Θέατρο: θέσεις και αντιθέσεις στη χριστιανική παράδοση
Τεύχος Ιουλίου 2009 | Ιωάννης Αντ. Παναγιωτόπουλος | Κατηγορία: Πολιτισμός
Η βαθιά θρησκευτική αφετηρία του αρχαίου θεάτρου παραμένει αστασίαστη στην συνείδηση του συνόλου των ερευνητών του. Τα θεμελιώδη θρησκευτικά ερωτήματα (ο θάνατος, το νόημα της ζωής, η δημιουργία, το περί ηθικής κ.α.) διατρέχουν το ποιητικό έργο των μεγάλων τραγωδών του 5ου αιώνα π.Χ. Για αυτό και το έργο τους παρέμεινε αξεπέραστο και συνέχισε να αποτελεί αναφορά για την υψηλή τέχνη κάθε εποχής. Δεν ήταν όμως, αυτό το κυρίαρχο θεατρικό είδος της ρωμαϊκής κοινωνίας των χρόνων των Αποστόλων και των διαδόχων τους. Πολλά πράγματα είχαν αλλάξει. Τότε κυριαρχούσε ο παντόμιμος, ένας ηθοποιός που εκτελούσε μιμήσεις πολλών προσώπων και χωρίς να μιλά συνέδεε τις κινήσεις του σώματός του με συνήθως περιπαικτικά και βωμολοχικά. Αυτό το θεατρικό είδος γεννήθηκε από τον μίμο των Ελληνιστικών βασιλείων του 3ου π.Χ. αιώνα, ενώ το «μιμοθέατρο» διατηρήθηκε και στους Βυζαντινούς. Επιπλέον, στο παραδοσιακό θέατρο των κλασικών χρόνων προσετέθησαν ως χώροι θεάματος τα ξύλινα θεατρικά πατάρια, το ρωμαϊκό θέατρο, το ωδείο, το στάδιο, ο ιππόδρομος και το αμφιθέατρο, στα οποία κυριαρχούσε το «μιμοθέατρο».
Ο όχλος των ρωμαϊκών χρόνων ζει με άρτο και θεάματα, που από την εποχή του Νέρωνα (37-68 μ.Χ.) και μετά συμπληρώθηκε με τους χριστιανούς που έριχναν στα λιοντάρια (panem et circences et Christianos ad leones). Τα ρωμαϊκά θέατρα ως τόπος μαρτυρίου των χριστιανών καταβαραθρώθηκαν στη συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος. Στην σχέση αυτή δεν συνέτεινε μόνο το μαρτύριο κληρικών και λαϊκών, αλλά και το γεγονός ότι το θέατρο απετέλεσε έναν από τους βασικούς άξονες της αντιχριστιανικής/ειδωλολατρικής προπαγάνδας, αφού μέσω αυτού διακωμωδούνταν η χριστιανική πίστη, οι εκπρόσωποί της και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Ακόμη και όταν με την πολιτική αλλαγή του Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.) είχε καταστεί σε όλους σαφής η νέα θέση της Εκκλησίας, το θέατρο παρέμεινε στο αντιχριστιανικό στρατόπεδο (σατανική τελετή και προτροπή αισχρότητος). Αυτό εξανάγκασε τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Χρυσόστομο (398-404 μ.Χ.) να επισημάνει για το θέατρο ότι οὕτω μαλακῶν καὶ μίμων ἐκεῖ χορευόντων ὁ διάβολος ἐν τῷ μέσῳ κωμάζει (PG 51, 211).
