Γράφει: Μιχάλης Κοντός
Παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και έθνος-κράτος
Ο άσωτος υιός επιστρέφει στην αγκαλιά του πατέρα
Το έθνος, η έννοια δηλαδή του συνανήκειν, της κοινής ιστορικής μνήμης, γλώσσας και, ενίοτε, θρησκείας, αποτελεί μια κατασκευή που επινοήθηκε για να συνέχει τις κοινωνίες. Για να τους παρέχει ένα όπλο αυτοπροστασίας από τις εξωτερικές απειλές. Αποτελεί δε μορφή οργάνωσης, η οποία συνιστά το αποτέλεσμα μακραίωνης εξέλιξης στην ιστορία της ανθρωπότητας και όχι στιγμιαίας και μεμονωμένης απόφασης. Το έθνος-κράτος, ο κατακερματισμός δηλαδή του διεθνούς συστήματος σε πολλαπλές οντότητες-συσπειρώσεις συμφερόντων με κριτήριο διαχωρισμού την κοινή, πολιτισμική ταυτότητα του συνανήκειν, επικράτησε πανηγυρικά ως μορφή οργάνωσης των συλλογικών οντοτήτων. Στην Ευρώπη νίκησε κατά τον 19ο και αρχές του 20ου αιώνα τόσο το περιορισμένης εμβέλειας βασίλειο (βλέπε ενοποίηση ιταλικών και γερμανικών βασιλείων), όσο και την πολυεθνική αυτοκρατορία (βλέπε Αυστροουγγρική, Οθωμανική). Στις υπόλοιπες ηπείρους επικράτησε της ιμπεριαλιστικής επέκτασης των αποικιοκρατικών ευρωπαϊκών δυνάμεων, με αποκορύφωμα το μεγάλο κύμα αποαποικιοποίησης των δεκαετιών 1950 και ’60.
Ο καπιταλισμός, το αρχικά αυστηρά εθνικό και αργότερα διεθνοποιημένο σύστημα οργάνωσης των οικονομικών δραστηριοτήτων των ατόμων, ως κοινωνική-οικονομική κατασκευή ταυτίζεται ιστορικά και εξελικτικά με την εμφάνιση και, εν τέλει, την επικράτηση του έθνους-κράτους. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ίδιες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επέβαλαν τον εθνικό κατακερματισμό της Ευρώπης τον 19ο αιώνα ευνόησαν και την έκρηξη της Βιομηχανικής Επανάστασης την ίδια περίοδο. Η αρμονία στην συνύπαρξή τους διέπεται από σοβαρές διακυμάνσεις: Άλλοτε το εθνικό κράτος και ο καπιταλισμός συνυπάρχουν ως η κοινωνική-πολιτική και οικονομική διάσταση του ίδιου επικρατούντος μορφώματος συλλογικής οργάνωσης ατόμων, οικονομικών μονάδων και πολιτικών μονάδων και άλλοτε συγκρούονται, με βασική αιτία της σύγκρουσής τους το πόσο «σκληρό» θα πρέπει να θεωρείται το κρατικό σύνορο για τις δραστηριότητες του διεθνοποιημένου καπιταλισμού.
