Γράφει: Παναγιώτης Θωμά
Εκκλησία και καλλιτεχνική έκφραση
Ο Παναγιώτης Θωμά είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Θεολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είναι νομίζω εν πολλοίς γνωστό και παραδεκτό ότι η Εκκλησία υιοθέτησε μορφές τέχνης και καλλιτεχνικής δημιουργίας, προκειμένου να εκφράσει, αλλά και να διαδώσει, το μήνυμά της, που συνοψίζεται στο γεγονός της σάρκωσης του Λόγου και των καρπών της επίγειας παρουσίας και δράσης του Χριστού, αλλά και για να απευθύνει λατρευτικώς ευχαριστία και δοξολογία στο Θεό της.
Η τακτική αυτή της Εκκλησίας δεδομένης της επιλεκτικότητας, της επιφυλακτικότητας, ή ακόμη και του συντηρητισμού που την χαρακτηρίζει κατά καιρούς δεικνύει και καταδεικνύει την επιθυμία της να μιμηθεί δημιουργικά και καρποφόρα το παράδειγμα του ιδίου του Θεανθρώπου. Ο Λόγος του Θεού προσέλαβε σάρκα, έγινε άνθρωπος, παραμένοντας Θεός, και εγκολπώθηκε όλα τα του κόσμου, πλην της αμαρτίας. Σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, μίλησε με παραμύθια και παραβολές, για να συναντήσει την ψυχή των ανθρώπων, συναναστράφηκε μαζί τους, έζησε από κοντά τις πένθιμες και τις χαρμόσυνες στιγμές του βίου τους. Όλα αυτά δείχνουν πως ο σαρκωμένος Θεός της Βίβλου και της Εκκλησίας δεν απέρριψε τον πολιτισμό, δεν αποστράφηκε τους τρόπους των ανθρώπων, αλλά προσέλαβε τα πάντα, πλην όμως, με σκοπό διά της θεϊκής του ιδιότητας να τα μεταμορφώσει και να τα σώσει.
Η πιο πάνω αλήθεια θα μπορούσε να συνοψιστεί στην αρχή ότι: Η Εκκλησία προσλαμβάνει τον κόσμο και τις εκφάνσεις της ζωής, στις οποίες ανήκει και η καλλιτεχνική έκφραση, όπως ο Χριστός προσέλαβε σαρκούμενος τα του κόσμου, φτιάχνοντας έτσι πολιτισμό πρόσληψης, «πολιτισμό σάρκωσης» ή ενσάρκωσης, που στοχεύει στη μεταμόρφωση άπαντος του κόσμου. Πράξη αγάπης, κατανόησης, συνχώρεσης, ανοικτότητας, ρεαλισμού και ευαισθησίας.
Οι τέχνες στην Εκκλησία
Μουσική και ποίηση, ζωγραφική και αρχιτεκτονική, τέχνες που έγιναν μέρος της ζωής, μέρος της ζωντανής ύπαρξης των πιστών του εν κινήσει Σώματος της Εκκλησίας και μαρτύρησαν την κοινωνία αγάπης με τον Θεό και τους αδελφούς της κοινότητας. Τέχνες που σμίλεψαν και μορφοποίησαν την ύλη, καταξιώνοντάς την όπως ο Χριστός, που καλλιέργησαν και κάλλυναν τον θεολογικό λόγο παντρεύοντάς τον με την μουσική, όπως ο Ποιητής. Λόγος εξαρχής εποίησε, συνθέτοντάς την μουσική αρμονία της Δημιουργίας και ανεβάζοντας τον λόγο στο ύψος του υπερβάλλοντος κάλλους Του. Σε αυτή την καταξίωση των τεχνών υπήρξαν οπωσδήποτε διαφορετικές τάσεις, που μαρτυρούν την διάσωση της προσωπικής καλλιτεχνικής ιδιομορφίας, αλλά υπήρξε και η φοβική απόρριψη της διαφορετικότητας στον βωμό της ομογενοποίησης ή της εξομοίωσης, που αποτελεί πάντα σημείο αρνητικό.
Το θέμα των σχέσεων που ανέπτυξε η Εκκλησία με τις Τέχνες (εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στην θεσμική Εκκλησία) και με την (ελεύθερη) καλλιτεχνική έκφραση, είναι ασφαλώς πολυδιάστατο και δεν είναι εφικτό να εξαντληθεί σε μια μάλλον υπαινικτική αναφορά, όπως η παρούσα. Με όσα ακολουθούν επιλέγω να αναφερθώ, μέσω της προβολής παραδειγμάτων από την σύγχρονη (παγκόσμια) καλλιτεχνική μαρτυρία, με την παράμετρο του εν λόγω θέματος, που αφορά στην εν γένει καλλιτεχνική δημιουργία, την θύραθεν, ή όχι κατ’ ανάγκη ομολογιακή ή κατ’ είδος χριστιανική τέχνη, η οποία, ωστόσο, περιέχει στοιχεία αυθεντικής χριστιανικότητας και αποκαλύπτει τρόπο ζωής, ο οποίος κατ’ αναλογία ή κατά συμφωνία αντικατοπτρίζει τον εκκλησιαστικό τρόπο του ζην.