Αντίστοιχα ο Κύριλλος Ιεροσολύμων (348-386 μ.Χ.), στις περίφημες Κατηχήσεις (1, 6) του σημειώνει ότι πομπὴ δὲ διαβόλου ἐστὶ θεατρομανίαι … καὶ πᾶσα τοιαύτη ματαιότης, ᾗς εὐχόμενος ἐλευθερωθῆναι ὁ ἅγιος τῷ Θεῷ λέγει· Ἀπόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα. Μὴ περισπούδαστόν σοι ἔστω ἡ θεατρομανία, ἔνθα αἱ ἀσελγεῖς εἰσι τῶν μίμων ὄψεις, ὕβρεσι πεπραγμέναι καὶ πάσαις ἀσχημοσύναις, καὶ ἐκτεθηλυμένων ἀνδρῶν ἐμμανεῖς ὀρχήσεις. Ως εκ τούτου η Εκκλησία καταδίκαζε όχι μόνο την ανήθικη συμπεριφορά των μίμων (ηθοποιών της εποχής), αλλά εν συνόλω τον ανήθικο βίο τους. Και είναι γεγονός ότι αυτή η θέση της Εκκλησίας ταυτιζόταν και με την αντίληψη που είχε για αυτούς η ρωμαϊκή κοινωνία. Εν αντιθέσει προς τους ηθοποιούς των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, οι ηθοποιοί των ρωμαϊκών δεν έχαιραν καμιάς εκτίμησης. Η επαγγελματική ενασχόληση με την τέχνη του θεάτρου αντιμετωπίζει την περιφρόνηση της ρωμαϊκής κοινωνίας, θεωρείται τρόπον τινά εκπόρνευση, σημειώνει η Πολυξένη Αδάμ-Βελένη (Θέατρο και Θέαμα στον Ρωμαϊκό Κόσμο, Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 165). Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι η ίδια η ρωμαϊκή Πολιτεία δεν επέτρεπε την κατάθεση ηθοποιού ως μάρτυρα σε δικαστήριο (όπως αντίστοιχα προέβλεπαν και οι κανόνες της Εκκλησίας, π.χ. ρλη´ της Καρθαγένης).
Και όπως ήδη σημειώσαμε, διάφοροι θίασοι συνήθιζαν να διακωμωδούν το μυστήριο του βαπτίσματος. Ο Γιώργος Ιωαννίδης (Απ’ τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος στο Λειτουργικό Δράμα: Μελέτη στο Βυζαντινό Θρησκευτικό Θέατρο, Αθήνα, 2005, σελ. 11-12), σημειώνει ότι μίμοι μεταμφιεσμένοι σε επισκόπους προσποιούνταν ότι βάπτιζαν κομπάρσους γελοιοποιώντας έτσι το Μυστήριο. Με άσεμνες εκφράσεις και χειρονομίες προκαλούσαν το γέλιο του κοινού. Εντούτοις δεν έλειψαν οι περιπτώσεις μίμων που στην διάρκεια της παράστασης μαρτύρησαν δημοσίως την πίστη τους στο Χριστό και οδηγήθηκαν στον θάνατο. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Επί βασιλείας Αυρηλιανού (270-275 μ.Χ.) μαρτύρησε ο μίμος Πορφύριος (Νοεμβρίου 4, SynCP 193-194), επί Μαξιμιανού (285-305 μ.Χ.) μαρτύρησε ο μίμος Αρδαλίων (Απριλίου 18, SynCP 612) και επί Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363 μ.Χ.) ένας άλλος μίμος Πορφύριος (Σεπτεμβρίου 15, SynCP 48). Διαβάζουμε στο Συναξάριο της Κωνσταντινούπολης για τον τελευταίο από τους μάρτυρες μίμους: ἄθλησις τοῦ ἁγίου μάρτυρος Πορφυρίου, τοῦ ἀπὸ μίμων γενομένου. Οὗτος ἦν μῖμος καὶ γελωτοποιός· ὑπὸ δὲ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν, τῶν γενεθλίων αὐτοῦ τελουμένων, κελευσθεὶς ἐπὶ τραπέζης διασῦραι καὶ καταπαῖξαι τὰ χριστιανῶν μυστήρια, ἐν τῷ μέλλειν αὐτὸν καταβῆναι εἰς τὸ ὕδωρ καὶ βαπτίσασθαι, ἐξεβόησεν εἰπών· «Βαπτίζεται Πορφύριος εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος»· καὶ ἀναβὰς καὶ ἀμφιασάμενος τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ χριστιανὸν ἑαυτὸν παρρησίᾳ ἀνακηρύττων, ξίφει τὴν κεφαλὴν τέμνεται, μεγάλα θαύματα ἐργασάμενος (SynCP 48). Η περιγραφή του μαρτυρίου είναι εντυπωσιακή, αλλά οφείλουμε να σημειώσουμε και εκείνες τις περιπτώσεις των μίμων που βαπτίσθηκαν εγκαταλείποντας την ζωή που είχαν μέχρι τότε, όπως της οσίας Πελαγίας από την Αντιόχεια (SynCP 117-118), του περίφημου Πανδούρου από την Δαμασκό (SynCP 276-278) και των μίμων που βάπτισε ο μοναχός Σεραπίων (SynCP 931). Η στάση αυτή της Εκκλησίας κατέστη κανόνας (με´ και ξγ´ της Καρθαγένης).