Από την εσωστρέφεια στον άκρατο ανταγωνισμό ασφαλείας
Η αρμονία λοιπόν στις σχέσεις των δύο συστημάτων οργάνωσης παρουσιάζει ιστορικές διακυμάνσεις που επέχουν την μορφή ενός εκκρεμούς που ταλαντεύεται μεταξύ συνύπαρξης και σύγκρουσης. Ο 19ος αιώνας συνιστά την πρώτη περίοδο συνύπαρξης, αλλά και σύγκρουσής τους: Η ολοένα και πιο διεθνοποιημένη μορφή της παγκόσμιας οικονομίας και η έκρηξη της βιομηχανίας δημιούργησαν απαιτήσεις τις οποίες οι παράγοντες του παγκόσμιου καπιταλισμού (με επίκεντρο την Δυτική Ευρώπη, αλλά και τις αναδυόμενες Ηνωμένες Πολιτείες) προέτασσαν των εθνικών συμφερόντων. Η οικονομία έπρεπε να προχωρήσει πέραν του έθνουςκράτους. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν η μεγάλη οικονομική ύφεση του 1929 που έπληξε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ακολούθησε μια περίοδος ενδυνάμωσης του κράτους και αυθόρμητης εσωστρέφειας, η οποία ευνόησε την διαμόρφωση των συνθηκών που οδήγησαν στην άνοδο του ολοκληρωτισμού και, εν τέλει, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η μεταπολεμική πολιτική και οικονομική τάξη δεν παρουσίαζε προηγούμενο στην ιστορία των ανθρώπινων συλλογικοτήτων: Ένα παγκόσμιο, αυστηρά διπολικό σύστημα, χωρισμένο σε δύο μεγάλα στρατόπεδα συμφερόντων, με κριτήριο διαχωρισμού το προτιμητέο σύστημα οικονομικής οργάνωσης. Η παγκόσμια οικονομία άρχισε δειλά-δειλά να ξανανοίγει τα φτερά της. Οι διεθνείς οικονομικοί θεσμοί και οι περιφερειακές ενώσεις έκαναν την εμφάνισή τους, σε μια οργανωμένη προσπάθεια συντονισμού των ολοένα και πιο απαιτητικών διεθνών οικονομικών δραστηριοτήτων. Η αυστηρή όμως προτεραιότητα που αποδιδόταν στις ανάγκες της ασφάλειας μέσα σε συνθήκες διπολισμού, ο οποίος ήταν επικίνδυνα εύθραυστος λόγω του εξοπλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων, παρείχε το προνόμιο της πρωτοβουλίας στο κράτος. Οι οικονομικές δραστηριότητες όφειλαν να υποτάσσονται στις επιταγές του εθνικού συμφέροντος.
Η Ύβρις
Η κατάσταση αυτή άλλαξε δραματικά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέμειναν η μόνη υπερδύναμη. Μια υπερδύναμη το μέγεθος της οποίας, σε στρατιωτικούς και οικονομικούς όρους, δεν είχε γνωρίσει ποτέ στο παρελθόν η ανθρωπότητα. Οι παράγοντες του διεθνοποιημένου καπιταλισμού εισήλθαν σε μια περίοδο μεθυστικής ευφορίας: Η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» τους έδινε την ευκαιρία να επικαλεστούν μια περιφανή νίκη και να καρπωθούν το αντίκρισμά της. Πλέον ο καπιταλισμός δεν ήταν δυνατό να περιστα-λεί από τα κρατικά σύνορα και τα εθνικά συμφέροντα. «Κέρδισε» την ελευθερία του και την εξαργύ-ρωσε σε μια νέα, προχωρημένη διάσταση της διεθνοποιημένης οικονομίας: Την περίφημη παγκοσμιοποίηση. Κάθε κρατικός περιορισμός έπρεπε να κατασταλεί και η παγκοσμιοποιημένη πλέον οικονομία να παίζει με τους δικούς της και μόνον κανόνες. Οι διεθνείς οικονομικοί θεσμοί μετατράπηκαν σε όργανα της νέας, διεθνούς (στην ουσία αεθνικής) καπιταλιστικής ελίτ. Σε εθνικό-κρατικό επίπεδο, πρωτίστως οι ΗΠΑ και δευτερευόντως οι οικονομικές δυνάμεις της Απω Ανατολής και της Δυτικής Ευρώπης ήταν οι μόνοι ωφελημένοι από την μεγάλη αυτή οικονομική ανακατανομή. Ο διαχωρισμός μεταξύ Ανατολής και Δύσης που προσδιόριζε την διάσπαση, αλλά και τις ιερές συσπειρώσεις του Ψυχρού Πολέμου, μετατράπηκε σε διαχωρισμό μεταξύ Βορρά και Νότου: Μεταξύ δηλαδή ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων κρατών. Η δε ψαλίδα της ανάπτυξης άνοιγε συνεχώς και ακατάσχετα, ενώ οι δυνάμεις του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού σφύριζαν αδιάφορα.
