Γράφει: Γιώργος Κέντας
Η επίκληση της ενότητας ως πολιτικό άλλοθι
Σε σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, η επίκληση της ενότητας λαού και ηγεσίας γίνεται σε περιόδους κρίσεων ή έκτακτης ανάγκης και αποσκοπεί στην συλλογική προσπάθεια για αντιμετώπιση συγκε-κριμένων ζητημάτων του δημόσιου βίου. Συνήθως η ανάγκη για ενότητα εξαλείφεται όταν τα ζητήματα αυτά αντιμετωπιστούν με αποτελεσματικό τρόπο ή ακόμα σε περίπτωση αποτυχίας. Τότε οι διάφορες πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες μπορούν να επιστρέψουν στη συνήθη πρακτική της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης. Από την άλλη, η προοπτική μακρόπνοης ενότητας μπορεί να βασιστεί μόνο στο πλαίσιο κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, οι οποίες μετουσιώνονται σε κυβερνήσεις εθνικής ενότητας. Αυτές οι κυβερνήσεις λειτουργούν στο πλαίσιο κοινών στόχων και προγραμμάτων, μέσα σε μια σχέση συνεχούς αλληλεπίδρασης με την κοινωνία των πολιτών.
Βεβαίως η ενότητα, στην πρώτη ή στην δεύτερη περίπτωση, δεν υπονοεί ούτε ακύρωση της δημοκρατικής διαδικασίας, δηλαδή του διαλόγου και της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων, ούτε περιθωριοποίηση της άλλης άποψης. Οι δημοκρατίες είναι «ζωντανοί» πολιτικοί οργανισμοί και, ως εκ τούτου, οποιαδήποτε απόπειρα ακύρωσης της δημοκρατικής διαδικασίας ή καταπίεση της αντίθετης άποψης σηματοδοτεί εξ ορισμού την απουσία ενότητας. Η επίκληση της ενότητας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό άλλοθι για τον περιορισμό ή την καταπίεση οποιουδήποτε άτομου ή ομάδας.
Στην Κύπρο η τρέχουσα δημόσια συζήτηση περί ενότητας παρουσιάζει αντιφάσεις και ανακολουθίες. Γενικά, επιχειρείται η εργαλειοποίηση της έννοιας της «ενότητας», δηλαδή η προσαρμογή της στο πλαίσιο των περιστασιακών αναγκών των κομμάτων και της κυβέρνησης. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η Κύπρος βρίσκεται σε μια έκρυθμη κατάσταση λόγω του πολιτικού προβλήματος. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν έγινε μια συστηματική προσπάθεια για ενότητα στον χειρισμό του κυπριακού, είτε στο πλαίσιο μιας συλλογικής προσπάθειας είτε στο πλαίσιο μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
Αν εξειδικεύσουμε τη συζήτησή μας γύρω από τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται η εργαλειοποίηση της έννοιας της ενότητας μπορούμε να παρατηρήσουμε τέσσερις βασικές τάσεις:
1.Γίνεται επίκληση της ενότητας ως ενός μέσου περιθωριοποίησης της αντίθετης άποψης. Όποιοι διαφωνούν με την «επικρατούσα άποψη» θεωρούνται πολέμιοι της ενότητας.
2.Γίνεται προσπάθεια περιορισμού της κριτικής έναντι των κυβερνητικών χειρισμών. Η κριτική κατά της κυβέρνησης ή χειρισμών του προέδρου εκλαμβάνονται ως πλήγματα κατά της ενότητας.
3.Επιδιώκεται ενότητα για συλλογική ανάληψη ευθυνών και, κατά συνέπεια, για απαλλαγή από την ευθύνη μιας ενδεχόμενης αποτυχίας. Δηλαδή, επιδιώκεται μια γενική συμφωνία πάνω σε ζητήματα που αφορούν το κυπριακό χωρίς όμως οποιαδήποτε ειδίκευση ή συγκεκριμενοποίηση στόχων έτσι ώστε ο διαπραγματευτής της ελληνοκυπριακής πλευράς να είναι «καλυμμένος» σε περίπτωση αδιεξόδου.
4.Η απουσία ενότητας χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την λήψη μονομερών αποφάσεων. Δηλαδή, έστω και αν υπάρχει μια γενική συμφωνία σε ορισμένα ζητήματα του κυπριακού, ο διαπραγμα-τευτής επικαλείται την κατά καιρούς αδυναμία συμφωνίας επί συγκεκριμένων τακτικών χειρισμών, προκειμένου να λαμβάνει προσωπικές αποφάσεις.
Στο πλαίσιο αυτών των παρατηρήσεων, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η επίκληση της ενότητας δεν αναδεικνύει μόνο ένας είδος πολιτικού άλλοθι, αλλά κυρίως ένα είδος πολιτικής υποκρισίας, η οποία υποτιμά τη νοημοσύνη των πολιτών. Το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου, όπως και τα επιχειρήματα που διατυπώνονται, δεν μπορούν παρά να απαξιώνουν την έννοια της ενότητας και να ακυρώνουν οποιαδήποτε προοπτική εξορθολογισμού του δημόσιου πολιτικού λόγου.
