Γράφει: Μιχάλης Κοντός
Η αδρανοποίηση των αρίστων μαθητών
Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, πολλοί από τους μαθητές και τις μαθήτριες που αρίστευσαν στις εισαγωγικές εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο Κύπρου επέλεξαν να σπουδάσουν στο τμήμα Επιστημών Αγωγής, να γίνουν δηλαδή δάσκαλοι και δασκάλες σε δημοτικό σχολείο. Ανέκαθεν το εκπαιδευτικό σύστημα και η κυπριακή κοινωνία ωθούσε τους άριστους μαθητές προς αυτή την επαγγελματική κατεύθυνση. Ο λόγος; Μα φυσικά η μονιμότητα, ο παχυλός μισθός και τα ονειρεμένα ωράρια. Παλαιότερα οι δασκάλοι ήταν ούτως ή άλλως τα ζωντανά κύτταρα της κοινότητας των «γραμματιζούμενων». Σήμερα όμως, ζούμε στην εποχή της ιλιγγιώδους διάδοσης των ιδεών και των πληροφοριών, κατά την οποία η απόκτηση πανεπιστημιακού διπλώματος και μεταπτυχιακού τίτλου είναι ευκολότερη και φθηνότερη παρά ποτέ. Οι δάσκαλοι, αν και απαραίτητα γρανάζια στην μηχανή της εκπαίδευσης, εν τούτοις στερούνται συγκριτικού πλεονεκτήματος σε επίπεδο επιστημονικής ειδίκευσης, από την στιγμή που οι σπουδές τους τους παρέχουν περιορισμένη εμβάθυνση σε σύγκριση με τις επιστήμες, τις θεωρητικές, τις τεχνικές και άλλες ειδικεύσεις. Με αυτά τα δεδομένα, η διαιωνιζόμενη τάση της κυπριακής κοινωνίας να εξωθεί τους καλύτερους μαθητές στο επάγγελμα του δασκάλου ισοδυναμεί στην ουσία με την καταδίκη τους σε δια βίου αυτοπεριορισμό των δυνατοτήτων τους και, κατά συνέπεια, με ένα ιδιόμορφο τύπο αναξιοκρατίας. Ταυτόχρονα, τα υπερπρονόμια των δασκάλων σε σύγκριση με άλλων ειδικεύσεων επαγγελματίες, που καταβάλλουν απείρως μεγαλύτερο κόπο για να ειδικευτούν και να βελτιώνονται συνεχώς, συνιστούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της φαυλότητας και ανισοκατανομής δικαιωμάτων, πόρων και εργατοωρών που διέπει το κοινωνικό μας σύστημα.
«Γίνε κόρη μου δασκάλα»…
Τα λεφτά, η μονιμότητα, τα ωράρια και άλλα προνόμια είναι λοιπόν οι λόγοι που ωθούν κάθε χρόνο τους καλύτερους μαθητές και (κυρίως) μαθήτριες στο να δηλώνουν ως πρώτη τους επιλογή τα παιδαγωγικά τμήματα Κύπρου και Ελλάδας. Το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης όμως φέρουν οι γονείς των παιδιών, που τα πιέζουν να ακολουθήσουν αυτή την κατεύθυνση. Πρόκειται για μια επιλογή καθαρά συμφεροντολογική, που στην ουσία, παραπέμπει σε αντικοινωνική συμπεριφορά. Όχι επειδή δεν πρέπει να προνοεί ο κάθε άνθρωπος για το συμφέρον του και για το συμφέρον των παιδιών του, αλλά διότι σε αυτή την περίπτωση το κοινωνικό σύνολο στερείται τα πλέον υποσχόμενα νέα μέλη του. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ως δάσκαλοι τα παιδιά αυτά δεν θα προσφέρουν κοινωνικές υπηρεσίες και δεν θα αθροίσουν προστιθέμενη κοινωνική αξία. Σκεφτείτε όμως πόσο μεγαλύτερες δυνατότητες κοινωνικής προσφοράς (αλλά και προσωπικής ανέλιξης) θα υπήρχαν αν αντί για δάσκαλοι γίνονταν γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, κοινωνικοί επιστήμονες, βιολόγοι, χημικοί, επιστήμονες πληροφορικής κ.λπ. Αν μάλιστα κάποιος αναλογιστεί τις προοπτικές τους ως μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς φοιτητές και την προστιθέμενη αξία που θα λάμβανε η κοινωνία από την δραστηριότητά τους ως ερευνητές και, πιθανώς, επιφανείς επιστήμονες, τότε είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του κοινωνικού «διαφυγόντος κέρδους». Ταυτοχρόνως, η επιλογή παιδαγωγικής κατεύθυνσης συνεπάγεται μεγάλο διαφυγόν κέρδος και για τους ίδιους προσωπικά: Ο σίγουρος -πλην όμως εντός ορίων- μισθός του δασκάλου θα μπορούσε να ήταν πολύ μεγαλύτερος εάν τα παιδιά αυτά επέλεγαν -με λίγη περισσότερη δουλειά και θυσίες- κάποια άλλη κατεύθυνση, με μεγαλύτερο επιστημονικό βάθος και βαθμό ειδίκευσης. Αναξιοκρατία λοιπόν, ένοχοι για την οποία είναι οι γονείς και θύματα η κοινωνία δευτερευόντως και οι άριστοι μαθητές πρωτίστως.
