Γράφει: Χριστίνα Ιωάννου
Please try again…
Δυστυχώς απαντήσατε λάθος!
«Επιτέλους μπορούμε να πατήσουμε το κουμπί για την καλύτερη συνεργασία που θα μας προσφέρει η Λισαβόνα», φέρεται να δήλωσε ο Yπουργός Eξωτερικών της Σουηδίας, Καρλ Μπιντλ, μετά την θετική αυτή την φορά έκβαση του Ιρλανδικού δημοψηφίσματος. Στους κόλπους της ΕΕ, το πολυαναμενόμενο Ιρλανδικό «ναι» της 2ας Οκτωβρίου έφερε τεράστια ανακούφιση, αφού η Συνθήκη θεωρείται το «κλειδί» για την σοβαρή θεσμική μεταρρύθμιση που επειγόντως χρειάζεται η Ευρώπη σήμερα. Την ίδια ώρα, τα αισθήματα εντός της χώρας ήταν μάλλον γλυκόπικρα, μετά την παρατεταμένη κόντρα που προηγήθηκε του δημοψηφίσματος. Έτσι, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δια στόματος Μπαρόζο, εξέφραζε τις ευχαριστίες της προς τους Ιρλανδούς για την «ψήφο εμπιστοσύνης» τους όπως το έθετε, το πάλαι ποτέ στρατόπεδο του «όχι» εξέφραζε την απογοήτευσή του: «Θεωρώ ότι μόλις διαπράξαμε ένα λάθος» ήταν η δήλωση του επικεφαλής της Ιρλανδικής οργάνωσης Libertas, Ντέκλαν Γκάνλεϊ, που ηγήθηκε του «αγώνα» εναντίον της Συνθήκης.
Ήταν η δεύτερη φορά μέσα σε 16 μήνες που η Ιρλανδία κλήθηκε να απαντήσει στο καυτό ερώτημα που θα καθόριζε το μέλλον της ΕΕ: «Ναι» ή «όχι» στην επικύρωση της Λισαβόνας; Το ερώτημα φαινομενικά απλό, όπως και οι δύο επιλογές που εμφανίζονταν στα κουτάκια του ψηφοδελτίου. Κι όμως, το «παιχνίδι» δεν ήταν όσο απλό φάνταζε. Το «όχι», βάσει των κανονισμών του «παιχνιδιού», ήταν τελικά η λάθος απάντηση. Έτσι, χρησιμοποιώντας την δεύτερη ευκαιρία που τους απέμεινε, οι Ιρλανδοί «παίχτες» ξαναψήφισαν, επιλέγοντας αυτή την φορά την σωστή απάντηση, κερδίζοντας έτσι την εύνοια των Ευρωπαίων τεχνοκρατών και διασφαλίζοντας την θέση της χώρας τους στο Κολέγιο των Επιτρόπων της Κομισιόν.
Το καίριο ερώτημα που προκύπτει μετά από την 16μηνη αυτή διαδικασία επικύρωσης δεν αφορά στην ουσία της Συνθήκης, ή στους λόγους που ψήφισε ο πολίτης υπέρ ή κατά, αλλά αφορά πρωτίστως στην ουσία των θεμελιωδών αρχών της Δημοκρατίας. Καλώς ή κακώς, το καλοκαίρι του 2008, η Συνθήκη απορρίφθηκε από τον Ιρλανδικό λαό. Αυτό είχε ως συνεπακόλουθο να καλέσουν αμέσως οι Βρυξέλλες την χώρα να επανεξετάσει το αρνητικό αυτό αποτέλεσμα και να «συνετιστεί». Τι είδους δημοκρατικό οικοδόμημα είναι αυτό που «θρηνεί» την ετυμηγορία του λαού και εξασκώντας a la carte πολιτική προτρέπει τους πολίτες να ανακαλέσουν την απόφασή τους και να επανεξετάσουν το αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής διαδικασίας; Αν η λαϊκή ψήφος είναι τελικά ένα τυπικό μέσο που πρέπει να «τηλεκατευθύνεται» από τους κυβερνώντες, τότε γιατί υπάρχει; Μήπως είναι συμβολική η χρήση της, ή ακόμη σαφέστερα, μήπως στην περίπτωση της Ιρλανδίας ήταν ένα συνταγματικό «αγκάθι» το οποίο ο Ζαν-Κλωντ Πιρί απλά δεν μπόρεσε να αποφύγει με κανένα νομικό μέσο; Από την άλλη όμως, γιατί να παρακαμφθεί και εντελώς; Μήπως στο τέλος της ημέρας μια «ορθά στρατευμένη» λαϊκή ετυμηγορία προσφέρει στους κυβερνώντες το άλλοθι που αναζητούν για τις αποφάσεις τους;
