Γράφει: Σάββας Ιακωβίδης
Γιατί δεν υλοποιούνται οι αποφάσεις του Εθνικού;
Μια πολιτική ηγεσία, που θέλει να υπερασπίσει τα ζωτικά και αναπαλλοτρίωτα συμφέροντα του τόπου, δεν φλυαρεί. Πράττει. Σκέπτεται. Και δρα. Αμέσως, προγραμματισμένα, μεθοδικά και σε βάθος χρόνου. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι κομματικοί ηγέτες, με επικεφαλής τον Πρόεδρο Χριστόφια, ανάλωσαν τέσσερις ημέρες σε συζητήσεις για το κυπριακό και τις παραμέτρους του, για να κωδικοποιήσουν, στο τέλος, τα αυτονόητα. Το Εθνικό Συμβούλιο απέδειξε και επιβεβαίωσε για ακόμα μια φορά ότι δεν διαπνέεται από συλλογική… σοφία αλλά διακρίνεται από διαχρονική πολιτική ανυπαρξία και εγγενή υστεροβουλία. Οι θέσεις που περιέχονται στο κοινό ανακοινωθέν, που εξεδόθη μετά την τετραήμερη συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου, συναποτελούν όσα όλα τα κόμματα κατά καιρούς μονότονα κανοναρχούν, για όσους θέλουν να τους πιστέψουν, αλλά δεν τα υλοποιούν.
Το κοινό ανακοινωθέν λειτούργησε ως οιονεί μνήμα του Αγίου Νεοφύτου, όπου όλα συμφύρονται. Κατέγραψε τις θέσεις όπως τα κόμματα τις διασαλπίζουν διαχρονικά όσον αφορά τη λύση του κυπριακού, προφανώς για να μην μείνει κανένα παραπονεμένο. Οι σκεπτόμενοι πολίτες, που αγωνιούν γνήσια για τον τόπο και το μέλλον του, ανέμεναν όχι τον μηρυκασμό γνωστών, ορθών θέσεων, που έπρεπε να είναι από πρωίας άχρι νυχτός η έγνοια και η αταλάντευτη διεκδίκηση των ηγετών μας, αλλά την εξαγγελία συγκεκριμένων μέτρων και τρόπων υλοποίησής τους. Οι πολίτες ανέμεναν, π.χ., να ακούσουν από τον Πρόεδρο και τους πολιτικούς πόσα εκατομμύρια θα διατεθούν για προβολή και προαγωγή των θέσεών μας στην ΕΕ και στις ΗΠΑ; Ποιους ειδικούς, πανεπιστημιακούς, αναλυτές, εμπειρογνώμονες και ακαδημαϊκούς, δικούς μας, Ελλαδίτες και ξένους θα αξιοποιήσουν;
Από την άλλη, οι σκεπτόμενοι πολίτες ανέμεναν να ακούσουν με ποια Κέντρα Ερευνών, δικά μας και ξένα, η κυβέρνηση και τα κόμματα θα συνεργασθούν για την παραγωγή πολιτικής; Με ποια ινστιτούτα μελετών θα διασυνδεθούν; Ποιο συγκεκριμένο ρόλο θα αναλάβουν τα κόμματα και η κυβέρνηση στην προαγωγή, προβολή και διαφώτιση για τις θέσεις μας στο κυπριακό; Δεν έπρεπε να δημιουργήσουν ένα συντονιστικό όργανο που να επιβλέπει, να παρακολουθεί και να αξιολογεί ενέργειες που θα γίνονται; Κι ύστερα: Οι μεγάλες μάχες θα δοθούν στην Ευρώπη, ενόψει της αξιολόγησης της Τουρκίας. Πέραν των επίσημων επισκέψεων Χριστόφια σε μερικές πρωτεύουσες, και επαφές του Υπουργού Εξωτερικών, ποιος είναι ο ρόλος των κυπριακών κομμάτων, που έχουν διασυνδέσεις με πολιτικές ομάδες στο Ευρωκοινοβούλιο; Προπάντων, τι θα κάνει η Λευκωσία με τους δύο ισχυρούς άξονες στην ΕΕ, τον γαλλογερμανικό και το βρετανο-αμερικανικό;
Αυτά και πολλά άλλα ανέμεναν οι πολίτες. Αντ’ αυτών, άκουσαν φλύαρους διθυράμβους περί ενότητας (άλλη καραμέλα για αφελείς…) και περί θωράκισης του Προέδρου. Έχει δίκαιο, τελικά, ο Γ. Περδίκης, που είχε παρομοιάσει το Εθνικό Συμβούλιο με… γουμά, όπου θορυβωδώς οι κομματικοί και πολιτικοί πετεινοί διαπληκτίζονται. Επιβεβαιώνεται ξανά ότι το Σώμα δεν είναι σε θέση να καταθέσει ζείδωρες εισηγήσεις και να προχωρήσει τάχιστα σε υλοποίησή τους. Δεν πέρασαν παρά λίγα 24ωρα και οι… πετεινοί του Εθνικού Συμβουλίου επιδόθηκαν στο προσφιλές παιχνίδι της ερμηνείας του ανακοινωθέντος, αρχίζοντας νέους καβγάδες. Και πότε; Όταν η Τουρκία εδώ και καιρό έχει εξαπολύσει πρωτοφανή εκστρατεία ανάμεσα στους εταίρους μας και στις Βρυξέλλες για να εμφανίσει ένα ωραιοποιημένο πρόσωπο διαλλακτικότητας και ειρηνοποιού. Διαλαλεί και φαίνεται να πείθει ότι εκείνη θέλει λύση στο κυπριακό, αλλά οι Έλληνες της Κύπρου απορρίπτουν τις δήθεν ειρηνευτικές προσεγγίσεις της.
