Γράφει: Αντώνης Κ. Πετρίδης
Ψύχραιμα!: Συζητώντας νηφάλια για την εισαγωγή φοιτητών με διεθνείς εξετάσεις
Ο Αντώνης Κ. Πετρίδης είναι Λέκτορας Αρχαίων Ελληνικών στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου
Ας μου επιτραπεί να δηλώσω ότι η όλη συζήτηση περί της εισαγωγής φοιτητών στα κυπριακά κρατικά Πανεπιστήμια μέσω διεθνών εξετάσεων έχει παρεκτραπεί, σε σημείο που πλήττει πια τους ίδιους τους ανθρώπους προς όφελος των οποίων υποτίθεται διεξάγεται: Τους μαθητές των δημοσίων σχολείων, που διαγωνίζονται μέσω των Παγκυπρίων Εξετάσεων με διακύβευμα το πανεπιστη-μιακό τους μέλλον. Επιβάλλεται να ηρεμήσουμε. Στο κείμενο που ακολουθεί θα καταθέσω κάποιες εντελώς προσωπικές σκέψεις, οι οποίες υπαγο-ρεύονται από την τριπλή ιδιότητά μου: (α) Ως προϊόντος της δημόσιας εκπαίδευσης (είμαι περήφανος απόφοιτος του Λυκείου Δασουπόλεως)· (β) ως λειτουργού της ιδιωτικής Μέσης Εκπαί-δευσης (εργάστηκα επί τετραετία σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, όπου δίδαξα Νέα Ελληνικά στα πλαίσια ενός ορισμένου συστήματος διεθνών εξετάσεων)· και (γ) σήμερα πλέον, ως Πανεπιστημιακού, ο οποίος δεν ανήκει ούτε στο ΠαΚυ ούτε στο ΤΕΠΑΚ, συνεπώς μπορεί, νομίζω, να δει τα πράγματα ως αντικειμενικός παρατηρητής.
Δηλώνω ευθαρσώς και εξαρχής ότι θεωρώ υπερβολικούς τους φόβους που εκφράζονται σχετικά με την εισαγωγή φοιτητών μέσω διεθνών εξετάσεων. Μια από τις αιτίες που εξέτρεψαν την συζήτηση είναι ότι διεξάγεται, ως συνήθως, ανεξέλεγκτα και άναρχα. Η συζήτηση πρέπει εξάπαντος να τεθεί στην βάση αρχών.
Η πρώτη αρχή, αν και αυτονόητη, αξίζει να επαναλαμβάνεται συνεχώς: Η πίστη και η νομιμοφροσύνη όλων μας στην δημόσια παιδεία οφείλει να είναι απαρασάλευτη. Όση και αν είναι η προσφορά των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων δευτε-ροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (και είναι μεγάλη), κανένα μέτρο δεν μπορεί να υπονομεύει την δημόσια παιδεία. ΟΜΩΣ: Η απειλή για την δημόσια παιδεία προέρχεται από πολλούς άλλους φθορο-ποιούς παράγοντες (μεταρρυθμίσεις και αντιμε-ταρρυθμίσεις, συντεχνιακές και τάχα δημοκρατικές λογικές, παιδαγωγικούς πομφόλυγες, «ανθρώπινα σχολεία», ελλιπείς κρατικές και ιδιωτικές επενδύσεις, ένα απίστευτα πεπαλαιωμένο σύστημα διορισμού καθηγητών κλπ. κλπ…), ΟΧΙ από τις όποιες ανταγωνιστικές μορφές παροχής δευτεροβάθμιας εκπαί-δευσης.
