Γράφει: Kaniye Ebeku , Μιχάλης Κοντός
Συνέντευξη Kaniye Ebeku: «Η κριτική στην δικαιοσύνη πρέπει να έχει όρια»
Kaniye Ebeku. Καθηγητής Νομικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας
στον Μιχάλη Κοντό
Ο Καθηγητής και Πρόεδρος του τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Kaniye Ebeku είναι ένας διακεκριμένος νομικός, που ειδικεύεται μεταξύ άλλων στο δημόσιο δίκαιο και τις σχέσεις μεταξύ της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας. Εξ αφορμής των αντιδράσεων που προέκυψαν μετά την πρόσφατη αθωωτική απόφαση του Κακουργιο-δικείου Λευκωσίας, ζητήσαμε την γνώμη του για τα όρια της άσκησης κριτικής στην δικαιοσύνη, για τα κριτήρια με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασίζουν οι δικαστές, αλλά και για τον ρόλο των ακαδημαϊκών και των δικηγόρων.
Η πρόσφατη αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας για τους δέκα αστυνομικούς, προκάλεσε έντονα συναισθήματα και κριτική κατά της δικαστικής εξουσίας. Πιστεύετε ότι η κριτική αυτή είναι δικαιολογημένη;
Θα πρέπει πρώτα να δεχθούμε ότι ο κόσμος έχει το δικαίωμα να αντιδρά σε κοινωνικές και άλλες εξελίξεις όπως θεωρεί εύλογο ή δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις. Από την πιο πάνω παραδοχή δεν εξαιρείται η δημόσια έξαρση συναισθημάτων εξ αφορμής της πρόσφατης αθώωσης των δέκα αστυνομικών που κατηγορούνταν για βάναυσο ξυλοδαρμό δύο νεαρών φοιτητών. Έχοντας πει αυτά πάντως, αισθάνομαι ότι η σκληρή και απεριόριστη κριτική σε βάρος της δικαστικής εξουσίας εξ’ αφορμής της αθωωτικής απόφασης είναι αδικαιολόγητη και απότοκο ελλιπούς ενημέρωσης. Οι περισσότεροι από τους κριτές τείνουν να εισηγηθούν ότι οι δικαστές που αποφάσισαν την υπόθεση δεν είχαν μόνο άδικο, αλλά ήταν και αμόρφωτοι και ακατάλληλοι να ασκούν τα καθήκοντά τους ως δικαστές. Αυτό είναι ατυχές. Φαίνεται να λησμονείται ότι οι δικαστές έχουν καθήκον σύμφωνα με τον νόμο να αποφασίζουν μια υπόθεση σύμφωνα με το ισχύον κυπριακό δίκαιο και χωρίς φόβο ή πάθος. Αν οι δικαστές έχουν νομικά άδικο, τότε το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να το διορθώσει. Οπωσδήποτε αν η κριτική αυτού του είδους συνεχιστεί ή επαναληφθεί σε άλλες υποθέσεις, τότε η ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος θα υποβαθμιστεί, κάτι που θα ζημιώσει γενικότερα την κοινωνία. Οι δικαστές θα πρέπει να έχουν την ελευθερία να αποφασίζουν τις υποθέσεις. Και θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η συναισθηματική φόρτιση δεν αντανακλά απαραίτητα δικαιοσύνη.
Πολύς λόγος έγινε για την διαμάχη μεταξύ Γενικού Εισαγγελέα και Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πώς αξιολογείτε την διαμάχη αυτή και ποια είναι τα όρια της κριτικής της δικαστικής εξουσίας;
Πιστεύω ειλικρινά ότι η διαμάχη μεταξύ Γενικού Εισαγγελέα και Ανωτάτου Δικαστηρίου λόγω της απόφασης υπήρξε ατυχής. Απογοητεύθηκα ιδιαίτερα από την προσέγγιση του Γενικού Εισαγγελέα. Αν και μπορεί να είναι δύσκολο ή και μη αναγκαίο να εξαιρέσουμε συνολικά το δικαστικό σώμα από την κριτική, εντούτοις πιστεύω ότι θα πρέπει να υπάρχουν κάποια όρια στην κριτική των δικαστικών αποφάσεων, ιδιαίτερα όταν αυτή προέρχεται από υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Αυτό είναι απαραίτητο ώστε να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία, το κύρος και η ακεραιότητα των δικαστηρίων. Ο Γενικός Εισαγγελέας, οι Υπουργοί και άλλοι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι θα πρέπει να απέχουν από δημόσιες δηλώσεις κριτικής της δικαστικής εξουσίας για λόγους που άπτονται της συμμετοχής τους σε διάφορες υποθέσεις που κρίνονται δικαστικά. Αυτή είναι η πρακτική σε πολλές χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν πιστεύω ότι η δημοκρατία εξυπηρετείται από την αδιάκριτη κριτική κατά των δικαστών. Οι δικαστές είναι και πρέπει να είναι μη πολιτικά όντα. Δεν είναι δουλειά τους να κυβερνούν, όπως τα μέλη της εκτελεστικής εξουσίας ή της Βουλής των Αντιπροσώπων. Ενώ οι πολιτικοί θα πρέπει να υφίστανται συνεχώς κριτική ώστε να αποφεύγεται η κατάχρηση εξουσίας. Κατά την γνώμη μου ο τρόπος της κριτικής της δικαστικής εξουσίας από τον Γενικό Εισαγγελέα επέφερε σοβαρή ζημιά στο δικαστική σύστημα. Ήταν ένα λάθος που στοίχισε και που, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν θα πρέπει να επαναληφθεί στο μέλλον.
