Γράφει: Γιώργος Κέντας
Η εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης: Από τον Αριστοτέλη στον Δαρβίνο
Σύμφωνα με την αριστοτέλεια θεώρηση της γνώσης, οι άνθρωποι, ιδιαίτερα αυτοί που ανήκουν στην επιστημονική κοινότητα, οικοδομούν την σκέψη τους πάνω στα θεμέλια που έκτισαν οι προκάτοχοί τους. Κάθε νέα γενιά επιστημόνων οδηγεί την γνώση ένα βήμα μπροστά. Συνεπώς, η γνώση μας για τον φυσικό κόσμο και τους νόμους που τον διέπουν είναι συσσωρευτική και αναπτύσσεται από γενιά σε γενιά. Εξελικτικά, αυτή η θεώρηση μετουσιώθηκε σε ένα «δόγμα», σύμφωνα με το οποίο η εξέλιξη της επιστημονικής γνώσης στηρίζεται στην εργασία ορισμένων κορυφαίων επιστημόνων, όπως ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Νεύτωνας και ο Αϊνστάιν. Ήδη από τον 12ο αιώνα μ.Χ., οι μεγάλοι επιστήμονες, αυτοί που συνέβαλαν στην αποκωδικοποίηση των μυστικών της φύσης και του σύμπαντος, παρομοιάζονται ως «γίγαντες», σε αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους επιστήμονες, οι οποίοι παρουσιάζονται ως «νάνοι» στους ώμους των γιγάντων.
Η αριστοτέλεια θεώρηση έρχεται σε σύγκρουση με την πλατωνική, σύμφωνα με την οποία η γνώση είναι προϊόν του ανθρώπινου νου, ακριβέστερα της ανθρώπινης ψυχής. Σε ένα από τα πιο γνωστά του έργα (στο έργο «Κρίτων»), ο Πλάτωνας υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει πραγματική (αληθή) γνώση μόνο όταν απαλλαχθεί από τα σαρκικά πάθη και εξαρτήσεις. Μόνο τότε θα είναι σε θέση να γνωρίσει την αλήθεια των πραγμάτων, υλικών και άυλων, γήινων και επουράνιων. Μεταγενέστερα, αυτή η θεώρηση εξελίχθηκε σε διάφορα στάδια, σημαντικότερα των οποίων είναι η καρτεσιανή άποψη περί του δυισμού της ψυχής και του σώματος και η καντιανή θεώρηση περί του υπερβατικού ιδεαλισμού. Οι βασικότερες αρχές αυτού του τρόπου σκέψης για την εξέλιξη της γνώσης είναι οι εξής: (1) Πρέπει να γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στον υλικό κόσμο και τον κόσμο των ιδεών, (2) η γνώση μας για τον υλικό κόσμο αποτελεί στην ουσία μια νοητική κατασκευή και (3) κατά συνέπεια, η φύση και οι νόμοι που την διέπουν υπάρχουν ανεξάρτητα από την νοητική διεργασία των ανθρώπων. Με απλά λόγια, η επιστημονική γνώση ισοδυναμεί με ανθρώπινες ή, όπως αλλιώς αποκαλούνται, κοινωνικές κατασκευές.
Ρεύματα σκέψης
Μέσα από δεκαετίες συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, οι φιλόσοφοι της επιστήμης έχουν καταλήξει σε μια συμβατική πρόταση: Οι επιστημονικές θεωρίες συνθέτουν την ανώτερη και αρτιότερη μορφή γνώσης, η οποία πρέπει να τίθεται στην βάσανο της επικύρωσης ή της απόρριψης. Οι φιλόσοφοι της επιστήμης, όμως, δηλαδή οι άνθρωποι που μελετούν τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται οι επιστήμονες, τις οντολογικές και επιστημολογικές παραδοχές τους, τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για την έρευνά τους και τον τρόπο με τον οποίο καταλήγουν σε συμπεράσματα, βρίσκονται σε μια αέναη αντιπαράθεση γύρω από αυτή την προβληματική. Πώς μπορούμε να επικυρώσουμε τις θεωρίες μας; Τι είδους γνώση μας προσφέρουν οι επιστημονικές θεωρίες; Ποια είναι η σχέση των θεωριών με τον αληθινό κόσμο; Είναι ποτέ δυνατό να γνωρίζουμε την αλήθεια του φυσικού κόσμου; Μπορούμε να ανακαλύψουμε τους νόμους της φύσης και τους μηχανισμούς παραγωγής των φαινομένων; Μπορούμε να διαχωρίσουμε την (υποκειμενική) ανθρώπινη σκέψη από την (αντικειμενική) φύση των πραγμάτων; Είναι ποτέ δυνατόν να φτάσουμε στην απόλυτη γνώση του κόσμου μας;