Οι τελευταίες μόνο καλή υπηρεσία μπορούν να προσφέρουν προάγοντας (φευ…) τον υγιή ανταγωνισμό και την ευγενή άμιλλα μεταξύ των συστη-μάτων. Δεν ξέρω αν το θυμάται σήμερα κανείς, αλλά ανάλογα διλήμματα αντιμετωπίσαμε και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν το ερώτημα ήταν κατά πόσο έπρεπε να επιτραπεί στους μαθητές των ιδιωτικών σχολείων να συμμετέχουν στις Παγκύπριες Εξετάσεις με τους ίδιους όρους όπως και οι μαθητές των δημοσίων. Η ΟΕΛΜΕΚ ήταν και τότε διαπύρως αντίθετη, με επιχειρήματα ανάλογα με τα σημερινά. Το ότι η απόφαση ήταν «υπέρ» των μαθητών των ιδιωτικών δε νομίζω ότι προβάλλεται από τον οποιονδήποτε τώρα ως μια από τις αιτίες που οδήγησαν την δημόσια παιδεία στην παρακμή! Το γεγονός ότι μπορεί ένας μαθητής σήμερα να περάσει στην Φιλολογία χωρίς Λατινικά αλλά με Δακτυλογραφία και Αγωγή του Πολίτη νομίζω είναι πολύ σοβαρότερο πρόβλημα…
Η δεύτερη αρχή είναι λιγότερο αυτονόητη, αλλά εξί-σου καίρια. Τα Πανεπιστήμια πρέπει να έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν τα ίδια τους φοιτητές τους, άρα πρέπει να δικαιούνται να προσδιορίζουν τα ίδια κριτήρια εισδοχής, γιατί όχι και να πρωταγωνιστούν στις διαδικασίες διαλογής των καταλλήλων υπο-ψηφίων. Το ποιοι μαθητές θα εισαχθούν στα Πανε-πιστήμια δεν πρέπει να είναι τσιφλίκι ούτε των συνδικαλιστών, ούτε των γραφειοκρατών του Υπουργείου Παιδείας ούτε των βουλευτών της Επι-τροπής Παιδείας. Ενδείκνυται ex officio να είναι κατά πρώτο λόγο υπόθεση των πανεπιστημιακών καθηγητών, οι οποίοι βεβαίως οφείλουν να εξασφαλίζουν συνθήκες αξιοκρατίας, αντικειμενικότητας κ.ο.κ.
Η τρίτη και σπουδαιότερη αρχή που απαιτείται να αναγνωριστεί είναι η ακόλουθη: Κανένα σοβαρό πανεπιστημιακό σύστημα του εξωτερικού δεν αξιώνει μονοπώλιο των εθνικών συστημάτων εισδοχής στα Πανεπιστήμια. Οι διεθνείς εξετάσεις ακόμα και τα εθνικά απολυτήρια γίνονται δεκτά ως προσόντα σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου. Ας είμαστε ειλικρινείς όσο και αν αυτό μας θλίβει: Το ελλαδικό πανεπιστημιακό σύστημα (του οποίου επίσης είμαι γόνος, για να μην παρεξηγηθώ), αν και στελεχώνεται από πανάξιους ανθρώπους σε ατομικό επίπεδο, δεν είναι (και με λυπεί ειλικρινά που το λέω) το πλέον ζηλευτό μοντέλο. Το ελλαδικό πανεπιστήμιο, δυστυχώς, στραγγαλίζεται καθημερινά από ένα παρωχημένο Νόμο Πλαίσιο, που όλο αλλάζει και όλο μένει ο ίδιος και ποδηγετείται από την (κυριολεκτική) τρομοκρατία που ασκούν δυναμικές οργανωμένες μειοψηφίες. Στις πλείστες χώρες του δυτικού κόσμου, αντιθέτως, ενώ τα εθνικά συστήματα τυγχάνουν απόλυτου σεβασμού (και σε κάποιες περιπτώσεις, προτεραιότητας) εκ μέρους των Πανεπιστημίων, εντούτοις προσφέρονται εναλλακτικές τροχιές εισαγωγής στα διάφορα πανεπιστημιακά προγράμματα.
Ούτε τα GCE είναι η μοναδική μέθοδος εισδοχής στα βρετανικά πανεπιστήμια, ούτε τα SAT στα αμερικανικά, ούτε το Baccalaureate στα γαλλικά κλπ. Ακόμη και τα εθνικά απολυτήρια (και το ελλαδικό και το κυπριακό εθνικό απολυτήριο) θεωρούνται αφ’ εαυτών αξιολογήσιμα προσόντα. Με ποια λογική διεκδικούμε εμείς παγκόσμια πρωτοτυπία; Είμαστε τόσο βέβαιοι ότι μόνο μέσω των Παγκυπρίων μπορούν να επιλέγονται οι άξιοι; Είμαστε τόσο βέβαιοι ότι οι Παγκύπριες εξετάσεις είναι παιδα-γωγικώς τόσο ανώτερες;
Υπάρχουν απλά μερικά ερωτήματα που σχετίζονται με τα GCE και θα πρέπει το δημόσιο Πανεπιστήμιο να απαντήσει, πέραν από τα όποια τρεχούσης φύ-σεως ζητήματα (πότε είναι καλύτερο να εγκαινιαστεί η καινούρια, εναλλακτική μέθοδος εισαγωγής· κατά πόσον έλαβαν αρκετή προειδοποίηση οι μαθητές των δημοσίων σχολών ότι μπορούν να εισαχθούν στο ΠαΚυ και το ΤΕΠΑΚ με διεθνείς εξετάσεις κ.ο.κ).
