Γράφει:

Δύο σχεδιάσματα για την αναξιοκρατία: Πώς ο Σωκράτης έχασε την έδρα του Καθηγητή Φιλοσοφίας

Σχεδίασμα Α΄

Σε μια από τις πολλές στιγμές ιδιοφυούς λόγου, στο αριστουργηματικότερο σύγγραμμα του Ουμπέρτο Έκο, το «Δεύτερο Ελάχιστο Ημερολόγιο», ο Σωκράτης υποβάλλει αίτηση για την έδρα του Καθηγητή Ηθικής Φιλοσοφίας, αλλά η αίτησή του απορρίπτεται διότι δεν μπόρεσε να παρουσιάσει οποιεσδήποτε δημοσιεύσεις. Μέσα από την λεπτή σάτιρα, ο Έκο αποτυπώνει ανάγλυφα το μεγαλύτερο πρόβλημα οποιασδήποτε συζήτησης περί αξιοκρατίας: Τα «αντικειμενικά» κριτήρια με βάση τα οποία μπορείς να κρίνεις ποιος είναι ο πιο άξιος συχνά αποδεικνύονται ανεπαρκή.

Όπως η διεθνής πολιτική δεν μπορεί να ερμηνευθεί με όρους ιδεατής διεθνούς κοινωνίας, έτσι και τα κοινωνικά γεγονότα δεν μπορούν να ερμηνευθούν με όρους ιδεατής κοινωνίας. Όσοι αποπειρώνται να ερμηνεύσουν γεγονότα όπως το ρουσφέτι, με βάση απαρασάλευτες ηθικές αρχές και αξίες, ματαιοπονούν. Διότι το ρουσφέτι, όπως και κάθε έκφανση του κοινωνικού βίου, αποτελεί σε τελική ανάλυση το άμεσο αποτέλεσμα της θέλησης του κάθε πολίτη να διακριθεί σύμφωνα με αυτά που ο ίδιος νομίζει ότι του χρωστά η κοινωνία, ανεξαρτήτως αν πράγματι τα δικαιούται ή όχι.

Πριν από λίγους μήνες εκδόθηκε η αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας σε σχέση με την περιβόητη υπόθεση των δέκα αστυνομικών. Την απόφαση του Δικαστηρίου ακολούθησε πληθώρα παρεμβάσεων. Οι καταγγελίες που επακολούθησαν από ορισμένους κύκλους σύμφωνα με τις οποίες η απόφαση ήταν αποτέλεσμα πιέσεων ή συμπαιγνίας των δικαστών του Κακουργιοδικείου, θα μπορούσαν να οδηγήσουν -σε περίπτωση που γίνονταν αποδεκτές- σε πρωτοφανή υπόσκαψη του δικαστικού συστήματος. Γεγονός είναι ότι οι δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διαφωνούμε δεν λαμβάνονται απαραίτητα επειδή ο δικαστής είναι πολιτικό όργανο. Τα δικαστικά όργανα και οι γενικοί εισαγγελείς πραγματοποιούν συχνά εσφαλμένες ερμηνείες, όπως και ο καθένας μας.

Ένας νόμος που ψηφίζεται από την Βουλή των Αντιπροσώπων, μια απόφαση ενός δικαστηρίου, μια εκτελεστική πράξη της διοίκησης, μια πολιτική απόφαση του προέδρου της Δημοκρατίας, μια νομική κρίση του γενικού εισαγγελέα, είναι ενέργειες οργάνων τα οποία έχουν θεσμοθετηθεί με σκοπό την λήψη απόφασης αναφορικά με ένα πολιτικό ή κοινωνικό ζήτημα. Πάρα πολλές από αυτές τις αποφάσεις ή πράξεις μπορεί να κρίνονται ως ολοσχερώς εσφαλμένες από μεγάλη ή μικρότερη μερίδα του λαού, από τον εξωτερικό παρατηρητή ή και από τον εξειδικευμένο επιστήμονα, χωρίς όμως να χάνουν την δημοκρατική τους νομιμοποίηση. Γεγονός είναι εξάλλου ότι οι απόψεις του λαού, του εξωτερικού παρατηρητή, του εξειδικευμένου επιστήμονα ή των θεσμοθετημένων οργάνων, σπάνια ταυτίζονται και το γεγονός αυτό αποτελεί φυσιολογικό επακόλουθο ενός δημοκρατικού κράτους, αλλά κυρίως της ύπαρξης αντιμαχόμενων ιδεολογιών και τρόπων με τους οποίους αντικρίζεται η κοινωνία και η πολιτεία.