Αυτά είναι μόνο μερικά ερωτήματα που απασχόλησαν γενεές φιλοσόφων της επιστήμης. Στην προσπάθειά τους να δώσουν απαντήσεις σε τέτοιους είδους ερωτήματα, ακολουθούν ή συνδυάζουν μια σειρά επιστημολογικών εργαλείων. Οι πιο διαδεδομένες επιστημολογικές «τάσεις» στην φιλοσοφία της επιστήμης είναι ο εμπειρισμός, ο πραγματισμός, ο ρεαλισμός, ο σχετικισμός και ο συμβατισμός. Οι εμπειριστές θεωρούν ότι η ανθρώπινη γνώση είναι ενίοτε αναγωγική και ενίοτε επαγωγική και βασίζεται κυρίως στην συσσώρευση παρατηρήσεων, όπως επίσης και στην ανάδειξη συσχετισμών ανάμεσα σε επαναλαμβανόμενα φαινόμενα και στους νόμους που τα διέπουν. Οι πραγματιστές θεωρούν ότι οι άνθρωποι πρέπει να ενδιαφέρονται κυρίως για την επίλυση πρακτικών προβλημάτων χωρίς να εμμένουν σε συγκεκριμένες θεωρίες ή κανόνες, ούτε στην επικύρωση ή διάψευσή τους. Οι ρεαλιστές υποστηρίζουν ότι οι πιο ώριμες και επιβεβαιωμένες θεωρίες μας φέρνουν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Οι σχετικιστές θεωρούν ότι οι θεωρίες δεν είναι τίποτε άλλο από ανθρωποκατασκευές οι οποίες διέπονται από μια σειρά μεροληπτικών παραδοχών και θέσεων, οι οποίες καθοδηγούν την έρευνα. Τέλος, οι συμβατικοί υποστηρίζουν ότι οι επιστημονικές θεωρίες είναι χρήσιμες συμβάσεις ή εργαλεία, τα οποία πρέπει να είναι σε αρμονία με την εμπειρική πραγματικότητα.
Στις απαρχές του 21ου αιώνα η συζήτηση γύρω από την εξέλιξη και την αξία των επιστημονικών θεωριών επικεντρώνεται γύρω από τρεις τάσεις: (1) τον εμπειρισμό, (2) τον ρεαλισμό και (3) τον συμβατισμό. Οι εμπειριστές θεωρούν ότι οι θεωρίες απορρέουν από την συστηματική παρατήρηση, η οποία μας βοηθά να αναδείξουμε κάποια αξιώματα και νόμους. Από την άλλη, η ύπαρξη στοιχείων της φύσης τα οποία δεν είναι δυνατόν να καταγραφούν μέσω της άμεσης ή έμμεσης παρατήρησης αναδεικνύει κάποιους εγγενείς περιορισμούς στον εμπειρισμό. Οι ρεαλιστές υποστηρίζουν ότι στόχος της επιστήμης είναι να φτάσει όσο πιο κοντά γίνεται στην πραγματική φύση των πραγμάτων και κυριώτερα στους μηχανισμούς οι οποίοι παράγουν τα φαινόμενα που παρατηρούμε. Η παρατήρηση από μόνη της δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Οι συμβατικοί, τέλος, θεωρούν ότι οι επιστήμονες οφείλουν να αναζητούν τους μηχανισμούς που παράγουν τα φυσικά φαινόμενα, όπως επίσης και τα στοιχεία της φύσης που δεν μπορούν να παρατηρηθούν, πλην όμως εμφανίζονται σκεπτικοί για το κατά πόσο θα μπορέσουμε ποτέ να γνωρίσουμε την πραγματική τους υπόσταση. Με άλλα λόγια, υποστηρίζουν την υιοθέτηση συμβά-σεων και την κατασκευή εργαλείων, στην βάση των οποίων θα πρέπει να οικοδομούμε θεωρίες.
Πώς προχωρούμε από ‘δώ και πέρα;
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η επιστήμη έχει απαντήσει σε βασικά ερωτήματα που απασχολούσαν τον άνθρωπο για αιώνες, έστω και αν οι απαντήσεις που δόθηκαν δεν ικανοποιούν το ανθρώπινο ένστικτο. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι τα βαριά σώματα πέφτουν στο έδαφος ταχύτερα από τα ελαφριά σώματα. Αυτή η άποψη επικράτησε για 2000 χρόνια. Στις απαρχές του 17ου αιώνα, ο Γαλιλαίος υποστήριξε ότι, ανεξάρτητα από το «βάρος» τους, όλα τα σώματα πέφτουν προς τα κάτω με την ίδια ακριβώς τάση. Από αυτό το απλό παράδειγμα, απορρέουν τρία βασικά ερωτήματα: Πρώτο, μπορούμε να γνωρίζουμε ότι μια νέα θέση είναι καλύτερη από την προηγούμενη, δεύτερο, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για εξέλιξη της γνώσης στο πλαίσιο αυτής της νέας θέσης και τρίτο, πώς μπορεί να επικράτησε για 2000 χρόνια μια λανθασμένη άποψη και πόσο θα διαρκέσει η νέα άποψη του Γαλιλαίου; Για τα δύο πρώτα ερωτήματα θα βασιστούμε στις πιο πάνω φιλοσοφικές τάσεις. Για το τρίτο ερώτημα ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει ο Δαρβίνος.