Σαφώς η εικόνα που θα είχαμε για την σχέση της Εκκλησίας με το θέατρο θα περιοριζόταν στην αντιπαράθεση που αποσπασματικά μόλις περιγράψαμε. Όμως, ο Κωνσταντίνος Ν. Σάθθας, με την μελέτη του «Ιστορικόν δοκίμιον περί του θεάτρου και της μουσικής των Βυζαντινών (Βεννετία, 1879)», άνοιξε νέους ορίζοντες στην ερμηνεία των κειμένων και κυρίως στην κατανόηση της εσωτερικής εξέλιξης που πραγματοποιήθηκε και στην θεατρική παράδοση του Βυζαντίου. Το έργο του Σάθθα επικρίθηκε ή επιδοκιμάστηκε, στην πραγματικότητα όμως μας έπεισε τόσο για την ύπαρξη του θρησκευτικού δράματος (ως παράστασης) στην Ανατολή, το οποίο αντίστοιχα εξελίχθηκε και στην Δύση, όσο και για την χρήση στοιχείων της αρχαίας θεατρικής παράδοσης στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Το αρχαίο δράμα συνέχισε να καλλιεργείται σε νέα μορφή, αφού διδασκόταν συστηματικά. Αλλά ταυτόχρονα είναι γεγονός ότι η Εκκλησία από το αρχαίο δράμα προσέλαβε σειρά από στοιχεία που δεν περιορίζονταν στην γλώσσα, αλλά είχαν αναφορά στους ρυθμούς, τους ήχους, την κίνηση. Αυτά τα στοιχεία, ως παραστάσεις της καθημερινότητας των ανθρώπων εκείνης της εποχής, μεταφέρθηκαν σε μια νέα πραγματικότητα συνυφασμένη με την υπέρβαση της φθοράς, της αμαρτίας, του θανάτου, και με αναφορά μη κοσμική (στην «άνω Ιερουσαλήμ»).
Η πρόσληψη στοιχείων του έγχρονου και μορφοποιημένου δράματος στον λειτουργικό χρόνο βίωσης των εσχάτων, στα πλαίσια του εσχατολογικού χρόνου, απετέλεσε μια νέα πραγματικότητα, καθώς άγιοι και αμαρτωλοί, εγγράμματοι και αγράμματοι συσσωματώνονται στον Χριστό. Η πρόσληψη και η αναγωγή των καλύτερων στοιχείων του αρχαίου δράματος επέτρεψε την διάσωσή του σε σχήματα και μορφές, που αν και δυσδιάκριτες, εντούτοις είναι υπαρκτές. Εν τέλει η Εκκλησία στην διάρκεια των αιώνων δεν πολέμησε το θέατρο, στάθηκε, όμως, πάντοτε κριτικά απέναντί του, ως ένας αυστηρός θεατής που απαιτεί το υψηλό και το ωραίο. Το κάλλος των αρχαίων καθίσταται το απόλυτο αίτημα, αφού τώρα ανάγεται σε κάλλος ψυχής και αυτό είναι δεσμευτικό για την Εκκλησία και τους πιστούς της.
Ο Ιωάννης Αντ. Παναγιωτόπουλος είναι Λέκτορας στη Θεολογική Σχολή Αθηνών
