε δηλαδή μια βαθιά παραταξιακή διαίρεση δεξιάς-αριστεράς (και αργότερα ενδιάμεσου χώρου), καθώς και μια ισχυρή «εθνικοποίηση» της ψήφου.

Διατήρηση και διαμόρφωση κομματικής ταυτότητας σήμερα: Η πρόκληση των κομμάτων

Τα πράγματα σήμερα είναι πολύ διαφορετικά καθόσον τα έντονα πολιτικο-ιδεολογικά πιστεύω έχουν εκλείψει. Στη μετα-ψυχροπολεμική εποχή το ιδεολογικό σχίσμα έχει γενικά αποδυναμωθεί. Παράλληλα η ευρύτερη αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό της Κύπρου χαρακτηρίζεται από μια σταδιακή σύγκλιση θέσεων και απόψεων των δύο μεγάλων κομμάτων, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ, ιδιαίτερα σε ότι αφορά στο εθνικό θέμα.

Ως εκ τούτου, η συνεχώς παρατηρούμενη ταύτιση των πολιτικών τους πλεύσεων και η απουσία αξιοσημείωτης ταξικής ή/και ιδεολογικής ψήφου, σε συνδυασμό με την μείωση της πολιτικοποίησης των Κυπρίων αλλά και της ταυτόχρονης εμφάνισης της νέας γενιάς ψηφοφόρων και πολιτικών προσώπων που δεν έζησαν το ίδιο έντονα (ως και καθόλου) τις καταστάσεις της περιόδου προ και μετά του 1960 και του 1974, δημιουργούν μια πιο «ομοιογενή» κοινωνία. Ο ασαφής ιδεολογικός, πολιτικός και κοινωνικός διαχωρισμός του εκλογικού σώματος προκαλεί έντονους «πονοκεφάλους» στα κόμματα καθότι τα υποχρεώνει να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες «εξεύρεσης» και «διατήρησης» ψηφοφόρων.

Πώς μπορούν άραγε σήμερα οι φορείς εξουσίας να επιτύχουν την διατήρηση ή την ενίσχυση της κομματικής τους ισχύος και να προασπίσουν τα συμφέροντά τους; Πώς μπορούν να στοχεύσουν για παράδειγμα στην συσπείρωση της κομματικής τους βάσης σε περίοδο εκλογικής αναμέτρησης αν δεν υπάρχουν ουσιαστικές πολιτικο-ιδεολογικές διαφορές;

«Bandwagon Effect»: Η «αγελική» συμπεριφορά του Κύπριου ψηφοφόρου

Λύση για τα κόμματα αποτελεί η δημιουργία τεχνητής πόλωσης και φανατισμού, που στόχο έχει την διάσπαση της κοινωνίας. Ως επακόλουθο, τα κόμματα «εφευρίσκουν» διαφορές (εκεί που δεν υπάρχουν) και αναγάγουν μικρές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις σε μείζονα πολιτικά θέματα, καταστροφολογώντας μάλιστα πολλές φορές, με σκοπό την δημιουργία εντυπώσεων και προσέλκυση ψηφοφόρων. Η πλασματική αυτή πόλωση επιτυγχάνεται με την πολιτικοποίηση (και κομματικοποίηση) διαφόρων πτυχών της ζωής και της καθημερινότητας του Κύπριου πολίτη, με κύριους άξονες τον αθλητισμό και την παιδεία.

Στην περίπτωση του πρώτου παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της κομματικοποίησης του ποδοσφαίρου. Οι μεγάλες ως επί το πλείστον ομάδες έχουν μια σχετική (ως και έντονη) κομματική ταύτιση, η οποία συντηρείται με στόχο την πόλωση των οπαδών/ψηφοφόρων. Στις κερκίδες των σταδίων βλέπουμε τους οπαδούς να ανταλλάσουν συνθήματα και να αναρτούν πανό λες και είναι στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου. Η συντήρηση αυτού του φανατισμού αποτελεί δυστυχώς μερικές φορές ένα υπόγειο μέσο κομματικής συσπείρωσης.

