Γράφει: Κατερίνα Γκότση
Τα κακώς κείμενα: Το «αίσχος» μιας παράστασης, ή το αίσχος των θεατών;
Με καθυστέρηση, είναι η αλήθεια, γράφω με αφορμή την καλοκαιρινή παράσταση των «Περσών» του Αισχύλου στην Επίδαυρο, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Ντίμιτερ Γκότσεφ. Την παράσταση δεν την είδα, οπότε δεν μπορώ ούτε να την υπερασπιστώ, ούτε να την κρίνω. Περιττό άλλωστε, αφού κάποτε οι παραστάσεις που κινούνται προς την κατεύθυνση της ανανέωσης του αρχαίου δράματος άλλοτε με μεγαλύτερη επιτυχία και άλλοτε με μικρότερη μένουν στην μνήμη όχι για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αλλά για τις αντιδράσεις του κοινού. Λίγοι ασχολήθηκαν με την ουσία της εν λόγω παράστασης, στους περισσότερους έμειναν για μια ακόμη φορά οι τριτοκοσμικές -κατ’ εμέ- αντιδράσεις του ελληνικού κοινού.
Ας πιάσουμε το έργο από πιο παλιά: H Αττική τραγωδία στην εποχή της αντιπροσώπευε ό,τι πιο καινούριο, ό,τι πιο καινοτόμο. Οι τραγικοί ποιητές έπαιρναν αρχαϊκούς μύθους, που υπήρχαν πολύ πριν από αυτούς, και τους έπλαθαν αξιοποιώντας όλα τα πρωτοποριακά πνευματικά επιτεύγματα της εποχής τους. Η εξέλιξη από τον Αισχύλο στον Σοφοκλή και από τον Σοφοκλή στον Ευριπίδη σε επίπεδο διαχείρισης μύθων αλλά και σκηνικής πραγμάτωσης είναι αξιοσημείωτη. Ο Ευριπίδης για παράδειγμα είχε δικαίωμα να αποκλίνει από την Σοφόκλεια εκδοχή της «Ηλέκτρας» και να παραστήσει την ηρωίδα παντρεμένη με έναν χωρικό, αλλά και να παντρέψει την Αντιγόνη με τον Αίμωνα (στην δική του εκδοχή της «Αντιγόνης», η οποία όμως δεν μας έχει διασωθεί). Ο σύγχρονος Έλληνας συγγρα-φέας πάλι οφείλει να ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια ένα κείμενο λογοτεχνικό, χωρίς να έχει δικαίωμα για αποκλίσεις. Ο Ευριπίδης είχε δικαίωμα να εισάγει στη σκηνή τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής (όπως το εκκύκλημα), ο σύγχρονος σκηνο-θέτης όχι. Σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο (από Ανατολή μέχρι Δύση) το ελληνικό δράμα ανανεώνεται, εξε-λίσσεται, προχωράει όπως εξελίχθηκε και το δράμα από τον Θέσπη μέχρι τον Ευριπίδη και αργότερα. Στην Ελλάδα η εξέλιξη σημείο κατατεθέν και των τριών σπουδαίων τραγικών όχι μόνο δεν επι-κροτείται αλλά τιμωρείται. Έτσι, οι Ελληνικές εκδο-χές της τραγωδίας έχουν καταλήξει να μοιάζουν με μουσειακό είδος που μυρίζει φορμόλη, καταδι-κασμένες σε φτηνές και εύκολες συνταγές ακόμα και από μεγάλους Έλληνες σκηνοθέτες που κατά το παρελθόν εργάστηκαν πολύ για την ανανέωσή του. Αρκεί μια αρχαιοπρεπής ενδυμασία, μια αφύσικα πομπώδης ομιλία και μερικοί τηλεοπτικοί ηθοποιοί, γνωστοί στο ευρύ κοινό αλλά συχνά παντελώς άσχετοι με την ουσία και τις τεχνικές του αρχαίου δράματος, ώστε να διασφαλιστεί μια ευνοϊκή μεταχείριση του κοινού αλλά και η οικονομική επιβίωση των θεατρικών σχημάτων. Εύκολα θα γιουχάρει άλλωστε κάποιος μια παράσταση που κινείται έξω από τα όρια του ασφαλούς και του εύκολου, που δεν του προσφέρει την αρχαιοπρεπή χλαμύδα που περιμένει, που τον ξεβολεύει, και πιο σπάνια μια κακοπαιγμένη ή κακοσκηνοθετημένη παράσταση, αν αυτή πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλείας.
