8 Σεπτεμβρίου 2010

Για ποια ομοσπονδία μιλούμε;

Τεύχος Νοεμβρίου 2009 | Κατηγορία: Φάκελος

Σε ανύποπτο χρόνο, σε συνέντευξή του στην Khaleej Times στις 5 Σεπτεμβρίου 2004 ο Δημήτρης Χριστόφιας είχε επαναλάβει την πάγια ελληνοκυπριακή θέση ότι η ομοσπονδία δεν είναι κατάλληλη μορφή λύσης για επίλυση του κυπριακού προβλήματος. Αναμφίβολα η υποχώρηση της ελληνοκυπριακής πλευράς που επήλθε μέσα από την αποδοχή του πάγιου τουρκικού στόχου για ομοσπονδιοποίηση της Κύπρου και της σταδιακής προσθήκης του όρου της δικοινοτικότητας και τελικά της διζωνικότητας, έθεσε το πλαίσιο συζήτησης του κυπριακού προβλήματος σε νέες βάσεις.

Η ομοσπονδία, όπως αυτή γινόταν αντιληπτή από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τους τότε επικεφαλής της Γενικής Εισαγγελίας Κρίτωνα Τορναρίτη και Λουκή Λουκαίδη, διέφερε αισθητά από το σημερινό πλαίσιο συζήτησης. Με μελέτες τους οι Τορναρίτης και Λουκαίδης επισήμαναν ότι η έννοια μιας ομο-σπονδίας προϋποθέτει την πλήρη κατοχύρωση της εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών σε ολόκληρη την επικράτεια της νήσου και κατά τρόπο ομοιόμορφο. Η συζήτηση περί εύρεσης μιας λειτουργικής και βιώσιμης ομοσπονδίας φαίνεται σήμερα να έχει ξεπεραστεί από τις τάσεις της κυβέρνησης για αποδοχή πάγιων τουρκικών επιδιώξεων, όπως η εκ περιτροπής προεδρία, η παραμονή μεγάλου αριθμού εποίκων, η ενισχυμένη διζωνικότητα κατά τρόπο που να περιορίζει τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως και η πολιτική ισότητα.

Παράδοξα και προβλήματα

Στο βιβλίο «Το Σχέδιο Ανάν: Πέντε Κείμενα Κριτικής» (Ύψιλον/Αιγαίον, 2003) ο Μιχάλης Κοντός συνόψισε τα πέντε παράδοξα της συζήτησης για ομοσπονδιακή λύση του κυπριακού προβλήματος ως ακολούθως:

«α) Η ομοσπονδία υπήρξε ήδη πριν από το 1974 η ‘σημαία’ της Τουρκίας, ο στόχος της για την επίτευξη του κυπριακού. Χαρακτηριστικές είναι οι προγραμματικές δηλώσεις του Μπουλέντ Ετζεβίτ στην Μεγάλη Εθνοσυνέλευση μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας το 1973: ‘Προκειμένου να διαφυλαχθεί το καθεστώς ίσης κυριαρχίας που έχει η Τ/Κ κοινότητα και να εξασφαλιστεί μεταξύ των δύο κοινοτήτων μια από κάθε άποψη αρμονική και γαλήνια συνεργασία στην εν γένει διακυβέρνηση του κράτους, πιστεύουμε ότι την πλέον ενδεδειγμένη λύση αποτελεί ένα ομοσπονδιακό σύστημα’. Το δε Σύνταγμα του ’60 ερμηνευόταν ενίοτε από Τούρκους πολιτικούς και συγγραφείς ως μια ομοσπονδία με διοικητικό διαχωρισμό, από άλλους δε ως ο τέλειος προθάλαμος της οριστικής διχοτόμησης. Οι δε Ε/Κ αντιμετώπιζαν απαξιωτικά το αίτημα της ομοσπονδίας, αφού δεν εδέχοντο να το συζητήσουν καν.

