Γράφει: Μαρία Υψηλάντη
Τα κακώς κείμενα: Η «αγένεια» του πρώτου προσώπου
Όλοι μας το έχουμε προσέξει κατά το μάλλον ή ήττον και μας έχει ενοχλήσει. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς το πράττουμε κιόλας, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσε το φαινόμενο να είναι ορατό και παρατηρήσιμο. Υπάρχει σε πολλούς, για να μην πω στους πιο πολλούς, η τάση, μέσα στα πλαίσια της συζήτησης, να καταλήγουν αργότερα ή γρηγορότερα σε μονόλογο (που μόνο τυπικά έχει την μορφή «διαλόγου») γύρω από τον εαυτόν τους. Όχι αναγκαστικά φθάνοντας στις υπερβολές της καυχησιάς και της ξιπασιάς – συνήθως ετούτη η αυτοαπορρόφηση σχετίζεται με θέματα επαγγελματικά, προσωπικά, υγείας και ποικίλα άλλα που συχνά είναι τόσο ασήμαντα, μακρινά και βαρετά για τον ακροατή (τυπικά «συνομιλητή»), ώστε εκείνος δεν μπορεί παρά απλώς να καταφάσκει, ή να αναθυμάται παρόμοια δικά του και, μόλις έρθει η σειρά του, να αντιστρέφει τους όρους κάνοντας τον προηγούμενο ομιλητή να πλήττει όσο ο ίδιος νωρίτερα. Είναι μάλιστα παρατηρημένο (και εκνευριστικότατο) ότι ο περιαυτολογών συχνά αδιαφορεί εμφανώς, αν όχι επιδεικτικά, όταν ο συνομιλητής του απλώς και μόνο αναφέρει κάποια ανάλογη δική του περίπτωση, με διάρκεια λόγου και έκθεση λεπτομερειών που απέχει παρασάγγας από την έκταση και την αναλυτικότητα της ανάπτυξης του πρώτου.
Αυτή η διαπίστωση δεν πρέπει ασφαλώς να εκληφθεί ως άρνηση και απαξίωση της φυσιολογικής συνήθειας να λέμε τα προβλήματα και τις σκέψεις μας στους φίλους μας και να ακούμε τα δικά τους με διάθεση κατανόησης και συμπαράστασης. Εννοείται ότι στο συγγενικό και στο στενά φιλικό περιβάλλον αυτή η ανταλλαγή είναι απαραίτητη και αυτονόητη και η μόνη ικανή οδός διά της οποίας χτίζονται ειλικρινείς και ουσιαστικές σχέσεις. Ακόμα και εδώ όμως αν συμβεί ο «εκφυλισμός» που μόλις περιγράφθηκε, με την μόνιμη και εγωιστική αυτοενασχόληση του κάθε μέλους, τότε η σχέση κλονίζεται ή γίνεται επιφανειακή και ανιαρή. Στον ευρύτερο φιλικό κύκλο πάλι είναι σε ένα βαθμό λογικό να μιλάμε για προσωπικές μας εμπειρίες, αλλά πολύ ευκολότερα αυτή η συνήθεια μπορεί να πάρει την λανθασμένη κατεύθυνση που προαναφέρθηκε. Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον παρατηρείται το φαινόμενο οι διάλογοι να εκτρέπονται συχνά σε μονολόγους περιεχομένου εντελώς αδιάφορου για τους άλλους οι οποίοι ακούν και ενδιαφέρονται επιφανειακά και σε περιορισμένο βαθμό, πέραν του οποίου «πέφτουν» οι διακόπτες της προσοχής. Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον γίνεται η συνήθεια ενοχλητικότατη και κουραστικότατη. Όμως η έλλειψη οικειότητας που κατά κανόνα υπάρχει μεταξύ των προσώπων εδώ καθιστά την γνωστοποίηση της ενόχλησης δύσκολη, ή μάλλον αδύνατη.
Σε τί όμως οφείλεται αυτή η τάση; Αφού ο περιαυτολογών ομιλητής πλήττει θανασίμως όταν βρεθεί στην θέση του ακροατή ενός ομιλητή παρόμοιου με τον εαυτόν του, και ακούει μόνο κατ’επίφασιν, τότε γιατί δεν παίρνει επιτέλους το μήνυμα ώστε να κόψει ο ίδιος αυτό το «χούι»; Δύο παράγοντες είναι λογικά δυνατόν να εκληφθούν ως υπεύθυνοι για κάτι τέτοιο: Η εγωπάθεια (=αδιαφορία για την βαρεμάρα του απέναντι) και η διανοητική ανεπάρκεια (=αδυναμία συνειδητοποίησης της βαρεμάρας του απέναντι). Επειδή όμως οι έχοντες αυτήν την συνήθεια ανέρχονται σε υψηλό αριθμό και δεν μπορούμε να θεωρήσουμε, ούτε και είναι, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ανόητο, και επειδή πολλοί τέτοιοι ομιλητές συμβαίνει να είναι κατά γενική ομολογία ευφυείς, η μόνη εξήγηση που απομένει είναι η εγωπάθεια. Τέλος πάντων, για να αποφεύγονται οι υπερβολικοί όροι, ας πούμε η υπέρμετρη αξία που δίνει στον εαυτόν του ο καθένας μας, και η οποία επισκιάζει την επίγνωση της κοινωνικώς ορθής ή εν πάση περιπτώσει ορθότερης συμπεριφοράς. Δεν έχει νόημα να προσπαθήσει κανείς να πείσει τους ανθρώπους να μην θεωρούν τον εαυτόν τους το κέντρο αν όχι του κόσμου, έστω του περιβάλλοντός τους, γιατί, ακόμα και αν εγκεφαλικά γνωρίζουν την σχετική τους θέση, βαθιά μέσα τους και ενστικτωδώς δεν θα πάψουν ποτέ να αισθάνονται ως το κύριο σημείο αναφοράς. Μπορούν όμως να επιβάλουν στο ένστικτο τη λογική και να εφαρμόσουν μιαν ευγένεια που μόνο νεκρός τύπος και σύμβαση δεν είναι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους από τους λεγόμενους «καλούς τρόπους»: Ακόμα και αν δεν ενδιαφέρονται, ας προσποιούνται τουλάχιστον πως ενδιαφέρονται για τους άλλους, και ας χρησιμοποιούν συχνότερα στο λόγο τους το δεύ-τερο πρόσωπο (ή ακόμα και το γενικευτικό τρίτο πληθυντικό) αντί του πρώτου. Εκτός από το άμεσο όφελος του ότι θα γίνουν συμπαθέστεροι και πιο ενδιαφέροντες για τους γύρω τους, σιγά σιγά αυτό θα τους γίνει μια καλή συνήθεια την οποία ίσως μιμηθούν και οι άλλοι.
Η Μαρία Υψηλάντη είναι Επίκουρος Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου
