Γράφει: Ανδρέας Παστελλάς
Ο θαυμαστός κόσμος των Αγγλικών GCE
Ο Ανδρέας Παστελλάς είναι φιλόλογος
Είναι ν’ απορεί και να θαυμάζει κανείς πώς ενώ θέση ή άποψη που γενικά απορρίφθηκε και αποδοκιμάστηκε, επανέρχεται, μεθοδευμένη, δι’ άλλης οδού και απειλεί να επιβληθεί με τη σύμπραξη δύο κομμάτων, που είτε εκ του εμφανούς είτε σιωπηρά (μέσω εξαρτημένων κινήσεων εκπαιδευτικών, οργανώσεων γονιών και μαθητών) είχαν συνταχθεί με την πλευρά εκείνη που διαφωνούσε και μαχητικά αντιτασσόταν στην άποψη αυτή. Αναφερόμαστε, βεβαίως, στην προσπάθεια του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου να εισαγάγει το εξεταστικό σύστημα των αγγλικών GCE ως κριτήριο εισαγωγής φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.
Είναι να μη θαυμάζει και να μην απορεί κανείς με το θέαμα δύο κομμάτων (ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ) με διαφορετικές, υποτίθεται, «φιλοσοφίες» (αποφεύγουμε τον όρο «ιδεολογίες» προ πολλού χρεοκοπημένο), των οποίων η αντίθεση ήταν εκ των προτέρων δεδηλωμένη, αν όχι για το σύνολο της ηγεσίας τους, τουλάχιστον για την συντριπτική πλειοψηφία των μελών τους, για διαφορετικούς προβαλλόμενους λόγους. Των μεν για κοινωνικούς, των δε για εθνικοπολιτικούς, κυρίως, λόγους. Που φαίνεται διαγράφονται σήμερα, όταν συγκλίνουν τώρα στην αποδοχή και υιοθέτηση ενός συστήματος που μας επαναφέρει στην νεκρανάσταση παλαιών αποικιοκρατικών προδιαγραφών, με το πρόσχημα της εξυπηρέτησης, δήθεν, μιας μικρής (στην αρχή) ομάδας αποφοίτων αγγλόφωνων σχολείων. Πώς γίνεται, στ’ αλήθεια, να συμβαίνει μια τόσο ριζική μεταβολή θέσεων; Όταν η γενόμενη αυτοψία της υποθέσεως έχει δώσει το αναμφισβήτητο πόρισμα των ζοφερών παραμέτρων της;
Ποιο μαγικό ραβδί ποιας Κίρκης μάγισσας ενήργησε τόσο θαυματουργά, ώστε να επέλθει η ριζική μεταβολή, τα ισχυρά επιχειρήματα που προβλήθηκαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Με ποια ταχυδακτυλουργική μέθοδο διαγράφονται οι «κοινωνικές ανισότητες», τις οποίες κατάφωρα υπηρετεί το σύστημα GCE και τόσο προκλητικά αγνοούνται; Πώς από την άλλη το εθνικά επιλήψιμο γίνεται «εθνικά νόμιμο»; Δικαιολογημένα οι υποψίες στρέφονται προς άλλες κατευθύνσεις που έχουν σχέση με ανταλλάγματα, εκδουλεύσεις και συναλ-λαγές του παρασκηνίου και γιατί όχι υπακούοντας σε κάποια πολύ φιλική «συμβουλή» άνωθεν και έξωθεν επιφοίτησης. Κάποιοι δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να βρισκόμαστε μπροστά σε μια μικρή δοκιμή (τεστ) του πώς θα δράσουν από κοινού τα δύο κόμματα έχοντας, ως γνωστό, την απόλυτη πλειοψηφία, μπροστά σε μια λύση παρόμοια με εκείνη του 2004. Έτοιμοι να στρώσουν το κόκκινο χαλί για να περάσει, αφού ένα άλλο χαλί, άλλου χρώματος δεν κατάφεραν να τραβήξουν κάτω από τα πόδια του «απορριπτικού» Τάσσου Παπαδό-πουλου, όπως ήθελαν οι Αμερικανοί.