Όποια κι αν είναι η απάντηση, τα δεδομένα σήμερα έχουν απλά ως εξής: Ενώ η Ευρώπη γιορτάζει την νίκη της και εν αναμονή του τελικού ντόμινο «Δουβλίνο-Βαρσοβία-Πράγα» για ολοκλήρωση της διαδικασίας επικύρωσης κάνει λόγο για «ψήφους εμπιστοσύνης» και «καθαρή επιλογή υπέρ της Ευρώπης», η Ιρλανδία δεν στήνει καμιά γιορτή. Ποιοι να ανοίξουν άλλωστε σαμπάνιες; Το 12% του Ιρλανδικού πληθυσμού που δηλώνει σήμερα άνεργο (ποσοστό που αναμένεται να αγγίξει το 15,5% μέχρι τα τέλη του 2010), ή οι 9.218 Ιρλανδοί πολίτες που κατά το 2008 μεταφέρθηκαν στα νοσοκομεία μετά από απόπειρες αυτοκτονίας; Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η Εθνική Υπηρεσία για την Πρόληψη Αυτοκτονιών δηλώνει σήμερα ότι η ανεργία έχει αυξήσει τον κίνδυνο αυτοκτονιών στην χώρα κατά 70%. Ενόσω δε η οικονομική ύφεση βαθαίνει και τα προσωπικά χρέη πολλαπλασιάζονται, ιατρικοί κύκλοι δηλώνουν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για κατακόρυφη αύξηση στην χρήση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Έτσι, την ίδια ώρα που η Κομισιόν μιλά για αναβίωση της Λισαβόνας και του Ευρωπαϊκού οράματος, η Ιρλανδική κυβέρνηση παρέχει στους χιλιάδες ανέργους δωρεάν υπηρεσίες με εξειδικευμένο προσωπικό, με σκοπό την διάγνωση συμπτωμάτων ψυχικών διαταραχών.
Η θετική ψήφος των Ιρλανδών στο επαναληπτικό δημοψήφισμα δεν ήταν τελικά ούτε επιλογή υπέρ της Ευρώπης, ούτε υπέρ της Ιρλανδικής κυβέρνησης. Σίγουρα δεν ήταν ούτε λόγω των εγγυήσεων που παρείχαν οι Βρυξέλλες στους Ιρλανδούς στα ακανθώδη ζητήματα που τους ανησυχούσαν (ουδετερότητα της χώρας, δικαιώματα εργαζομένων, φορολογία, αμβλώσεις), αφού στο τέλος της ημέρας ο Ιρλανδικός λαός απάντησε στο ίδιο ακριβώς ερώτημα, έχοντας μπροστά του την ίδια ακριβώς Συνθήκη με εκείνη που είχε τον Ιούνιο του 2008. Ή μήπως το ερώτημα ήταν τελικά διαφορετικό; Τότε οι Ιρλανδοί επέλεγαν, στο κουτάκι του ψηφοδελτίου, την απάντησή τους σε αυτό καθαυτό το ερώτημα επικύρωσης της Συνθήκης. Σήμερα το ψηφοδέλτιο μάλλον περιείχε διαφορετικά ερωτήματα: Θέλετε το δικαίωμα σας να ορίζετε αυτόματα έναν Επίτροπο; Θέλετε να παραμείνετε στον πυρήνα της ΕΕ ή προτιμάτε να περιθωριοποιηθείτε και να απομονωθείτε; Θέλετε οικονομική βοήθεια για στήριξη των ανέργων σας; Θέλετε να προσελκύσετε ξένες επενδύσεις; Θέλετε να ανακάμψει η Ιρλανδική οικονομία; «ΝΑΙ» ή «ΟΧΙ»;
Την στιγμή που η οικονομία της χώρας μαστίζεται από βαθιά οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, παρουσιάζοντας μάλιστα την χειρότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, ευρισκόμενη υπό την απειλή εκτίναξης του επιτοκίου δανεισμού στα ύψη και περαιτέρω περικοπών θέσεων εργασίας με ακόμα πιο βαρύ τον πέλεκυ στο δημόσιο που απειλείται και με μειώσεις μισθών το διακύβευμα για τους Ιρλανδούς πολίτες σίγουρα δεν ήταν η «επιβίωση» της Συνθήκης, αλλά η δική τους προ-σωπική επιβίωση. Η ιρλανδική οικονομία διανύει σήμερα την εποχή που ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Moody’s Investors προβαίνει σε υποβάθμιση του αξιόχρεου της χώρας, την εποχή που το «spread» μεταξύ του Ιρλανδικού ομολόγου δεκαετούς διάρκειας και του αντίστοιχου Γερμανικού αυξάνεται, και την εποχή που η Ryanair συζητά την εγκατάσταση συστήματος στήριξης στα Boeing της, το οποίο να επιτρέπει σε επιβάτες να ταξιδεύουν όρθιοι χωρίς οικονομική επιβάρυνση. Είναι σε αυτήν ακριβώς την εποχή που η Ευρώπη πανηγυρίζει για το «ναι», παραβλέποντας ότι αυτό που συνέτεινε στην θετική ετυμηγορία ήταν η δυσμενής αυτή οικονομική κατάσταση μια κατάσταση που ενώ από την μια αποτέλεσε για πολλούς Ιρλανδούς την αιτία μετανάστευσης ή και αυτοκτονίας, αποτέλεσε από την άλλη την αιχμή του δόρατος για την θετική ψήφο και συνάμα βέβαια τον τέλειο σύμμαχο των Βρυξελλών.
