8 Σεπτεμβρίου 2010

ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΝΑΣΜΟΣ

Τεύχος Σεπτεμβρίου 2009 | Κατηγορία: Πολιτική

30 Σεπτεμβρίου, 1938

Στην κρίσιμη διάσκεψη του Μονάχου, όπου θα καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Ευρώπης υπό την σκιά του Ναζιστικού επεκτατισμού, οι Πρωθυπουργοί της Βρετανίας και της Γαλλίας, Νέβιλ Τσάμπερλεϊν και Εντουάρ Νταλαντιέ αντίστοιχα, θεώρησαν ότι πέτυχαν μια σημαντική συμφωνία για την διασφάλιση της ειρήνης στην Γηραιά Ήπειρο. Συγκεκριμένα, η συμφωνία προνοούσε την αναγνώριση της προσάρτησης της Τσεχοσλο-βακικής γερμανόφωνης επαρχίας της Σουδητίας από το Τρίτο Ράιχ, έναντι δέσμευσης του Χίτλερ ότι δεν θα έδινε συνέχεια στα επεκτατικά του σχέδια. Με την επιστροφή του από την γερμανική πόλη, στο αεροδρόμιο Ήστον του Λονδίνου, κρατώντας επιδεικτικά το έγγραφο της συμφωνίας στο χέρι, ο Πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν έλεγε μεταξύ άλλων: «(…) Η διευθέτηση του τσεχοσλοβακικού προβλήματος που έχει τώρα επιτευχθεί, είναι κατά την άποψή μου μόνο το προοίμιο μιας μεγαλύτερης διευθέτησης, με την οποία ολόκληρη η Ευρώπη θα γνωρίσει την ειρήνη. (…)». Αργότερα την ίδια μέρα, από την Ντάουνινγκ Στριτ 10, συνέχιζε: «Καλοί μου φίλοι, για δεύτερη φορά στην ιστορία μας ένας Βρετανός Πρωθυπουργός επιστρέφει από την Γερμανία φέρνοντας την ειρήνη με τιμή. Πιστεύω ότι πρόκειται για την ειρήνη της εποχής μας».

Ο Πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν είχε ατυχώς προβεί σε μια από τις πλέον άστοχες προβλέψεις στην παγκόσμια ιστορία. Ο κατευνασμός του Χίτλερ απέτυχε παταγωδώς, καθότι ένα χρόνο αργότερα τα γερμανικά στρατεύματα έμπαιναν στην Πολωνία και, στην συνέχεια, στην υπόλοιπη Ευρώπη. Με αφορμή το φιάσκο του Μονάχου και με ένα πρωτοφανές κόστος, η ανθρωπότητα ανακάλυπτε εκ νέου τα όρια του κατευνασμού ως στρατηγικής επιλογής, χίλια πεντακόσια περίπου χρόνια μετά που ο Θουκυδίδης τα είχε προσδιορίσει με διαχρονική ακρίβεια.

Η ΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΚΑΘΑΡΣΗΣ ΚΤΥΠΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

6 Σεπτεμβρίου, 1955

Με αφορμή την εξέγερση των Κυπρίων κατά της αποικιοκρατίας και μια προβοκατόρικη έκρηξη στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στην Θεσσαλονίκη, μαινόμενος όχλος αδίστακτων φανατικών Τούρκων έσπειρε την καταστροφή και τον τρόμο σε σπίτια, καταστήματα, εκκλησίες και νεκροταφεία Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη. Πέραν από την μετέπειτα παραδοχή του τότε Πρωθυπουργού της Τουρκίας Μεντερές ότι η καταστροφή είχε ενορχηστρωθεί από τον ίδιο, τα πάντα ήταν εξόφθαλμα προμελετημένα: Καταστροφείς-μέλη διαφόρων λαϊκών οργανώσεων έφταναν στην Πόλη από παντού και με όλα τα μέσα, ενώ στόχος ήταν αποκλειστικά οι περιουσίες των Ελλήνων. Μάλιστα οι επικεφαλής των ομάδων καταστροφής κρατούσαν καταλόγους με τις διευθύνσεις των ελληνικών καταστημάτων, ενώ τα σπίτια των Ελλήνων είχαν σημαδευτεί από προηγουμένως με σταυρό. Αξίζει δε να σημειωθεί το γεγονός ότι η τουρκική αστυνομία όχι μόνο αδιαφόρησε, αλλά και ενθάρρυνε σε ορισμένες περιπτώσεις τα έκτροπα. Τα όποια ψήγματα ανθρωπισμού επεδείχθησαν από τον τουρκικό πληθυσμό της Πόλης οφείλονταν στα φιλάνθρωπα αισθήματα μεμονωμένων πολιτών. Το πογκρόμ του 1955 αποτέλεσε την απαρχή του μαρασμού του άλλοτε ακμάζοντος Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.

Με τις καταστροφές του Σεπτεμβρίου του 1955 δόθηκε συνέχεια στην παράδοση εθνοκάθαρσης του νεοτουρκικού, κεμαλικού οικοδομήματος, η ανάπτυξη και η συνοχή του οποίου βασίστηκε στον επιθετικό εθνικισμό και στην πλήρη τουρκοποίηση των εδαφών υπό τον έλεγχό του, μετά τις προηγηθείσες γενοκτονίες των Ποντίων και των Αρμενίων. Η εθνοκαθαρτική πολιτική του Κεμαλικού κράτους δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί την κορωνίδα της εθνικής στρατηγικής της μεταοθωμανικής τουρκίας η οποία, μέσω της απώθησης γηγενών πληθυσμών και της ταυρόχρονης καθοδηγούμενης εκτουρκιστικής πλημμυρίδας, επεδίωκε και επιδιώκει διαρκώς τον εδαφικό επεκτατισμό.

ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΤΙΣ ΗΠΑ

11 Σεπτεμβρίου, 2001

Ο μύθος του άτρωτου αμερικανικού εδάφους είχε αμφισβητηθεί μόνο κατά την επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ, το 1941. Τότε βέβαια η επίθεση είχε λάβει χώρα στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Χαβάης, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την αμερικανική ενδοχώρα. Τον Σεπτέμβριο του 2001, όμως, οι ΗΠΑ δέχονται επίθεση στην κοιτίδα του «Νέου Κόσμου», στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Δύο κατειλημμένα από αεροπειρατές επιβατικά αεροσκάφη προσκρούουν στους δύο πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, ενώ ένα τρίτο στο Πεντάγωνο. Τέταρτο αεροπλάνο κατέπεσε σε ακατοίκητη περιοχή στην Πενσυλβανία. Ο τραγικός απολογισμός ήταν 3000 νεκροί και ένα διάχυτο αίσθημα τρόμου, το οποίο κυρίευσε τον αμερικανικό πληθυσμό.

Τίποτα όμως δεν τελείωσε εκεί. Αντιθέτως, υπήρξε η απαρχή μιας νέας εποχής για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ο Πρόεδρος Μπους κήρυξε τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», στοχεύοντας εν πολλοίς ένα αόρατο εχθρό: Τον Σαουδάραβα τρομοκράτη Οσάμα Μπιν Λάντεν και το δίκτυο Αλ Κάιντα. Ένας πόλεμος ο οποίος έδωσε στους καραδοκούντες «νεοσυντηρητικούς» συνεργάτες του Προέδρου, φανατικούς υποστηρικτές της γενικευμένης χρήσης της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος, την ευκαιρία να θέσουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο ηγεμονίας στην Μέση Ανατολή. Το «nation building» και τα «προληπτικά κτυπήματα» αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες της νέας στρατηγικής της υπερδύναμης. Εν τούτοις, η εμφανώς υπερφίαλη γραμμή των νεοσυντηρητικών δεν άργησε να συναντήσει τα όριά της. Ο μακροχρόνιος πόλεμος στο Αφγανιστάν και, κυρίως, το φιάσκο του Ιράκ, ότι πλησιέστερο στο αμερικανικό Βατερλώ του Βιετνάμ, έριξαν ένα-ένα από τις καρέκλες τους τους υπέρμαχους της επιθετικής αυτής στρατηγικής και βύθισαν τις ΗΠΑ στην διεθνή απομόνωση, ενώ φέρουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την τρέχουσα οικονομική κρίση.

ΠΡΩΤOΚΟΛΛΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔHΛΩΣΗ

21 Σεπτεμβρίου, 2005

Μετά από αλλεπάλληλα ναυάγια, κυρίως λόγω της φιλοτουρκικής στάσης της βρετανικής Προεδρίας, το Συμβούλιο Μονίμων Αντιπροσώπων της ΕΕ (COREPER) συμφώνησε στο περιεχόμενο μιας κοινής αντιδήλωσης στην μονομερή διακήρυξη της Τουρκίας περί μη αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την υπογραφή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου Σύνδεσης Τουρκίας-ΕΕ. Η Τουρκία είχε βρεθεί στην δύσκολη θέση να πρέπει να διευθετήσει τις σχέσεις της με την Κυπριακή Δημοκρατία εν όψει της έναρξης των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων στις 3 Οκτωβρίου του 2005, δεδομένης της συνέχισης του status quo και της ανάγκης για συμφωνία και της Κύπρου στο διαπραγματευτικό της πλαίσιο. Σύμφωνα με την αντιδήλωση, η οποία εγκρίθηκε εν τέλει ομόφωνα, η δήλωση της Τουρκίας ήταν μονομερής και χωρίς νομική ισχύ. Καλούσε δε την Τουρκία σε «πλήρη και χωρίς διακρίσεις εφαρμογή του πρόσθετου πρωτοκόλλου και την άρση όλων των εμποδίων στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στα μέσα μεταφοράς». Διευκρίνιζε μάλιστα ρητά ότι η Τουρκία όφειλε να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο σε σχέση με όλα τα κράτη-μέλη, αναφερόμενη σε ανάγκη για «ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και όλων των κρατών μελών της ΕΕ, το συντομότερο δυνατόν».

Σημαντικό μειονέκτημα της αντιδήλωσης ήταν η μη ύπαρξη χρονοδιαγράμματος εφαρμογής του Πρωτοκόλλου, κάτι που αποτελούσε στόχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό άφησε την διαδικασία να αιωρείται και παραχώρησε στην Τουρκία περιθώρια ελιγμών. Η σημερινή κατάσταση, κατά την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία δέχεται πιέσεις από τον διεθνή παράγοντα για υποχωρήσεις ως προς την τελική διευθέτηση του κυπριακού πριν την αξιολόγηση της τουρκικής ενταξιακής πορείας τον ερχόμενο Δεκέμβριο, είναι εν μέρει αποτέλεσμα της προαναφερθείσας ελαστικότητας.

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Διαβάστε τους κανονισμούς για τα σχόλια

Γραμμένο σε Greeklish; Μετατρέψτε το σε Ελληνικά, αυτόματα!