Εκτός από το εύκολο και βολικό διπλοπόρτι, που εξασφαλίζεται με την υιοθέτηση του Αγγλικού συστήματος εξετάσεων για τους κατόχους των GCE, η εκδούλευση προς την ιδιωτική εκπαίδευση, και μάλιστα αγγλόφωνη στη συντριπτική πλειοψηφία της, που την εκτρέφει μια χλιαρή έως ανύπαρκτη νομοθεσία, η οποία ραγδαία και αλματωδώς γιγαντώνεται εις βάρος της δημόσιας, είναι εκτός συζητήσεως. Τρομάζει κανείς διαβάζοντας τα ευρήματα έρευνας που παρουσιάζει σε καθημερινή εφημερίδα, φίλα προσκείμενη στην ιδιωτική εκπαίδευση, συντάκτης της εφημερίδας (βλ. «Φιλελεύθερος», 18/4/09) υπό τον λίαν έυγλωττο τίτλο «Πόλος έλξης η ιδιωτική εκπαίδευση στην Κύπρο». Έτσι πληροφορούμαστε ότι το ποσοστό των μαθητών της ιδιωτικής εκπαίδευσης, ενώ στο σχολικό έτος 1994-95 έφτανε στα 7%, το 2008-09 ανήλθε στο 17%, με πρόβλεψη για το 2021-22 ότι θα ανέλθει στο 25% του μαθητικού πληθυσμού.
Πιο πολύ από την παραδοξότητα που χαρακτηρίζει τη στάση που τηρούν τα δύο κόμματα (ΑΚΕΛ-ΔΗΣΥ), θαυμασμό και απορία προξενεί η ανεξάντλητη επιμονή του Πρύτανη ενός δημόσιου Πανεπιστημίου, όπως το Πανεπιστήμιο Κύπρου, να εισαγάγει θεσμό εξετάσεων μιας ξένης χώρας (τα Αγγλικά GCE), με τον οποίο νοθεύεται και υπονομεύεται το ισχύον εσωτερικό σύστημα εξετάσεων, με όλες τις αρνητικές παρενέργειες που έχουν επισημανθεί. Απτόητος ο κ. Πρύτανης δεν διστάζει να παραπληροφορεί και να παραπλανά, χρησι-μοποιώντας το ψευδεπίγραφο «διεθνείς εξετάσεις» για το καθαρόαιμο αγγλικό παίγνιο των εξετάσεων GCE. Θυμηθείτε ακόμη τα περί σύμβασης της Λισαβόνας, που έταζε δεξιά και αριστερά, και ήταν αρκετή μια σύντομη δήλωση της συναδέλφου του κυρίας Κεραυνού, Προέδρου του ΚΥΣΑΤΣ, για να τον «αδειάσει» άπαξ διά παντός (βλ. «Φιλελεύθερος», 29/5/08, «Το ΚΥΣΑΤΣ ‘αδειάζει’ το Πανεπιστήμιο Κύπρου»). Κατά τα άλλα, χωρίς να καταφέρει να αποκρύψει την αλαζονεία του, θέλει να παριστάνει τον υπέρμαχο του διαλόγου, αρκεί να αποφασίζει αυτός πρώτος και τελευταίος.
