Γράφει: Σωτήρης Σιώκος
ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ: Γιάννης Ρίτσος, 100 χρόνια από την γέννησή του
Μετά τις ποιητικές συλλογές «Τρακτέρ» και «Πυραμίδες» (1930-1935) επιχειρεί να συνδυάσει την συνείδηση της κοινωνικής πρωτοπορίας με την ποιητική της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Ο επόμενος σημαντικός σταθμός του ποιητή πραγματώνεται το 1936 στον «Επιτάφιο». Στο έργο αυτό γίνεται φανερό ότι ο ποιητής συναντά την λαϊκή παράδοση μέσα από τους δικούς του δρόμους. Ανακαλύπτει, στην συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, την παραδειγματική «ομολογία» και μετωνυμική συνάφεια του μοιρολογιού της μάνας με τους αγώνες και τις θυσίες του λαϊκού εργατικού κινήματος. Ο κοινός τόπος όπου συναντώνται είναι ο θάνατος του παλικαριού στην ακμή της νιότης και της αγωνιστικής του έξαρσης, θεματικός τόπος χαρακτηριστικός των δημοτικών μοιρολογιών και των τραγουδιών του χάρου. Η επιλογή της φόρμας του μοιρολογιού οικειώνει, συντονίζει και εναρμονίζει, με τρόπο απόλυτα δραστικό, το επαναστατικό μήνυμα της κοινωνικής πρωτοπορίας με τα πιο βαθιά βιώματα της λαϊκής συλλογικής συνείδησης. Έτσι, προαιώνιοι καημοί και βάσανα της ρωμιοσύνης, ερεθισμένα από την πλούσια και βαριά σε συναισθηματικό φορτίο εικονοπλασία του δημοτικού τραγουδιού και από τα συμβολικά αρχέτυπα που ανακαλεί υπαινικτικά ο «Επιτάφιος» (θάνατος-Ανάσταση του Χριστού/ της φύσης/ του Ανθρώπου), αναδύονται αβίαστα και μετασχη-ματίζονται σε αίτημα κοινωνικής ανταρσίας. Έτσι ο «Επιτάφιος» θα σημαδέψει για τον ποιητή την αποφασιστική στροφή προς την ελληνική παράδοση και τις πολλαπλές εκφάνσεις της.
Μέσα στον σκληρόν Μάη του 1936 γεννήθηκε ο «Επιτάφιος», τον οποίο μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και σφράγισε τον ελληνικό μουσικό πολιτισμό. Ο ποιητής αντίκρισε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» την φωτογραφία της χαροκαμένης μάνας που θρηνούσε το δολοφονημένο παιδί της, θύμα της βίαιης καταστολής της απεργίας των καπνεργατών στην Θεσσαλονίκη. Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τις στήλες του Ολυμπίου Διός. Η μελοποίηση από τον Μίκη Θεοδωράκη έγινε το 1958 στο Παρίσι. Ο συνθέτης επέλεξε την φόρμα της καθαρά λαϊκής μουσικής και τους λαϊκούς ρυθμούς.
Από τις συναυλίες του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ και τις απαγγελίες του Γιάννη Ρίτσου που σημάδεψαν την νιότη μου ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ τους στίχους που έχουν ομοιότητες με τη «Μάνα» του Γκόρκυ και την «Μάνα του Χριστού» του Κ. Βάρναλη:
«και γώ η φτωχή και γώ η λιχνή, μεγάλη μέσα σ’ όλους,
με τα μεγάλα νύχια μου κόβω τη γή σε σβώλους
και τους πετάω κατάμουτρα στους λύκους και στ’ αγρίμια
που μου κανάν της όψης σου το κρούσταλλο συντρίμια.
Κι’ ακολουθάς και σύ νεκρός, κι’ ο κόμπος του λυγμού μας
δένεται κόμπος του σκοινιού για το λαιμό του οχτρού μας.
Κι ως το θελες (ως το λεγες τα βράδυα με το λύχνο)
ασκώνω το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω.
Κι αυτίς τ’ άφταιγα στήθια μου να γδέρνω, δές, βαδίζω
και πίσω από τα δάκρυά μου τον ήλιο αντικρίζω.
Γιέ μου, στ’ αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
Σού πήρα το ντουφέκι σου. Κοιμήσου, εσύ, πουλί μου».