Τραγούδι και ποίηση
Ήδη από τον 6ο μ.Χ. αιώνα ο Ιωάννης ο Σιναΐτης, αναφερόμενος στα τραγούδια, λέγει ότι τα «έξωθεν άσματα» μπορούν να προκαλέσουν ιλαρότητα, θεία αγάπη και δάκρυα στον φιλόθεο άνθρωπο, όπως και τα εκκλησιαστικά («Περί Αγνείας», Κλίμαξ).
Συνεπώς, τόσους αιώνες πριν την εποχή μας, ο άγιος Ασκητής και Ερημίτης αίρει την διάκριση μεταξύ κοσμικού και αγίου, ιερού και βεβήλου. Η διάκριση αίρεται, γιατί το τραγούδι, η καλλιτεχνική αυτή κατάκτηση του ανθρώπου, αναγνωρίζεται (έμμεσα) ως δημιούργημα καλό, και ως τέτοιο, προκλητικό της αναγνώρισης και της διά δακρύων μαρτυρίας και αίσθησης του Θεού. Κάνοντας ένα γενναίο άλμα και φθάνοντας στον εικοστό αιώνα, παρατηρούμε ότι το ελληνικό εν προκειμένω τραγούδι, έχει μπολιαστεί με το εκκλησιαστικό βί-ωμα σε τέτοιο βαθμό, που είναι κάποτε δύσκολο να διακρίνει κανείς με ευκολία το περιεχόμενό του από αυτό του εκκλησιαστικού άσματος. Τα δύο είδη, για τα οποία μίλησε ο συγγραφέας της «Κλίμακας», σε πολλές περιπτώσεις προσομοιάζουν, πράγμα που αποτελεί προχώρημα που μαρτυρεί πολιτισμό δεκτικό σε επιρροές της ζώσας πραγματικότητας -η οποία τον γεννά- και μαρτυρία ζωντανού βιώματος σε ζωντανές μορφές καλλιτεχνικής προσέγγισης της ζωής.
Παραδείγματα από το σύγχρονο έντεχνο-λαϊκό τραγούδι πείθουν για του λόγου το αληθές: Στο τραγούδι «Όλες του κόσμου οι Κυριακές» θα ακούσουμε για τον «Χριστό της γειτονιάς που ξέρει τι θα πει χιονιάς». Απέριττη ομολογία της ανθρω-πινότητας και της συμπάθειας του Θεανθρώπου. Στο τραγούδι «Περιπλάνηση» ο Α. Ολοκτσίδης περιγράφει με παραστατικότητα και ομορφιά την χριστιανική χαρμολύπη: «Βρέχει στης πόλης τα στενά· και κάνει κρύο αντάμα· όσο πολύ κι αν έκλαψα· δε χόρτασα το κλάμα· Βουβά σηκώνω τον Σταυρό· γελώ και προσπερνάω· αν τύχει μπαίνω στον χορό· κι αν τύχει τραγουδάω» ενώ στο τραγούδι «λόγια κλειδωμένα» ακούμε άριστα να αποδίδεται το πλάτεμα, το άνοιγμα της αίσθησης του Θεού, όταν ξεκινάει από τη συνχωρητική ένωση με τον άνθρωπο: «Γίνομαι, ένα μ’ όλους γίνομαι· κύκλος και ανοίγομαι μεγαλώνει κι ο Θεός».