Πρώτα-πρώτα: τι θα γίνει με την ελληνική γλώσσα; Δεν ανησυχώ τόσο για το επίπεδο της γλωσσικής επάρκειας των υποψηφίων φοιτητών που εξετάζονται με κάποιο από τα διεθνή συστήματα, καθώς συμβαίνει να γνωρίζω ότι οι απαιτήσεις που προβάλλονται όσον αφορά στο μάθημα των Ελληνικών δεν είναι επ’ ουδενί μικρότερες από αυτές που προβάλλουν οι Παγκύπριες Εξετάσεις. Ανησυχώ όμως για την ελληνική γλώσσα ως την επίσημη γλώσσα διδασκαλίας στο δημόσιο πανεπιστήμιο, τουλάχιστον στις προπτυχιακές σπουδές. Διερωτώ-μαι (και ελπίζω να μην θεωρηθεί ότι συνωμοσιο-λογώ): Μήπως τα GCE θα λειτουργήσουν ως Δούρειος Ίππος για την καθιέρωση της Αγγλικής ως της επίσημης γλώσσας διδασκαλίας τουλάχιστον σε κάποιες πανεπιστημιακές σχολές; Είναι άλλο πράγμα να παραδεχτούμε την πρακτική αξία της αγγλικής σε κάποια μεταπτυχιακά προγράμματα (και αυτό είναι πολύ συζητήσιμο, αλλά ας το παρακάμψουμε επί του παρόντος) και άλλο να την καπαρώ-σουμε ως γλώσσα των προπτυχιακών σπουδών. Θα πρέπει να υπάρξει ρητή και αταλάντευτη δέσμευση εκ μέρους όλων ότι η ελληνική γλώσσα θα τύχει απόλυτου σεβασμού και ότι δε θα την μετακινήσει κανείς από το βάθρο της ως επίσημης γλώσσας της δημόσιας παιδείας στην Κύπρο.
Το άλλο μεγάλο ζήτημα είναι εντελώς πρακτικό, αν και δεν έχω ακούσει να το εμβάλλει κανείς μέχρι τώρα στην συζήτηση. Πολύ απλά, τα GCE δεν είναι πλέον ούτε η πιο έγκυρη διεθνής εξέταση ούτε (αδιαμφισβήτητα) η ποιοτικότερη! Οι ίδιοι οι Βρετανοί έχουν αρχίσει να αμφιβάλλουν γι’ αυτά! Υπάρχουν άλλες, σαφώς εγκυρότερες διεθνείς εξετάσεις, όπως, πάνω από όλα, το International Baccalaureate, το οποίο πρώτο εισήγαγε στην Κύπρο το American International School in Nicosia (AISC) και το οποίο ήδη έχει διασπαρεί στα περισσότερα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια της Μέσης. Θα ήταν θέμα ενός ολόκληρου άλλου άρθρου η σύγκριση μεταξύ GCE και International Baccalaureate. Εδώ φτάνει να πούμε το εξής: Αν το Πανεπιστήμιο όντως σοβαρά επιθυμεί να επεκτείνει την δεξαμενή των πιθανών υποψηφίων του, αν το ζήτημα δεν είναι απλά να βολευτούν κάποιοι συγκεκριμένοι τώρα που ανοίγουν οι λαχταριστές Νομικές και σχεδιάζονται οι ποθεινές Ιατρικές, αν όντως θέλουμε να εξυπηρετήσουμε τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της φοιτη-τικής κοινότητας και «από σπόντα» ίσως να ταρά-ξουμε και λίγο τα λιμνάζοντα ύδατα της δημόσιας παιδείας, τότε η όλη συζήτηση περί διεθνών εξετάσεων δεν μπορεί να περιοριστεί στα GCE.
Η απόφαση πρέπει προς το παρόν να ανασταλεί, ούτως ώστε οι Υπηρεσίες Σπουδών των Δημοσίων Πανεπιστημίων, σε συνεννόηση με το Υπουργείο Παιδείας και γιατί όχι τους συνδικαλιστικούς παράγοντες, να έχουν την δυνατότητα να διεξαγάγουν εμπεριστατωμένη μελέτη, η οποία να θέτει συγκρίσιμες παραμέτρους εισαγωγής για υποψηφίους φοιτητές που υπόκεινται σε μια πλειάδα αξιολογητικών συστημάτων, εθνικών και διεθνών. Αν αυτή η σοβαρή συζήτηση δε διεξαχθεί, τότε απλά βυζαντινολογούμε, ενώ είμαστε πλήρως εκτεθειμένοι στις υποψίες ότι εξυπηρετούμε αλλότρια συμφέροντα και όχι το καλό της δύσμοιρης παιδείας του ελληνικού τούτου τόπου.
