Γράφει: Γιώργος Κέντας
Το μέλλον της κομματικής ταυτότητας στην Κύπρο
Σε ένα ιστορικό πλαίσιο με έντονο ιδεολογικό υπόβαθρο, με το κυπριακό πρόβλημα να δεσπόζει στην δημόσια συζήτηση και την επιβλητική παρουσία πολιτικών προσωπικοτήτων, χτίστηκε μια πολιτική κουλτούρα. Κυρίαρχα στοιχεία αυτής της κουλτούρας, ιδιαίτερα μετά το 1974, είναι η ιδεολογική και ενίοτε τεχνητή πόλωση ανάμεσα στην Αριστερά και την Δεξιά, ο πρωταγωνιστικός ρόλος του ΔΗΚΟ, η σταθερή παρουσία της ΕΔΕΚ και η ανάδυση νέων κομμάτων, των λεγόμενων μικρών κομμάτων ή κομμάτων ιδεολογίας, τα οποία ευνοήθηκαν από το εκλογικό σύστημα και έτσι (κάποια από αυτά) καταφέρνουν να επιβιώνουν. Δεν πρέπει να παραλείψουμε, όμως, και τον ρόλο των λεγόμενων αυτόφωτων προσωπικοτήτων, οι οποίες καταφέρνουν να διεισδύουν στις υψηλές βαθμίδες της κομματικής πυραμίδας, χωρίς να δέχονται την φθορά των ενδοκομματικών συγκρούσεων. Όλο αυτό το σκηνικό συντηρείται κυρίως από τους κομματικούς μηχανισμούς, τις σχέσεις των κομμάτων με επιχειρηματίες, τις πελατειακές σχέσεις, τους οικογενειακούς δεσμούς και την ούτω καλούμενη πολιτική παράδοση.
Το κυπριακό πολιτικό σύστημα και η πολιτική διεργασία δεν έχουν κάποια μοναδικότητα. Παρουσιάζουν κοινά στοιχεία με σύγχρονες δημοκρατίες της Ευρώπης. Η διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς των Κυπρίων καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το πολιτικό σύστημα της χώρας (προεδρική Δημοκρατία), όπως επίσης και από το εκλογικό σύστημα, το οποίο δίνει την δυνατότητα αναλογικής εκπροσώπησης στο Κοινοβούλιο, καθώς και ευκαιρίες συμμετοχής σε κυβερνητικούς συνασπισμούς. Φαίνεται ότι στην Κύπρο έχει παγιωθεί ένα καλά δομημένο και γερά θεμελιωμένο πολιτικό σκηνικό. Δύο μεγάλα κόμματα (ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ), τα οποία συγκεντρώνουν την υποστήριξη των 3/5 των Ελληνοκυπρίων ψηφοφόρων, ένα σχετικά μεσαίου μεγέθους κόμμα (το ΔΗΚΟ), το οποίο παρουσιάζει μια σχετική αυξομείωση ποσοστών, ένα μικρότερου μεγέθους κόμμα (η ΕΔΕΚ), το οποίο συντηρεί ένα ποσοστό εκπροσώπησης που δεν ξεπερνά το 10%. Η παρουσία και ο βαθμός εκπροσώπησης των υπόλοιπων κομμάτων επηρεάζεται από πολιτικές εξελίξεις, κυρίως στο κυπριακό. Το ΕΥΡΩΚΟ φαίνεται να έχει εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και να κυμαίνεται σε ποσοστά που ξεπερνούν το 3%, όπως επίσης οι Οικολόγοι έχουν καταφέρει να επιβιώσουν ως ένα εναλλακτικό κόμμα.
Σε περιόδους σταθερότητας και περιορισμένων εξελίξεων στο κυπριακό, η πολιτική συμπεριφορά των Ελληνοκυπρίων παρουσιάζει μια σχετική σταθερότητα όσον αφορά στα ποσοστά των κομμάτων. Αντίθετα, σε περιόδους πολιτικών εξελίξεων στο κυπριακό και εσωτερικών αναταράξεων, παρουσιάζονται κάποιες μετακινήσεις, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχει παρουσιαστεί μια τάση ανατροπής του σκηνικού. Γενικά το εκλογικό σώμα παρουσιάζεται συντηρητικό, με κύριο χαρακτηριστικό των επιλογών του το αίσθημα ασφάλειας. Με άλλα λόγια, οι Ελληνοκύπριοι φαίνεται να μην είναι επιρρεπείς σε μεγάλες αλλαγές. Προτιμούν τη σιγουριά των κομματικών μηχανισμών που γνωρίζουν και στους οποίους προσδοκούν σε περίπτωση ανάγκης για διευκόλυνση ή ρουσφετιού. Βεβαίως, υπάρχει και μια μερίδα του εκλογικού σώματος που επιλέγει την αποστασιοποίηση από τους μηχανισμούς και την επίσημη σχέση με τα κόμματα. Όπως επίσης υπάρχει και μια μερίδα που εκφράζεται με ιδεολογικά κριτήρια. Παρόλ’ αυτά, όμως, κάποιοι λόγοι φαίνεται να κρατούν την πλειοψηφία συνδεδεμένη με ένα κόμμα.
Θα ήταν παρακινδυνευμένο κάποιος να μιλήσει για αλλαγή τάσεων ή συμπεριφοράς, με την οποία θα ανατραπούν τα ισοζύγια στο κυπριακό πολιτικό σκηνικό. Όπως κάθε πολιτικό σκηνικό, έτσι και το κυπριακό, μπορεί να αλλάξει μόνο μετά από σημαντικά πολιτικά γεγονότα, τα οποία θα δημιουργήσουν μια έντονη διαδικασία πολιτικοποίησης των Ελληνοκυπρίων και θα προκαλέσουν διλήμματα και αμφιβολίες για το υφιστάμενο status quo. Μια τέτοια συγκυρία παρουσιάστηκε το 2004, αμέσως μετά το δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν. Παρ’ όλα αυτά, οι κομματικοί μηχανισμοί κατάφεραν να απορροφήσουν τους κραδασμούς, όπως επίσης δεν παρουσιάστηκε κάποια αξιόπιστη πλατφόρμα που θα έφερνε την αλλαγή. Στο μέλλον, μια παρόμοια συγκυρία μπορεί να παρουσιαστεί σε περίπτωση έντονων πολιτικών αναταράξεων (π.χ. συνένωση του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου), όταν λυθεί το κυπριακό ή όταν τα πράγματα οδηγηθούν στην παγίωση των κατοχικών δεδομένων.