Από την εποχή ήδη των μεγάλων τραγικών ποιητών της αρχαιότητας, ο Σοφοκλής είχε θέσει το πρόβλημα ως σύγκρουση μεταξύ της αλήθειας, την οποία εξέφραζε η Αντιγόνη και της αυθεντίας την οποία εξέφραζε ο Κρέοντας, μια σύγκρουση αδυσώπητη που υπερβαίνει τον χρόνο και τον χώρο. Τα Δικαστήρια στις διοικητικές υποθέσεις εξετάζουν κυρίως τους τύπους και όχι την ουσία μιας υπόθεσης. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι η δικαστική δικαίωση ενός προσώπου συχνά δεν συνιστά τόσο δικαίωση με την λαϊκή αντίληψη του όρου, όσο απλώς εξεύρεση κάποιας παρατυπίας που όμως δεν συνεπάγεται και ότι ο συγκεκριμένος υποψήφιος ήταν και αξιοκρατικά ο καλύτερος. Μάλιστα το γεγονός ότι υπάρχει ισοπέδωση στις βαθμολογήσεις των υπηρεσιακών εκθέσεων, συνεπάγεται ότι στο τέλος λαμβάνεται υπόψη η αρχαιότητα στις περισσότερες των περιπτώσεων, η οποία όμως δεν συνιστά ορθό δείκτη αξίας. Η ισοπέδωση των υπηρεσιακών εκθέσεων οδηγεί όμως και στην εκ προοιμίου κατάρρευση οποιασδήποτε προσπάθειας για οικοδόμηση ενός συστήματος αξιοκρατικών ανελίξεων.

Το ρουσφέτι στην δημόσια υπηρεσία ή την εκπαιδευτική υπηρεσία σε θέματα διορισμών, προαγωγών, μεταθέσεων ή αποσπάσεων δεν είναι οπωσδήποτε κάτι νέο. Το ερώτημα όμως είναι: Ποιος κρίνει τους -και πώς κρίνονται οι άξιοι; Ορισμένες φορές η κοινωνία μας φαίνεται να έχει υιοθετήσει την άποψη ότι ο πλέον άξιος για παράδειγμα για να διοριστεί στην θέση του πρέσβη ή του φοροεισπράκτορα, θα μπορούσε να προκύψει μέσα από μια σχετικά απλή διαδικασία γραπτών εξετάσεων κατά την οποία θα ερωτηθεί πότε έγινε η τελευταία εξέγερση των κατοίκων της Νέας Ζηλανδίας ή μέσα από μια προφορική ερώτηση αναφορικά με τον πολιούχο Άγιο της Κέρκυρας ή ακόμα μέσα από τη διεξαγωγή των λεγόμενων IQ τεστ κατά τα οποία θα εξασκήσει τις γνώσεις του στην επίλυση λογοπαιγνίων και μαθηματικών προβλημάτων. Ακόμα περισσότερο, η κοινωνία μας φαίνεται ολοένα να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ιδιότητα του δασκάλου ή του καθηγητή αποκτάται αυτόματα μέσα από τη λήψη πτυχίων ή άλλων τίτλων. Η αγιοποίηση των πτυχί-ων, των τίτλων, των γραπτών και των προφορικών εξετάσεων και των νόμων ποινικοποίησης του ρουσφετιού, αποτελεί όμως απλώς την παραδοχή της αποτυχίας ενός συστήματος.