Θύματα οπισθοδρομικών νοοτροπιών
Μετά από αυτή τους την επιλογή, η εξέλιξη αυτών των ατόμων αποκτά αρνητική φορά. Αρκετά από αυτά σταματούν να μελετούν, να ενδιαφέρονται για τις επιστήμες, τα γράμματα και τις τέχνες, αλλά και για τα κοινά, θύματα μιας ατομικιστικής νοοτροπίας που τους επέβαλε η οικογένειά τους με το να τους ωθήσει στον σίγουρο μισθό και τις λίγες εργατοώρες του παιδαγωγικού κλάδου. Μια παραίνεση που δεν συνιστά απλώς έμμεση καλλιέργεια ατομικιστικής νοοτροπίας, αλλά και έλλειψη εμπιστοσύνης στις ικανότητές τους, στον βαθμό που η γονεϊκή ώθηση προς τον παιδαγωγικό κλάδο συνεπάγεται ανασφάλεια για το κατά πόσον θα μπορέσουν, στα πλαίσια μιας άλλης ειδικότητας και ενός άλλου επαγγέλματος, να πετύχουν στην ζωή τους χωρίς να ταλαιπωρηθούν. Με αυτές τις νοοτροπίες οι ικανότεροι μαθητές οπισθοδρομούν και δίνουν την θέση τους σε λιγότερο ικανούς και περισσότερο φιλόδοξους συνομήλικούς τους, οι οποίοι είτε δεν μπόρεσαν να μπουν σε παιδαγωγικό τμήμα, είτε για τον Α ή Β λόγο δεν τους έλκυε η εν λόγω επιλογή. Αντιλαμβάνεστε βέβαια ποιο είναι το κόστος για την κοινωνία και το οικονομικοπολιτικό σύστημα, όταν οι πιο καίριες θέσεις δεν στελεχώνονται από τους εν δυνάμει ικανότερους, αλλά από άλλους που κατόρθωσαν να αναρριχηθούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στα ψηλά κοινωνικά (και πολιτικά) δώματα. Ταυτόχρονα, αν αποδεχτούμε ότι ο δάσκαλος εκτελεί λειτούργημα και όχι επάγγελμα με την στενή έννοια του όρου, με αυτές τις νοοτροπίες πολλοί καθίστανται και κακοί δάσκαλοι. Διότι ποιο λειτούργημα εκτελείται σοφά και παραγωγικά, όταν ο εκτελών πασχίζει για το προσωπικό του και μόνον συμφέρον;
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων…
Προσοχή: Δεν θα πρέπει να αποδοθεί στον γράφοντα πρόθεση επίθεσης κατά των δασκάλων ως ατόμων, ούτε κατά του διδασκαλικού λειτουργήματος καθ’ αυτού. Ούτως ή άλλως εξαιρούνται της πιο πάνω κριτικής οι περιπτώσεις μη αρίστων μαθητών που ακολούθησαν τον παιδαγωγικό κλάδο, αλλά και αυτές αρίστων μαθητών που συνειδητά επέλεξαν να ακολουθήσουν το λειτούργημα του δασκάλου και όχι κατόπιν πίεσης των γονιών τους με βάση τις προαναφερθείσες νοοτροπίες. Άλλωστε αυτές οι νοοτροπίες είναι που στηλιτεύονται, ως παράγοντες οπισθοδρόμησης και αυτοπεριορισμού τόσο των αρίστων μαθητών, όσο και της κοινωνίας γενικότερα.