Οι προηγούμενοι στίχοι είναι ποιητικοί, παρόλο που μιλούν με την άμεση γλώσσα της λαϊκής απλότητας. Είναι ποιητικοί, γιατί είναι ευαίσθητοι και γιατί καταγράφουν εμπειρίες κοινές, στιγμές του ανθρώπινου πόνου, της τραγικής μοίρας, που δε γνωρίζει άλλη λύτρωση από την αγάπη. Αυτά δε μπορούν παρά να παραπέμπουν στα λόγια του Γέρο-Πορφύριου του Καυσοκαλυβίτη, του μύστη της χριστιανικής ευαισθησίας, που μας μαθαίνει πως «για να γίνει κανείς Χριστιανός, πρέπει να γίνει πρώτα ποιητής» και πως «για να είσαι Χριστιανός πρέπει να αγαπάεις και να πονάεις» (Βίος και Λόγοι). Ο ίδιος υπήρξε ένας σύγχρονος άγιος της «Φιλόκαλης αισθητικής», καρδιά αληθινά ποιητική, αφού παλλόταν από πόνο και αγάπη για όλους και για όλα. Ένα τέτοιο τεκμήριο υποδειγματικής ζωής μας χαρίζουν, λοιπόν, και πολλά από τα τραγούδια μας, μα έτσι περιγράφουν και ερμηνεύουν την ζωή και οι εκλεκτοί της ποίησης, οι λειτουργοί της αριστοκρατίας του πνεύματος, οι σύγχρονοι ποιητές μας, που μας χαρίζουν λόγια εξόχως προφητικά. Ένας από αυτούς και ο συμπατριώτης μας Κυριάκος Χαραλαμπίδης, που σε κείμενό του μιλάει αποκα-λυπτικά για την ποιητική ξενιτεία, αποδεικνύοντας πως αυτή είναι ανάλογη ή και όμοια με αυτή των Πατέρων της Εκκλησίας: «(…) Για να αποδόσεις έναν τόπο, μιάν αλήθεια, ένα μυστήριο, ανάγκη πάσα να είσαι και να παραμένεις ξένος. Ξένος στον τόπο σου, ξένος ακόμα και γι’ αυτούς που πιο πολύ σε πίστεψαν και σ’ αγάπησαν. Αίσθηση μοναξιάς και θλίψης , θλίψης ζωτικής που ανοίγει τον οφθαλμόν και οξύνει τις ευαισθησίες. (…) Χάρη σ’ αυτή ακριβώς την τραγικότητα, ο άνθρωπος έχει την εντολή και το προνόμιο να σμίγει με τον ουρανό και εκεί να αποκαθαίρεται» («Το σημείο και ο κραδασμός»).
Αυτή η ξενιτεία προσεγγίζει το νόημα της ξενιτείας του Χριστού, την οποία η ποιητική Υμνολογία συγκινητικά αποδίδει: «(…) Και το καταπέτασμα του Ναού διαρραγέν τω του Σωτήρος θανάτω· ο Ιωσήφ θεασάμενος προσήλθε τω Πιλάτω και καθικετεύει λέγων· δος μοι τούτον τόν ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως ξένον· δος μοι τούτον τον ξένον ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον(…) δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη…» (Δοξαστικό Όρθρου Μ. Σαββάτου). Ίσως κάτι τέτοιες γοητευτικές στιγμές της λειτουργικής ποίησης να οδήγησαν τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη στην αβίαστη, μετά από χρόνια ποιητικών κατακτήσεων και διακρίσεων, ομολογία πως «Κορύφωση της ποίησης είναι η Θεολογία».
Η τέχνη των χρωμάτων
Από την τέχνη του τραγουδιού και της ποίησης, περνώντας στην Τέχνη των χρωμάτων και στην περίπτωση ενός ζωγράφου που μας έρχεται από μακριά, του Harlan Hubbard που έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα στο Kentucky της Αμερικής, μέσα στο φυσικό τοπίο της πατρίδας του. Εμπνεόμενος από αυτό και ζωγραφίζοντάς το διαβάζουμε στο Ημερολόγιό του και διδασκόμαστε το μεγαλείο και την απεραντοσύνη της Αποκάλυψης του Θεού: «Η ομορφιά στην Δημιουργία είναι ο Χριστός ο ίδιος». Όλη η θαυμάσια ομορφιά του κτιστού αποκαλύπτει το απερίγραπτο κάλλος του σαρκωμένου Λόγου. Αυτή είναι αλήθεια πάγκοινη για τους αγίους, που ο καλλιτέχνης απέδωσε με άκρως προσωπικό τρόπο, βλέποντας με καθαρό και ευαίσθητο οφθαλμό την ομορφιά της φύσης.
Τα προηγούμενα παραδείγματα είναι ίσως αρκετά για να πεισθεί κανείς για το ωφέλιμο της καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας, την οποία η Εκκλησία και οι Χριστιανοί καλό θα ήταν να γνωρίσουν και να παρακολουθήσουν. Η καλλιτεχνία είναι θείο δώρο και δίνει ένθεους καρπούς. Το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι όποιος δεν την δέχεται στην ζωή του χάνει σημαντικά πράγματα, σημαντικότερο από τα οποία είναι η ομορφιά κάθε αυθεντικού έργου τέχνης, η οποία πάντοτε αντικατοπτρίζει την ομορφιά του πρώτου και κατεξοχήν Καλλιτέχνη, του Τριαδικού Θεού.