Το πρόβλημα είναι πως η αξία ενός δημόσιου λειτουργού σπάνια κρίνεται από τις γραπτές εξετάσεις, όπως σπάνια κρίνεται και από μια τρίλεπτη προφορική συνέντευξη, τα αποτελέσματα της οποίας θα ληφθούν μετά από αποστολή χειρόγραφων σημειωμάτων, τηλεφωνημάτων, γραπτών μηνυμάτων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πως ακόμα και αν γίνει η ορθή προαγωγή ή διορισμός, και πάλι όσοι δεν προήχθησαν θα αισθάνονται αδικημένοι. Ο Νόμος Τάσσου Παπαδόπουλου για την πάταξη του ρουσφετιού υπήρξε αναμφίβολα το σημαντικότερο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή από εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αλλά βέβαια και ο ίδιος ο Νόμος, δηλαδή η αναγωγή των γραπτών εξετάσεων σε κυρίαρχο μέτρο κρίσης, δεν συνιστά οτιδήποτε άλλο παρά την παραδοχή μας για την αποτυχία του συστήματος, ενός συστήματος που παραμένει αιχμάλωτο στα γρανάζια του κομματικοποιημένου ρουσφετιού.

Σχεδίασμα Β

Τι καλείται επομένως να πράξει μια κυβέρνηση ώστε να εξασφαλίσει την μακαριότητά της; Μα φυσικά, να διορίζει σε όλες τις θέσειςκλειδιά, πρόσωπα της αρεσκείας της. Ποιος δικαιούται να κατηγορεί το ρουσφέτι; Δεν είναι λογικό ότι μια κυβέρνηση οφείλει να επιθυμεί την επανεκλογή της; Δεν είναι λογικό ότι μια κυβέρνηση οφείλει να εξασφαλίζει ότι όλοι οι συνεργάτες της θα είναι πειθήνια όργανά της; Η σαθρά κοινωνία μας θα απαντούσε θετικά, χαμογελώντας ταυτόχρονα προς τις τηλεοπτικές κάμερες με νόημα. Μια σαθρά κοινωνία δεν ασχολείται με την σύγκρουση. Μια εξαθλιωμένη κοινωνία όπως αυτή που οραματίζεται το υπό διαμόρφωση σχέδιο στην οποία κάθε πολιτική διαφωνία, κάθε κοινωνικός αγώνας, θα συνεπάγεται ταυτόχρονα είτε διάλυση του κράτους, είτε εξοστρακισμό των διαφωνούντων ως επικίνδυνων για την δημόσια ασφάλεια.