Πώς απαντά η ελληνική πλευρά στην ολομέτωπη προσπάθεια της Τουρκίας να ωραιοποιήσει την εικόνα της; Φλυαρεί! Οι ηγέτες μας επιδίδονται ξανά στο γνωστό βολικό άθλημα να πείσουν… εμάς αντί τους ξένους. Και, φυσικά, αθλούμενοι σε ακατάσχετη δηλωσολογία, κατερειπώνουν και όσα υποτίθεται συμφώνησαν στο Εθνικό Συμβούλιο. Οι σκεπτόμενοι πολίτες διερωτώνται γιατί οι αποφάσεις του Σώματος δεν υλοποιούνται και γιατί οι ηγέτες μας δεν καταφέρνουν να αρθούν υπεράνω στενόκαρδων κομματικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων και φιλοδοξιών. Υπάρχουν εξηγήσεις:
Πρώτον, όσα το Εθνικό Συμβούλιο αποφασίζει δεν είναι δεσμευτικά για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Δεύτερον, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο εκλεγμένος ηγέτης. Ο λαός τον ψήφισε στην βάση του προεκλογικού του προγράμματος και των δεσμεύσεών του έναντι των συνεργαζόμενων κομμάτων. Συνεπώς, αν θέλει λαμβάνει υπόψη εισηγήσεις, ιδέες και προτάσεις των εθνικών συμβούλων. Τρίτον, ο Πρόεδρος δεν κηδεμονεύεται και δεν ποδηγετείται από τα κόμματα. Άρα, ακούει μεν, σέβεται δε, αλλά δεν είναι υποχρεωμένος να υιοθετήσει όσα τα κόμματα ή οι πολιτικοί αρχηγοί εισηγούνται σε σχέση με το κυπριακό. Τέταρτον, ο Πρόεδρος λογοδοτεί πρώτα στον λαό που τον εξέλεξε και ύστερα στα κόμματα. Αυτός έχει την ευθύνη του χειρισμού, των αποφάσεων και αυτός υφίσταται το κόστος των ενεργειών του. Πέμπτον, εξ αυτών όλων γίνεται αντιληπτό στον κάθε πολίτη ότι το Εθνικό Συμβούλιο είναι ένα διακοσμητικό σώμα, που δίνει την ευκαιρία στον εκάστοτε Πρόεδρο να εμφανίζει ενώπιον του λαού μια κατ’ επίφαση συλλογικότητα εις δε τα κόμματα τον τρόπο να διαβουκολούν τους πολίτες διά μιας επίπλαστης ενότητας.
Όλα τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν θλιβερά λίγα μόνο 24ωρα πριν από τη δημοσιοποίηση της έκθεσης προόδου για την Τουρκία, ενόψει της αξιολόγησής της τον ερχόμενο μήνα. Ενώ υποτίθεται ότι ο Πρόεδρος και τα κόμματα ομοφώνησαν, κατά την τετραήμερη συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου, επί της ακολουθητέας γραμμής και άφησαν να νοηθεί ότι κατανεμήθηκαν ρόλοι και καθήκοντα, αίφνης ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ αποστασιοποιήθηκε. Και υποστήριξε ένα νέο οδικό χάρτη για την Τουρκία, σε πλήρη σύμπλευση με τον Γ. Παπανδρέου, όταν την ίδια στιγμή ο Δ. Χριστόφιας και όλη η υπόλοιπη πολιτική ηγεσία διαμηνούσαν σε όλους τους τόνους πως: Αν η Τουρκία δεν συμμορφωθεί προς συγκεκριμένες δεσμεύσεις της έναντι της ΕΕ και της Κυπριακής Δημοκρατίας, τότε πρέπει να πληρώσει το τίμημα και να ακυρωθούν τα ευρωπαϊκά της όνειρα. Αυτό και μόνο το γεγονός επιβεβαιώνει πως οι καλές προθέσεις των μεν και οι υστερόβουλες διαθέσεις των δε, δεν παράγουν πολιτική σοβαρότητα. Απλώς αποκαλύπτουν την πολιτική γυμνότητα και την ανεπάρκεια όσων έπρεπε υπεύθυνα να χειρίζονται τις τύχες του τόπου.