Η Νέμεσις
Ήλθε όμως η στιγμή το εκκρεμές να ταλαντευθεί και πάλιν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, μια δεκαετία που αποτέλεσε το αποκορύφωμα της ύβρεως του αχαλίνωτου μεταψυχροπολεμικού οικονομικού και πολιτικού σχετικισμού, βαίνει ταχέως προς το τέλος της. Κατά την διάρκεια αυτής της δεκαετίας το απαραβίαστο των κρατικών συνόρων έγινε πιο αναλώσιμο παρά ποτέ, στην μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή. Ταυτόχρονα, ο καλπασμός της παγκοσμιοποίησης προς την «τέλεια αγορά» συνεχίστηκε, χωρίς όμως οι μεγάλες δυνάμεις να απεμπολούν την πρωτοβουλία τους σε ό,τι αφορά στις εθνικές τους οικονομίες. Η ανάγκη να ατονίσει η πολιτισμική συνιστώσα του έθνους-κράτους και της συλλογικής ταυτότητας των ατόμων προβαλλόταν περισσότερο ανενδοίαστα παρά ποτέ, όχι όμως για τους δυνατούς, αλλά μόνο για τους αδύνατους.
Εάν κάποιος νομιμοποιείται να ομιλεί για ηθική στον διεθνή, συλλογικό βίο, η πρώτη αυτή δεκαετία του 21ου αιώνα αποτέλεσε το αποκορύφωμα μιας ολοένα και εντεινόμενης ανηθικότητας. Το οξύμωρο είναι ότι η ανηθικότητα αυτή εξερράγη μετά την εξάλειψη του επικίνδυνου διλήμματος ασφαλείας του Ψυχρού Πολέμου, το οποίο, χάριν των επικρατουσών αντιλήψεων περί ασφάλειας των υπερδυνάμεων, υποθήκευε το μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η πιο σοβαρή από την μεγάλη ύφεση του ’29, συνιστά ηχηρό ράπισμα στον αχαλίνωτο καλπασμό του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Ενός καπιταλισμού ο οποίος, εκεί που με αλαζονία απέρριπτε τον εθνικό-κρατικό έλεγχο ως αχρείαστο βαρίδι, τώρα, όπως ο άσωτος υιός επέστρεψε στην αγκαλιά του πατέρα του στην περίφημη παραβολή, στρέφεται προς το κράτος για να σωθεί από την κατάρρευση.
Διάγουμε λοιπόν τις μέρες της επιστροφής του κράτους στην διεθνή οικονομική ζωή. Ενδεικτική αυτής της τάσης είναι η ξεκάθαρη επιθυμία του Προέδρου Ομπάμα να δώσει προτεραιότητα στην ανόρθωση της αμερικανικής οικονομίας και να μειώσει την ένταση των ηγεμονικού χαρακτήρα διεθνών εμπλοκών του προκατόχου του. Πώς άλλωστε να ερμηνεύσει κανείς το θαραλλέο πακέτο στήριξης που εξήγγειλε τον περασμένο Φεβρουάριο, σε συνάρτηση με το χέρι φιλίας που έτεινε προς το Ιράν, τους εξαιρετικά χαμηλούς τόνους που τήρησε η Ουάσιγκτον απέναντι στην διαμάχη Ιαπωνίας και Β. Κορέας για το πυρηνικό πρόγραμμα της δεύτερης και, κυρίως, το άνοιγμα προς τον μουσουλμανικό κόσμο και την απόφαση για το κλείσιμο του Γκουαντάναμο; Σε μια εποχή που ακολουθεί την δραματική αποεθνικοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας που συντελέστηκε κα-τά τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, το έθνος-κράτος αποδεικνύεται εξ’ ίσου βιώσιμο και ευπροσάρμοστο με τον καπιταλισμό. Η νέα αυτή τάση στην ουσία δεν είναι νέα. Στις σχέσεις μεταξύ έθνους-κράτους και καπιταλισμού το εκκρεμές βρίσκεται στο άκρο της συνύπαρξής τους, όπως και κατά την περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ της μεγάλης ύφεσης και του τέλους του Ψυχρού Πολέμου. Ευελπιστούμε ότι η ανθρωπότητα, πιο ώριμη και πιο οργανωμένη σε σχέση με εκείνη την περίοδο, εξοπλισμένη πλέον με ένα πλέγμα διεθνών θεσμών και καθεστώτων με σημαντική επιρροή στην διεθνή ζωή, δεν θα γευτεί και πάλιν το πικρό ποτήρι της εσωστρέφειας και του άκρατου ανταγωνισμού ασφαλείας.