Σαφώς η πρωτοπορία δεν ταυτίζεται με την ποιότητα. Σαφώς η καινοτομία αν δεν έχει πόδια να σταθεί μοιάζει με εντυπωσιακό πυροτέχνημα. Και σίγουρα δεν είναι λίγοι οι σκηνοθέτες που επειδή δεν μπορούν να προκαλέσουν ντόρο με την ποιότητα της δουλειάς τους επιδιώκουν την πρόκληση του κοινού ως τον μόνο τρόπο να ακουστούν. Το θέμα είναι τι θέση έχει το γιουχάισμα, μια πρακτική πα-ρελθόντων αιώνων, σε μια θεατρική παράσταση στη σημερινή εποχή. Από πότε το «πεπαιδευμένο» κοινό της Επιδαύρου έγινε όχλος, μάζα; Από πότε ο χώρος του θεάτρου έγινε Ρωμαϊκή αρένα; Και γιατί αντί το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στην ίδια την παράσταση, εστιάζεται στο θέαμα που προσφέρει ένας αβασάνιστα ριγμένος σκηνοθέτης στον λάκκο των λεόντων; Το κοινό έχει το χειροκρότημα στο τέλος για να εκφράσει την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία του. Αν θεωρεί την παράσταση κατώτερη των προσδοκιών του ή προκλητική ή προσβλητική ή ο,τιδήποτε άλλο ας το δείξει με την σιωπή του. Ο χώρος του θεάτρου, του όποιου θε-άτρου, δεν είναι λαχαναγορά, ούτε λαϊκή πανήγυρις. Ας προσέξει λίγο ο θεατής που, από την ασ-φάλεια της ανωνυμίας του, θα μπει στον πειρασμό την επόμενη φορά να φωνάξει «αίσχος». Η κραυγή μπορεί να του γυρίσει πίσω.
Η Κατερίνα Γκότση είναι θεατρολόγος

Συμφωνώ με το άρθρο και συμπληρώνω.
Το κοινό.
Κατά τη γνώμη μου, η ουσία δεν βρίσκεται
στο αν το κοινό εκφράζει την δυσαρέσκειά του με γιουχάισμα ή με σιωπή. Κατά τη γνώμη μου, η ουσία δεν βρίσκεται στην άποψη » ο χώρος του θεάτρου δεν είναι αρένα «.
Κατά τη γνώμη μου, η ουσία βρίσκεται
στην γνώση των θεατών ώστε να είναι πεπαιδευμένο κοινό, στον εμπλουτισμό του μυαλού τους που φέρνει η παρακολούθηση μιας καλής παράστασης θεάτρου, στο σεβασμό προς τον σκηνοθέτη (αλλά, φυσικά, και του σκηνοθέτη προς το κοινό του!!), γενικά στην ικανότητά τους να χρησιμοποιούν την παράδοση των παραστάσεων θεάτρου και αρχαίου δράματος για εμπλουτισμό της ζωής τους.
Η ευθύνη της παίδευσης του κοινού κρίνω πως είναι ευθύνη που σε μεγάλο βαθμό ανήκει -αν μη τι άλλο- και στους θεατρολόγους..
Άρθρα που εξηγούν στο θεατρικό κοινό ποιά είνα τα γνωρίσματα που ξεχωρίζουν μία κακοπαιγμένη ή κακοσκηνοθετημένη παράσταση αρχαίου δράματος από μία καλοδουλεμένη και ποιοτική παράσταση
αντί για άρθα που απλώς να το επιπλήτουν (το κοινό) που εφαρμόζει τη συνήθεια γιουχαίσματος
είναι πάντα πολύ ευπρόσδεκτα για τον λόγο που προανέφερα.