Όσον αφορά στην παιδεία, τα κόμματα έχουν «εισβάλει» στα σχολεία και η προσπάθειά τους εστιάζεται στην διατήρηση και ενίσχυση κομματικά ελεγχόμενων μαθητικών παρατάξεων. Με αυτό τον τρόπο η νέα γενιά γίνεται αρωγός και συνεχιστής μιας «παλιομοδίτικης» πολιτικής, συντηρώντας στείρα διαιρετικά στοιχεία χωρίς βάθος και ουσιαστικό πολιτικο-ιδεολογικό υπόβαθρο και όραμα.

Το λυπηρό είναι ότι οι νέοι ψηφοφόροι λειτουργούν συχνά με μηχανικό τρόπο, καθότι χωρίς να μελετούν την ιστορία ή να εξετάζουν τα θετικά και τα αρνητικά της ψήφου τους, ακολουθούν πολλές φορές τη «μάζα», τους φίλους ή τους γονείς. Το γνωστό «Bandwagon effect» (ή επιρροή του «άρματος της εξουσίας» κατά την Ελληνική), είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται έντονα στην Κύπρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι με τρόπο χλευαστικό και λαϊκίστικο αναφερόμαστε πολλές φορές στην «αγελική» συμπεριφορά των ψηφοφόρων.

Οι «παραμυθένιοι ήρωες» της πολιτικής αρένας

Ο ανθρώπινος νους τείνει πολλές φορές να απλοποιεί τα πράγματα και να καταφεύγει σε απόλυτες κατηγοριοποιήσεις: «άσπρο-μαύρο», «δεξιοί-αριστεροί», «κιτρινομπλέ-ασπροπράσινοι», «καλοί-κακοί». Όπως, κατά κύριο λόγο, δεν υπάρχουν στο μυαλό του ανθρώπου αποχρώσεις του γκρίζου, παρά μόνο άσπρο και μαύρο, έτσι δεν υπάρχουν ούτε και άτομα που να χαρακτηρίζονται από ένα «αμάλγαμα» καλών και κακών στοιχείων. Αυτό είναι κάτι που ο νους μας είναι προγραμ-ματισμένος να διαχωρίζει από την παιδική ηλικία: Τα παραμύθια εισάγουν κάποιους στερεότυπους χαρακτήρες και οι ήρωές τους καθορίζονται σε καλούς και κακούς, ενώ σε κανέναν ήρωα δεν προσδίδεται χαρακτήρας με συγκερασμό των δύο αυτών στοιχείων. Κατά ένα παρόμοιο τρόπο φαντάζουν και τα πολιτικά πρόσωπα στο μυαλό των ψηφοφόρων: Είναι δηλαδή είτε καλά είτε κακά.

Με την ένταξη του πολίτη στο κομματικό «μαντρί» η απλούστευση αυτή γίνεται πολύ πιο εύκολα. Ο φανατισμός κάνει τον πολίτη να βλέπει το πολιτικό σκηνικό μέσα από τις παρωπίδες του παραλόγου και των άκρων. Ως επακόλουθο, πολλές φορές οι κομματικοί ηγέτες έχουν τα πρόσωπα της Κοκκινοσκουφίτσας και του κακού λύκου, παρεμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την ύπαρξη άλλης προοδευτικής πολιτικής φιλοσοφίας. Κάπως έτσι λοιπόν, μέσα σε αυτό τον «παραμυθένιο» κόσμο που ζει ο «προβατοποιημένος» από το κόμμα του ψηφοφόρος, με ανεπτυγμένο πλέον το ένστικτο της «αγελικής» υπακοής, διαβάζει την Κοκκινοσκουφίτσα κάθε βράδυ στα παιδιά του (τους μελλοντικούς ψηφοφόρους) και τους λέει πως έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Tags: ,

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Διαβάστε τους κανονισμούς για τα σχόλια

Γραμμένο σε Greeklish; Μετατρέψτε το σε Ελληνικά, αυτόματα!