β)Οι ομοσπονδίες ανά τον κόσμο αποτελούν ενώσεις διοικητικών και γεωγραφικών περιφερειών, οι οποίες ενώνονται με κοινή συναίνεση, κάτω από μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, με απώτερο σκοπό την πιο αποτελεσματική εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, στον βαθμό που αυτά δεν συγκρούονται. Στην Κύπρο η ένωση θα οφείλεται στον de facto διαχωρισμό του νησιού εξαιτίας ένοπλης επέμβασης ενός ξένου κράτους και της δημιουργίας νέων γεωγραφικών δεδομένων εξαιτίας της βίαιης μετακίνησης πληθυσμού από τις φυσικές του εστίες. Συνιστά δηλαδή τη νομιμοποίηση μιας παράνομης ενέργειας.

γ)Η συμφωνία της 12ης Φεβρουαρίου του 1977 μεταξύ του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ και του Ραούφ Ντεκτάς, με την οποία καθορίστηκε από κοινού ο στόχος της ομοσπονδιοποίησης της Κύπρου, κρίνεται ως μη συνάδουσα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενδεικτικά, η Ad Hoc επιτροπή νομικών που δημιουργήθηκε στην Κύπρο το 1992 για την εξέταση της δέσμης ιδεών Γκάλι αναφέρει στο πόρισμά της: ‘Ο περιορισμός της άσκησης των τριών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συντελέστηκε με την υπογραφή της Συμφωνίας Κορυφής της 12/2/77 από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο είναι ανίσχυρος και νομικά άκυρος εξ’ υπαρχής γιατί ισοδυναμεί με τροποποίηση του Συντάγματος και ιδιαίτερα του Κεφαλαίου ΙΙ περί θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τα οποία σύμφωνα με το ίδιο το Σύνταγμα μόνον η Βουλή των Αντιπροσώπων έχει το δικαίωμα να τροποποιήσει. (Ίδε άρθρον 182(3) του Συντάγματος)’.

δ)Υπάρχει μια σημαντική διαφορά στην προσδοκούμενη διαδικασία επανένωσης μεταξύ της Ε/Κ και της Τ/Κ πλευράς. Η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας προτιμά την δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, η οποία θα εκχωρήσει κάποιες εξουσίες στα δύο ‘κρατίδια’. Η δε Τ/Κ πλευρά αντιλαμβάνεται την όλη διαδικασία ως επανένωση δύο κυρίαρχων κρατών, δύο λαών με χωριστά δικαιώματα αυτοδιάθεσης, αφού πρώτα τύχει αναγνώρισης από την Ε/Κ πλευρά η «Τ.Δ.Β.Κ.».

ε)Σε όλο τον κόσμο κάποια ομόσπονδα κράτη καταρρέουν. Αυτά έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Τα πιο σημαντικά από αυτά είναι ο τεχνητός ομοσπονδιακός διαχωρισμός με βάση το κριτήριο της εθνικής διαφοροποίησης (βλ. Γιουγκοσλαβία, Ε.Σ.Σ.Δ.), η διζωνικότητα (βλ. Τσεχοσλοβακία, Πακιστάν) και η ανισομεγέθης γεωγραφική και πληθυσμιακή κατανομή (βλ. Καμερούν). Δυστυχώς, η περίπτωση της Κύπρου πληροί και τα τρία αυτά κριτήρια.

Τα πέντε αυτά παράδοξα, αν και μπορούν πρακτικά να ξεπεραστούν σε μεγάλο βαθμό με την εφαρμογή της κατάλληλης λύσης, εν τούτοις, επειδή ενυπάρχουν στο δομικό σύστημα του όλου προβλήματος και θα συνεχίσουν να παρουσιάζονται και σε περίπτωση επίλυσής του, ενδεχομένως να καταστούν στο μέλλον ανασταλτικοί παράγοντες για την ομαλή εγκαθίδρυση, λειτουργία και για τη βιωσιμότητα μιας ομόσπονδης Κύπρου».

