Η απόφαση του Αγγλικού Ανώτερου Δικαστηρίου: Uçma Yok
Τεύχος Σεπτεμβρίου 2009 | Αντώνης Στ. Στυλιανού | Κατηγορία: ΠολιτικήΟ Αντώνης Στ. Στυλιανού είναι λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Η απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και της Ουαλλίας (High Court of England and Wales) στις 28 Ιουλίου 2009 στην υπόθεση που αφορούσε στις απευθείας (αλλά και ναυλωμένες) πτήσεις από και προς τα κατεχόμενα αποτελεί απόφαση-σταθμό για τα συμφέροντα της Κυπρι-ακής Δημοκρατίας. Η υπόθεση αφορούσε στην εναέρια κυκλοφορία πολιτικών αεροσκαφών στο βόρειο τμήμα της Κύπρου (κατεχόμενα), έδαφος που δεν ελέγχεται αποτελεσματικά από την Kυπριακή Κυβέρνηση λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής από τον Τουρκικό στρατό. Στην υπόθεση R (on the application of Kibris Turk Hava Yollari CTA Holidays and another) v. Secretary of State for Transport [2009] All ER (D) 295 (Jul), το κυρίως ερώτημα αφορούσε στο κατά πόσον η παραχώρηση αδειών εναέριας κυκλοφορίας και διεξαγωγής πτήσεων από και προς τα κατεχόμενα εκ μέρους της Αγγλικής Κυβερνήσης σε αεροσκάφη νηολογημένα στο Τουρκικό νηολόγιο και με έδρα το «Αεροδρόμιο Ercan» θα παραβίαζε ή όχι τις πρόνοιες της Συνθήκης του Σικάγου (1944). Στην εξέταση της υπόθεσης εξετάστηκαν πάμπολλες πτυχές που σχετίζονται και αφορούν στο διεθνές δίκαιο (συμβατικό και εθιμικό), όπως για παρά-δειγμα το θέμα της αναγνώρισης της ούτω καλούμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ)», η ερμηνεία του όρου «κυριαρχία» (sovereignty) στο διεθνές δίκαιο, το Πρωτόκολλο 10 της Συμφωνίας Προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλα.
Ο Άγγλος Δικαστής Mr Justice Wyn Williams, έχοντας ακούσει τα αναλυτικά επιχειρήματα και των δύο πλευρών, ως επίσης και τις θέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας που συμμετείχε στην δικαστική αυτή διαδικασία ως ενδιαφερόμενο μέρος (interested party), απεφάνθη ότι η αίτηση των Εναγόντων για παραχώρηση άδειας διενέργειας πτήσεων από και προς τα κατεχόμενα πρέπει να απορριφθεί και ορθά ο Υπουργός Συγκοινωνίων της Αγγλίας δεν εξέδωσε τις εν λόγω άδειες. Η ιδιαίτερη νομική (αλλά και πολιτική) σημασία της συγκεκριμένης απόφασης έγκειται στο γεγονός ότι το Αγγλικό Ανώτερο Δικαστήριο, στην αιτιολόγηση της απόφασής του, αναφέρθηκε εκτενώς στα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία δεν έχουν παύσει να υφίστανται, ως ισχυρίστηκαν οι δικηγόροι και οι νομικοί σύμβουλοι των Εναγόντων, λόγω της ανακήρυξης της «ΤΔΒΚ».
Τα επιχειρήματα των Εναγομένων και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ενδιαφερόμενο μέρος συνοψίζονται ως εξής: Η απόφαση των Εναγομένων για άρνηση αδειοδότησης απευθείας και ναυλωμένων πτήσεων από και προς τα κατεχόμενα ήταν απόφαση η οποία επιβαλλόταν από το εθνικό δίκαιο της Αγγλίας και της Ουαλλίας, αφού αφορά στην αναγνώριση πράξεων αλλοδαπών αρχών και, επιπρόσθετα, για τους λόγους που πηγάζουν από τις υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου να σεβαστεί τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημο-κρατίας που πηγάζουν από την Σύμβαση του Σικάγου, την οποία τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν προσυπογράψει.
Οι θέσεις των Εναγομένων και του ενδιαφερόμενου μέρους ανέδειξαν σωρεία νομικών θεμάτων, τα οποία το Αγγλικό Ανώτερο Δικαστήριο εξέτασε επιμελώς και λεπτομερώς. Προτού όμως το Δικαστήριο εξετάσει τα διάφορα νομικά σημεία προχώρησε σε μια γενική ανάλυση θεμάτων που αφορούν στην Κύπρο.
Μια άλλη, ιδιαίτερα σημαντική πτυχή της απόφασης του Αγγλικού Ανώτερου Δικαστηρίου είναι και η παράθεση, αλλά κυρίως η νομική αποδοχή στο εθνικό Αγγλικό νομικό σύστημα, των Ψηφισμάτων 541 (1983) και 550 (1984) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία κηρύσσουν την ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ» νομικά άκυρη και καλούν τα μέλη του Διεθνούς Οργανισμού να σεβαστούν την ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, πράγμα που σημαίνει την μη αναγνώριση από κανένα κράτος της «ΤΔΒΚ».
Όσον αφορά στην αναγνώριση της «ΤΔΒΚ» από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Αγγλικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι αποτελεί πρακτική της Κυβέρνησης να μην αναγνωρίζει κυβερνήσεις ή διοικήσεις, αλλά κράτη. Ως εκ τούτου, όλες οι Αγγλικές Κυβερνήσεις από το 1983 και εντεύθεν έχουν υιοθετήσει την στάση ότι το νομικό καθεστώς του 1960 όσον αφορά στην Κύπρο παραμένει έγκυρο. Παράλληλα, το Αγγλικό Ανώτερο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αρχές και κανόνες του διεθνούς δικαίου που αφορούν στον όρο «κυριαρχία» και το περιεχόμενό του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο όρος «κυριαρχία» ερμηνεύεται σε σχέση με την ανεξαρτήσια, εξουσία και δικαιώματα του κράτους σε κάθε περίπτωση. Παρόλο που η εδαφική ακεραιότητα του κράτους είναι σημαντική προϋπόθεση για την κυριαρχία, η κυριαρχία ως ιδέα δεν απαιτεί την απόλυτη εδαφική ακεραιότητα και δεν απαιτεί ότι το κράτος πρέπει να ενασκεί όλα τα δικαιώματα που αποτελούν μέρος της αναγνώρισής του ως οντότητα του διεθνούς δικαίου υπό την μορφή του κράτους. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση δεν εξασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στο βόρειο τμήμα του νησιού δεν σημαίνει ότι η Κυβέρνηση της Κύπρου έχει πάψει να έχει κυριαρχία στο κατεχόμενο αυτό τμήμα. Η ερμηνεία αυτή του Αγγλικού Δικαστηρίου συνάδει και με την ερμηνεία που απέδωσε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινότητων στην υπόθεση Αποστολίδης ν. Όραμς πρόσφατα.
Εν κατακλείδι, η απόφαση του Αγγλικού Ανώτερου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει μια σειρά αποφάσεων και ψηφισμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών, που αφορούν στα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις επιπτώσεις της Τουρκικής εισβολής και κατοχής. Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική τόσο όσον αφορά στα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρα-τίας αλλά και όσον αφορά στην ερμηνεία των πτυχών του διεθνούς δικαίου που απασχόλησαν το Αγγλικό Δικαστήριο.