Και τώρα πώς προδιαγράφεται το μέλλον της ενωμένης Ευρώπης;
Προς αναζήτηση της «χρυσής πατάτας»
Εδώ και αρκετούς μήνες, η αλυσίδα fast food McDonald’s έχει επιδοθεί στην αναζήτηση της «χρυσής πατάτας», σε μια προσπάθεια να εμπλουτίσει το μενού της με μια νέα ποικιλία πατατών. Με αγορές πατατών που ξεπερνούν τα 1,69 δισεκατομμύρια κιλά ετησίως, η γνωστή αλυσίδα έχει εμπλέξει στον αγώνα της αναζήτησης εκατοντάδες ερευνητές. Φαβορί αυτή την στιγμή είναι η ποικιλία Premier Russet, η οποία «διαθέτει μικρότερα κύτταρα αμύλου» και «έχει απαλή γεύση», όπως χαρακτη-ριστικά δηλώνει ο διευθυντής αγροτικών προϊόντων της Mc Donald’s.
Σε ένα παρόμοιο αγώνα εξεύρεσης του «χρυσού» προέδρου της, θέση την οποία προνοεί η Συνθήκη της Λισαβόνας, έχει επιδοθεί τον τελευταίο καιρό και η ΕΕ. Τα ονόματα που ακούγονται πολλά, όπως αυτό του πρώην πρωθυπουργού της Φινλανδίας, Πάαβο Λίπονεν, της πρώην προέδρου της Ιρλανδίας, Μαίρη Ρόμπινσον, του πρώην πρωθυπουργού της Ισπανίας, Φελίπε Γκονζάλες, καθώς και αυτά των πρωθυπουργών των κάτω χωρών -του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου Χέρμαν Βαν Ρομπύ, Γιαν Πέτερ Μπαλκενέντε και Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ αντίστοιχα. Το «Premier Russet» όμως της Ευρωπαϊκής προεδρικής καρέκλας δεν είναι άλλο από το πρόσωπο του Βρετανού πρώην πρωθυπουργού, Τόνυ Μπλερ. Οι «πατατοερευνητές» των Βρυξελλών κρίνουν τον άλλοτε πιστό σύμμαχο του Τζορτζ Μπους ως τον πλέον κατάλληλο για την εν λόγω θέση. Ακόμη και ο Νικολά Σαρκοζί, η χώρα του οποίου είχε έρθει σε σοβαρή σύγκρουση με τον Μπλερ κατά τον πόλεμο του Ιράκ, δηλώνει σήμερα ότι είναι «ο κατάλληλος άνθρωπος για την δουλειά αυτή».
Αν βέβαια σκεφτεί κανείς ότι με τις περιορισμένες αρμοδιότητες που θα έχει ο πρόεδρος της ΕΕ, η θέση μπορεί να χαρακτηριστεί εν μέρει και ως διακοσμητική, τότε το ζήτημα μπορεί να αναδιατυπωθεί, αλλά η ουσία παραμένει η ιδία: Πώς μπορεί ένας πρώην πρωθυπουργός της πλέον ευρωσκε-πτικιστικής χώρας, που δεν μετέχει ούτε στη ζώνη του Ευρώ, αλλά ούτε και σε αυτή του Σένγκεν, να «κοσμεί» μια τέτοια θέση; Το σίγουρο είναι ότι ο Μπλερ δεν μπορεί να ξεγελάσει κανένα υποδυόμενος τον ρόλο του κατεξοχήν Ευρωπαίου ηγέτη-οραματιστή μιας ενωμένης Ευρώπης. Εκτός βέβαια κι αν αυτό που τελικά αναζητούν οι Ευρωπαίοι είναι ένα μεταλλαγμένο προϊόν για την «φριτέζα» τους.
Την εποχή της «χρυσής πατάτας» που θα συνοδεύει τα Big Mac μας και των όρθιων επιβατών της Boeing, ο Μπλερ ως πρόεδρος της ΕΕ κερδίζει αντάξια μια θέση στο σουρεάλ αυτό σκηνικό. Έτσι, δέστε τις ζώνες σας, κρατηθείτε γερά και ξεκινάμε. Η πτήση προβλέπεται να έχει αναταράξεις…