Οι εμπειριστές θα υποστήριζαν ότι ο Γαλιλαίος έκανε αυτή την ανακάλυψη στο πλαίσιο μιας σειράς πειραματικών παρατηρήσεων. Ενόσω η πειραματική παρατήρηση είναι αδιάψευστη, η θεωρία του Γαλιλαίου περί του νόμου της ομοιόμορφης επιτάχυνσης της κίνησης των σωμάτων θα είναι ορθή. Οι ρεαλιστές θα υποστήριζαν ότι το πείραμα του Γαλιλαίου αναφέρεται σε ένα μηχανισμό της φύσης, ο οποίος είναι σε λειτουργία ανεξάρτητα από το πείραμα και άρα είναι αληθής. Το πείραμα του Γαλιλαίου μας φέρνει πιο κοντά στην αληθή γνώση αυτού του μηχανισμού. Οι συμβατικοί θα υποστήριζαν ότι ο Γαλιλαίος κατασκεύασε μια σύμβαση περί της πτώσης των σωμάτων, η οποία μας βοηθά να οικοδομήσουμε μια θεωρία (ένα εργαλείο) για να εξηγήσουμε τον κόσμο, χωρίς όμως να είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για αληθή ή επιβεβαιωμένη γνώση ή για πρόοδο.
Στο πλαίσιο μιας δαρβινικής θεώρησης, η εξέλιξη της ανθρώπινης γνώσης είναι αποτέλεσμα της ανάδυσης πιο «ανθεκτικών» επιστημονικών θεωριών, οι οποίες κτίζουν πάνω στις προηγούμενες θεωρίες, τις οποίες και μετεξελίσσουν. Αυτή η προσέγγιση προσομοιάζει στην αριστοτελική θεώρηση, η οποία σκιαγραφείται στην πρώτη παράγραφο. Οι επιστήμονες βασίζονται σε προγενέστερη γνώση την οποία και εξελίσσουν σε πιο ανθεκτικές μορφές. Δεν πρέπει να μας φαίνεται παράδοξο ότι, σύμφωνα με αυτή την θεώρηση, ο Γαλιλαίος επιβεβαίωσε μια φιλοσοφική θέση του Αριστοτέλη καταρρίπτοντας, ταυτόχρονα, μια επιστημονική του άποψη. Η επιβεβαίωση της θεωρίας περί εξέλιξης της γνώσης απαιτούσε τη μετεξέλιξη της επιστημονικής θεωρίας περί της πτώσης των σωμάτων. Η αριστοτέλεια θέση επικράτησε τόσο καιρό όσο χρειαζόταν για να εφευρεθούν κάποια πειραματικά μέσα που θα μας έδιναν μια πιο ισχυρή θέση για την πτώση των σωμάτων.
Από την άλλη, όμως, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η αριστοτέλεια-δαρβινική προσέγγιση περί εξέλιξης της γνώσης είναι προβληματική. Ο Γαλιλαίος δεν βασίστηκε στη θεωρία του Αριστοτέλη περί πτώσης των σωμάτων ούτε την ισχυροποίησε. Την κατέρριψε συθέμελα, προβάλλοντας μια νέα κοσμοθεωρία, η οποία ακυρώνει μια άποψη 2000 ετών. Παρόλα αυτά, ένας επιεικής παρατηρητής θα υποστήριζε ότι η δαρβινική θεώρηση περί της εξέλιξης των ειδών δεν καταρρίπτεται τόσο εύκολα. Η αριστοτέλεια θέση απαλείφθηκε από τα κατάστιχα της επιστημονικής γνώσης, αφού δεν κατάφερε να μετεξελιχθεί. Η γέννηση μιας νέας θέσης, αυτής του Γαλιλαίου, την έκλεισε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας των επιστημών. Όπως ακριβώς έκανε και ο Κοπέρνικος όταν κατέρριπτε την θεωρία του Πτολεμαίου.
Αυτή η επιεικής προσέγγιση της αριστοτέλειας-δαρβινικής θεώρησης είναι μάλλον μεροληπτική. Η εξέλιξη της γνώσης βασίζεται πολλές φορές σε ανακαλύψεις οι οποίες δεν στηρίζονται στην εργασία προγενέστερων επιστημόνων. Αντίθετα, στόχος τους είναι να τις καταρρίψουν ως ανεπαρκείς ή λανθασμένες και, κατά συνέπεια, να οδηγήσουν την έρευνα σε μια νέα κατεύθυνση. Όπως επίσης είναι πολύ καλά γνωστό, όπως υπέδειξε ο Thomas Kuhn, ότι πολλές θεωρίες και επιστημονικά παραδείγματα επιβιώνουν χάριν της ισχύος των υποστηρικτών τους και όχι λόγω της επάρκειάς τους. Παρόλα αυτά, όμως, ο Αριστοτέλης (άμεσα) και ο Δαρβίνος (έμμεσα) θέτουν ένα βασικό ερώτημα: Υπάρχει συνέχεια στην εξέλιξη της ανθρώπινης γνώσης και, αν ναι, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτό; Πρόκειται για θεμελιώδες ερώτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει.