Λίγους μήνες μετά και τις δεύτερες ευρωεκλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας και πέντε χρόνια μετά την ένταξη στην ΕΕ, κανένα κόμμα δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε πρόγραμμα αναφορικά με τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει αυτό το έρημο κράτος εντός της Ε.Ε. Θεωρείται φυσιολογικό ότι οι ψηφοφόροι, ως μεθυσμένο κοπάδι αιγοπροβάτων, θα υπερψηφίσουν τις οποιεσδήποτε επιλογές των κομμάτων τους, διότι αυτές αποφασίστηκαν από τα αόρατα κέντρα αποφάσεων. Η λαϊκή εντολή καθίσταται επιβεβαιωτική, και όχι διαλεκτική, ενώ η έννοια της Δημοκρατίας μετασχηματίζεται σε ένα θίασο σκιών καθοδηγούμενο από τον πολιτισμό της εικόνας.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να τεθούν οι βάσεις μιας ουσιαστικής πολιτιστικής ανανέωσης. Η σημερινή κυπριακή κοινωνία στερείται αυτοπροσδιορισμού και λειτουργεί στα πλαίσια ετερόνομου πιθηκισμού. Η ιλιγγιώδης αύξηση των επιστημόνων και το θεωρητικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο, αποτελεί καταφανή αντίφαση σε σχέση με το επίπεδο του πολιτικού ξύλινου λόγου, την παντελή έλλειψη πολιτικών ή κοινωνικών ενασχο-λήσεων του πολίτη, την σήψη στον δημόσιο βίο, την ανυπαρξία εξειδικευμένων βιβλιοθηκών, την απουσία ουσιαστικών αναλύσεων ακόμα και για τα πολυσυζητημένα θέματα του κυπριακού ή της ένταξης στην ΕΕ. Αναγκαία επομένως προϋπόθεση της δημιουργίας πολιτιστικής ισχύος αποτελεί η αυτονόμηση του πολίτη. Ο σημερινός, εγκλωβισμένος στα γρανάζια των κομματικών μηχανισμών πολίτης, καλείται να αντιδράσει. Καλείται να απορρίψει τους διπολιστικούς αφορισμούς που του περιορίζουν την σκέψη και να αγωνιστεί για την ανανέωση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Ο Ουμπέρτο Έκο έγραψε πρόσφατα ότι ο ρόλος του διανοούμενου είναι να δημιουργεί κρίσεις και να μιλάει εναντίον της παράταξης στην οποία ανήκει (διαλέξεις εις μνήμη του Ν. Μπόμπιο). Στην κυπριακή πραγματικότητα, τον ρόλο των διανοουμένων έχουν υποκαταστήσει οι τεχνητές και επαναλαμβανόμενες κρίσεις πολιτικών μεγαλοστομιών αναφορικά με το κυπριακό πρόβλημα. Στην Κύπρο, μια χώρα με χιλιάδες πτυχιούχους, αλλά ελάχιστους επιστήμονες. Ένα κράτος στο οποίο οι φοιτητές δεν σπουδάζουν για να γίνουν φιλόλογοι ή μαθηματικοί, αλλά καθηγητές. Μια κοινωνία στην οποία τα κόμματα έχουν άποψη ακόμα και για τις αρχιεπισκοπικές εκλογές μιας εκκλησίας που είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα αυτοτελής από το κράτος. Ένα Σύνταγμα που παραμένει χωρίς τροποποιήσεις, ανίκανο να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και η κοινωνία μας. Μια κοινωνία που προχωρεί με αυτόματο πιλότο, αναμένοντας από τους άλλους να την εκτιμήσουν. Κανένας όμως δεν εκτιμά τους αδύναμους και τα παράσιτα σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση της οποίας η πρώτιστη αρχή είναι ο ανταγωνισμός. Και η δυνατότητα ανταγωνισμού στους τομείς του εμπορίου, της έρευνας, του πολιτισμού, της διαφώτισης, προϋποθέτει όραμα και πρόγραμμα. Δεν είναι αρκετές ούτε οι μεγαλόστομες πολιτικές διακηρύξεις, ούτε οι ατομικές πρωτοβουλίες. Σε τελική ανάλυση ίσως η μοναδική επιλογή για πάταξη του ρουσφετιού να είναι η ισχυροποίηση του ιδιωτικού τομέα ή η αποσύνδεση του κράτους από την Κυβέρνηση, όσο οξύμωρο και αν φαίνεται αυτό.

Σε μια εποχή κατά την οποία τα πολιτικά κόμματα και οι κινήσεις που ως στοχοθεσία έχουν την κατάληψη της εξουσίας πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, ο πολίτης καλείται να αντισταθεί στην νοθευμένη αντίληψη περί δημοκρατίας. Να αντισταθεί στην πολιτική αποχαύνωση ελεγχόμενης πληροφόρησης, εντός της οποίας τα κόμματα δρουν ως συνείδηση μιας οργουελιανής κοινωνικής δομής. Να απορρίψει μια κοινωνία εξαρτώμενη από διχαστικούς όρους που παραμένουν «ανοικτά κουτιά, των οποίων το περιεχόμενο προσδιορίζεται στο ιστορικοκοινωνικοπολιτικό πλαίσιο των αυτοπροσδιοριζομένων κομμάτων» (J.Sartori). Όρους οι οποίοι στην κυπριακή πραγματικότητα στερούνται διαφοροποίησης είτε αφορούν το εθνικό θέμα, είτε οικονομικοκοινωνική πολιτική. Να απορρίψει την μετριοπάθεια, που αποτελεί το «μόνιμο τέλμα της πολιτικής ζωής που οδηγεί στην ακινησία και στην αδυναμία διαμόρφωσης ξεκάθαρης πολιτικής» (M.Duverser). Και να διεκδικήσει το αυτονόητο, να ακούγεται η φωνή του για τα ζητήματα που τον αφορούν.

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>