Ιούλιος & Αύγουστος 2009
Τεύχος Ιουλίου 2009 | Κατηγορία: Εκδοτικό ΣημείωμαΓίνεται λόγος για την αποχή και για τα μηνύματα που θέλει ο πολίτης να στείλει στους πολιτικούς και στα κόμματα. Οι απόψεις επί του προκειμένου διίστανται: Μερικοί μιλούν για κακό χρονισμό λόγω του τριημέρου του Αγίου Πνεύματος. Άλλοι για απογοήτευση των πολιτών από τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα. Άλλοι πάλι για αδιαφορία των πολιτών για τους θεσμούς της ΕΕ λόγω της αδυναμίας τους να επηρεάσουν τις εξελίξεις εντός της Ένωσης. Εν πάση περιπτώσει, οι περισσότερες αναλύσεις (αν όχι όλες) αναφέρονται σε ευθύνες των πολιτικών και των κομμάτων ή της ΕΕ.
Στην δεκατετράμηνη ιστορία αυτού του περιοδικού πολιτικοί από όλα ανεξαίρετα τα κόμματα, αλλά και τα ίδια τα κόμματα, έχουν ακούσει «τα εξ’ αμάξης». Έχει ασκηθεί κριτική για σωρεία θεμάτων, από το μεγάλο εθνικό μας πρόβλημα, έως τα πιο απλά ζητήματα της καθημερινότητάς μας. Εν τούτοις, σε καμία περίπτωση δεν γράφτηκε το παραμικρό που να στερείται τεκμηρίωσης. Ποτέ δεν εξαπολύθηκαν κατηγορίες χάριν των κατηγοριών. Ουδεμία κριτική δεν στερείτω περιεχομένου και αιτιολόγησης. Στην περίπτωση όμως της διαχείρισης της μεγάλης αποχής, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η κριτική κατά των κομμάτων στερείται σοβαρής τεκμηρίωσης. Οφείλουμε επίσης να σταθούμε και στις ευθύνες των πολιτών, οι οποίοι δεν είναι απλώς παθητικοί αποδέκτες των αποφάσεων των πολιτικών (τότε θα είχαμε δικτατορία). Αντίθετα, έχουν την δυνατότητα να μετέχουν της πολιτικής διαδικασίας και να διαμορφώνουν το πολιτικό τοπίο. Συνεπώς, τα του Καίσσαρος τω Καίσσαρει και τα του Θεού τω Θεώ.
Είναι γεγονός ότι η πολιτική μας ζωή στερείται ποιότητας. Λείπουν στις μέρες μας οι ηγετικές φυσιογνωμίες, οι προσωπικότητες που θα κερδίσουν εμπιστοσύνη του λαού. Μήπως όμως και ο λαός έπαψε να συμπεριφέρεται ως τέτοιος; Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου δημιούργησε πολίτες έτοιμους να απεκδυθούν της ιδιότητάς τους ως μέρη μιας συλλογικής οντότητας, δηλαδή λαός. «Τι περισσότερο διεθέτει ο τάδε ή ο δείνα πολιτικός από εμένα»; «Γιατί να ψηφίσω τον ένα ή τον άλλον από την στιγμή που κρίνω ότι είναι όλοι το ίδιο»; Ο πολίτης ισχυροποιήθηκε, χειραφετήθηκε και νίκησε τον λαό και αυτό είναι ένα από τα ζητήματα που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η σύγχρονη, συμμετοχική δημοκρατία.
Ταυτόχρονα όμως, ο μορφωμένος και χειραφετημένος -λέει- πολίτης, ξαφνιάζει συχνά με τις επιλογές του. Αν και δεν εμπιστεύεται πλέον την πολιτική και τους πολιτικούς ως σύνολο, συχνά «συλλαμβάνεται» να εμπιστεύεται λαοπλάνους, μαθητευόμενους μάγους και αλεξιπτωτιστές, που το μόνο που έχουν να του προσφέρουν είναι ένα αστραφτερό χαμόγελο και σωρείες λόγων, κενών περιεχομένου. «Τα λέει ωραία», ή «έχει γνώσεις» είναι μερικές αφελείς αιτιολογήσεις που σκοπό έχουν να καλύψουν την επιπολαιότητα που οδηγεί τους -εν τέλει απολιτίκ- πολίτες στο να ακολουθούν την οσμή του πολιτικού μάρκετινγκ.
Τα δύο πιο πάνω -απλοποιημένα μεν, υπαρκτά δε- φαινόμενα συνιστούν μια αντίφαση που αποκαλύπτει το εξής ανησυχητικό: Η φαυλότητα των πολιτικών αλληλοτροφοδοτείται με την φαυλότητα μιας (διόλου ευκαταφρόνητης) μερίδας των πολιτών. Και όσο οι πολιτικοί, οι οποίοι διαθέτουν το δημόσιο βήμα, συγκαλύπτουν αυτή την κατάσταση με το να θωπεύουν τους πολίτες-ψηφοφόρους, τίποτα δεν πρόκειται να διορθωθεί.
Τέλος, δεν θα μπορούσε να περάσει ασχολίαστο το περίφημο πρωτοσέλιδο που, με δημοσιογραφικό ύφος χιλίων καρδηναλίων, ανακήρυσσε την «πολιτική της λύσης» ως τον νικητή των εκλογών, ορμώμενο από το άθροισμα του 70% και κάτι των δύο μεγάλων κομμάτων. Το γεγονός ότι μια εφημερίδα καθημερινής κυκλοφορίας (και δη η συγκεκριμένη) προέβαλλε την επομένη των εκλογών αυτό το σενάριο, συνιστά άλλο ένα αποδεικτικό του γεγονότος ότι η αποχή δεν συνιστά πολιτική στάση: Από την στιγμή που ο απέχων δεν έχει την δυνατότητα να δηλώσει την αιτία της αποχής του και απλώς καταγράφεται ως μέρος ενός ποσοστού, τότε ο καθ’ ένας μπορεί να ερμηνεύσει το αποτέλεσμα της κάλπης όπως τον βολεύει και όσο αυθαίρετα επιθυμεί.