Πιστεύετε ότι το δίκαιο θα πρέπει να συμμορφώνεται με τα πιστεύω της πλειοψηφίας ή των ειδικών δικαστών;
Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση. Εκείνο που πιστεύει η πλειοψηφία του λαού είναι συχνά μια αίσθηση ηθικής και όχι απαραίτητα δικαιοσύνης. Αν και η κοινωνική ηθική αναμφίβολα διαμορφώνει το περιεχόμενο μιας κοινωνικής έννομης τάξης, εντούτοις η σφαίρα της ηθικής δεν ταυτίζεται με την σφαίρα του δικαίου σε μια δημοκρατική χώρα. Κατά συνέπεια το κυπριακό δίκαιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά όχι απαραίτητα να συμμορφώνεται με το λεγόμενο δημόσιο αίσθημα δικαίου, εφόσον αυτό μπορεί να βρίσκεται πολύ πιο κάτω από τα αποδεκτά δημοκρατικά όρια. Για παράδειγμα, αν μια έρευνα διεξαχθεί σήμερα, η πλειοψηφία των πολιτών πιθανώς να υποστηρίξουν την θανατική ποινή για ορισμένα είδη αδικημάτων, όπως ο φόνος. Εντούτοις η παρούσα κατάσταση στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα επέτρεπε σε κάτι τέτοιο να συμβεί. Από την άλλη βέβαια και οι δικαστές δεν μπορούν να ενεργούν μόνο στην βάση των προσωπικών τους πιστεύω. Στο τέλος της ημέρας θα πρέπει να επικρατήσει η δικαιοσύνη που είναι σύμφωνη με τον νόμο. Και θεωρούμε ότι ένας νόμος που ψηφίστηκε από την πλειοψηφία των αντιπροσώπων του λαού, αντικατοπτρίζει την πλειοψηφία.
Πολλοί δικηγόροι εξέφρασαν την άποψη ότι η απουσία πλήρως συγκροτημένων νομικών σχολών στην Κύπρο συνιστά έναν από τους λόγους της παρούσας κατάστασης πραγμάτων, με την έννοια ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν τυγχάνουν κριτικής. Ως πανεπιστημιακός πώς αντιδράτε σε αυτό το επιχείρημα;
Είναι κάπως αστείο. Εν πρώτοις δεν χρειάζεται να είσαι πανεπιστημιακός για να ασκήσεις κριτική σε μια δικαστική απόφαση. Πολλοί σημαντικοί δικηγόροι σε άλλες χώρες έχουν πλειστάκις γράψει εξαίρετα κείμενα με τα οποία άσκησαν κριτική σε δικαστικές αποφάσεις. Επομένως, αν υπάρχει ανάγκη κριτικής, ο ισχυρισμός περί απουσίας νομικών σχολών δεν συνιστά δικαιολογία, εφόσον έχουμε στην Κύπρο πολλούς ικανούς και μορφωμένους δικηγόρους. Δεύτερο, όταν μιλούμε για νομικές σχολές ήταν όντως ατυχές το γεγονός ότι η Κύπρος δεν είχε μέχρι πρόσφατα μια πλήρως συγκροτημένη νομική σχολή. Μέχρι σήμερα η μόνη τέτοια αναγνωρισμένη σχολή είναι αυτή του τμήματος νομικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Πιθανώς θα αναγνωριστούν και άλλες στο μέλλον. Εντούτοις θα πρέπει να τονιστεί ότι η ανάπτυξη νομικών σχολών δεν θα μεταβάλει δραματικά την παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Για να βελτιωθεί η δικαστική απόδοση, θα εισηγούμουν ένα σχέδιο διαρκούς νομικής επιμόρφωσης των δικαστών. Ένα κρατικό δικαστικό ινστιτούτο θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί προς τον σκοπό αυτό. Πιστεύω επίσης ότι οι δικηγόροι θα πρέπει να υποχρεώνονται να συμμετέχουν σε μια διαρκή νομική εκπαίδευση ως προαπαιτούμενο της ανανέωσης της άδειάς τους. Για παράδειγμα, οι δικηγόροι μπορούν να κερδίζουν βαθμούς μέσα από την συμμετοχή σε τοπικά ή διεθνή νομικά σεμινάρια ή συνέδρια.