Εκτός από την καταφανέστατη παραβίαση της αρχής των ίσων ευκαιριών και των επί ίσοις όροις εξεταστικών δοκιμασιών στις οποίες υπόκεινται οι απόφοιτοι όλων των δημοσίων σχολείων για τα οποία αρκετά έχουν λεχθεί από ειδήμονες μελετητές, οι επικρεμάμενοι κίνδυνοι εις βάρος ζωτικής σημασίας τομέων της Κυπριακής Εκπαίδευσης είναι επίσης καταφανέστατοι. Από πλευράς ριζικής ανατροπής εκπαιδευτικών κατευθύνσεων, όπου καταλήγουμε στο περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων, κεντρικό και θεμελιώδες είναι το θέμα της γλώσσας. Είναι εδώ και χρόνια που χρονολογείται η προσπάθεια θεσμοθετήσεως της χρήσης της Αγγλικής ως γλώσσας διδασκαλίας αρχικά στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και μεταγενέστερα στο ΤΕΠΑΚ. Προσπάθειες που ευτυχώς απέτυχαν. Θα προσθέταμε: «Επί του παρόντος», παρακολουθώντας τις πείσμονες μεθοδεύσεις και τις συνεχείς στοχεύσεις κάποιων ισχυρών κύκλων, με εξίσου ισχυρά προγεφυρώματα στο εσωτερικό. Οι εξετάσεις GCE είναι κυριολεκτικά ο Δούρειος Ίππος για την προώθηση τέτοιων σχεδίων. Η υποβάθμιση της Ελληνικής μητρικής γλώσσας θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, σε περίπτωση υιοθέτησης των σημερινών σχεδίων του κ. Πρύτανη. Η επιβολή της Αγγλικής στην Μέση Εκπαίδευση εξ ανάγκης, όπως θα παρουσιασθεί, ας θεωρηθεί ως άμεσο ενδε-χόμενο. Η ρυμούλκηση της Δημοτικής Εκπαίδευσης, τέλος, θα κριθεί ως κάτι αναπόφευκτο.
Γι’ αυτό ας μη παραπλανούν οι δήθεν μετριοπαθείς προτάσεις συμβιβασμού για μείωση του ποσοστού εισακτέων βάσει του αγγλικού συστήματος εξετάσεων GCE, που προβάλλονται από διάφορους καλοθελητές, χάριν παζαρέματος. Η ουσία και ο κεντρικός στόχος είναι η δημιουργία του μικρού ρήγματος με ένα μικρό ποσοστό, ας πούμε 3% ή και μικρότερο, στο σώμα και το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελληνικής Παιδείας της Κύπρου. Το ρήγμα αυτό θα διευρύνεται συνεχώς με την προβλεπόμενη αύξηση της ζήτησης και των αντίστοιχων πιέσεων που προβλέπονται ότι θα είναι έντονες και συνεχείς για αύξηση του ποσοστού και εύκολα πραγματοποιήσιμες, γνωρίζοντας την κυπριακή πραγματικότητα.
Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει την έκβαση της σημερινής αναμέτρησης, το αποτέλεσμα των στημένων φάσεων του παιχνιδιού, των «ανταλλαγμάτων» και των «τροποποιήσεων», που ρίχνονται στο τραπέζι προς παγίδευση των καθηγητών από εκείνους που κινούν τα νήματα (Υπουργείο Παιδείας-Πρύτανη-τα κόμματα ΑΚΕΛ-ΔΗΣΥ). Θα πρέπει εν τούτοις να αναγνωρισθεί η καρτερική αντίσταση της σημερινής ηγεσίας της ΟΕΛΜΕΚ και της τεράστιας πλειοψηφίας των καθηγητών που την περιβάλλει. Η αντίσταση αυτή ανακαλεί στην μνήμη ανάλογες μέρες άρνησης υποταγής στα καταπιεστικά μέτρα που μηχανεύονταν οι Άγγλοι αποικιοκράτες κατά της Παιδείας μας. Που ζήσαμε ως μαθητές τότε και μεταγενέστερα ως νεαροί καθηγητές. Φαίνεται πως σ’ αυτούς έλαχε ο κλήρος να υπερασπίζονται την τιμή και την υπόληψη αυτού του τόπου.
Ωστόσο δεν είναι δυνατό να κατασιγάσουμε το επίμονο και βασανιστικό ερώτημα που πλανάται αυτές τις μέρες στη σκέψη μας: Είμαστε μήπως μπροστά στο φάσμα μιας επερχόμενης εσωτερικής κατάστασης πραγμάτων, την οποία θα ρυθμίζει και θα καθορίζει η συμμαχία, ή καλύτερα η συμπαιγνία δύο κομμάτων, που προοιωνίζει σοβαρές εξελίξεις στην πορεία του εθνικού μας θέματος, την οποία σχεδιάζουν να υπαγορεύουν και να ποδηγετούν με τις ενδοτικές, κατά κανόνα, επιλογές και αποφάσεις τους;