Οι συνέπειες των υποχωρήσεων

Οι κίνδυνοι που προκύπτουν μέσα από την εισαγωγή εννοιών όπως η πολιτική ισότητα και η ενισχυμένη διζωνικότητα, κατά την συζήτηση για εύρεση λύσης του κυπριακού προβλήματος, είχαν επισημανθεί επανειλημμένα από όλους σχεδόν τους ανεξάρτητους συνταγματολόγους που ασχολήθηκαν με το κυπριακό πρόβλημα. Χαρακτηριστικό είναι πως ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ήδη από το 1993, μιλώντας υπό την ακαδημαϊκή του ιδιότητα και όχι υπό την ιδιότητα του πολιτικού στελέχους του Σημιτικού (και σήμερα Γιωργακικού) ΠΑΣΟΚ, παρατηρούσε ότι:

«Θέλω να τονίσω τον κίνδυνο η αποδοχή της αρχής της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων να λειτουργήσει ως επιχείρημα ή ως πρόσχημα για την ενίσχυση της πολιτειακής υπόστασης και της διεθνούς θέσης του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους, ανεξάρτητα από την έκβαση της διαπραγμά-τευσης και εκ μόνου του λόγου ότι η έννοια αυτή κατέστη κεντρική έννοια, κοινά αποδεκτή, του ίδιου του διαλόγου, της ίδιας της διαπραγμάτευσης. Άλλωστε η αρχή της ισότιμα κατανεμημένης κυριαρχίας δεν συνδέεται μόνο με την δομή της μελλοντικής Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά συνδέεται και με την μεταβατική περίοδο, συνδέεται δε πρωτίστως με την νομική και πολιτική βάση που θα έχει η όποια λύση του προβλήματος».

Υπάρχει άραγε αμφιβολία ότι οι πιο πάνω θέσεις και προειδοποιήσεις έχουν σήμερα επαληθευθεί; Δυστυχώς οτιδήποτε γίνεται αποδεκτό για σκοπούς διαπραγμάτευσης από την ελληνοκυπριακή πλευρά στο τραπέζι των συνομιλιών, οδηγεί εκ των πραγμάτων στην νομιμοποίηση της εισβολής του 1974 και στην ενίσχυση της θέσης του ψευδοκράτους διεθνώς, κατά τρόπο ώστε ο μοναδικός υπεύθυνος για την ενίσχυση του ψευδοκράτους να μην είναι άλλος από τις διαπραγματευτικές παραχωρήσεις στις οποίες προέβησαν οι εκάστοτε Ελληνοκύπριοι διαπραγματευτές στα πλαίσια της επιθυμίας για εφαρμογή της πολιτικής του καλού παιδιού απέναντι στην Άγκυρα. Ένας άλλος συνταγματολόγος, ο Γιώργος Παπαδημητρίου παρατηρούσε, σχολιάζοντας την δέσμη Ιδεών Γκάλι: «Δεν πρέπει βέβαια να παραγνωρίζεται ότι η συνολική συμφωνία αναζητείται υπό το φως των τραυματικών εμπειριών που επιβαρύνουν τις δύο εθνικές κοινότητες της Κύπρου. Η πραγματικότητα αυτή όμως δεν είναι ικανή για να νομιμοποιηθούν ιστορικά οι επιλογές που δεσπόζουν στην αναζήτηση μιας βιώσιμης λύσης. Πρέπει επιτέλους να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε όταν κάνουμε λόγο για βιώσιμη λύση. Εννοούμε την αναπαραγωγή και την παγίωση της διχοτομικής δομής σε επίπεδο κοινωνίας, γεωγρα-φίας και πολιτείας; Ή εννοούμε την δημιουργία των προϋποθέσεων για την ουσιαστική και με ιστορική προοπτική επαναπροσέγγιση των δύο kοινοτήτων διαμέσου της οικοδόμησης των πρόσφορων ιδεολογικών, πολιτικών και συνταγματικών προϋποθέσεων; Δεχόμαστε ότι η Κύπρος ανήκει στην Ευρώπη και ότι η χρονίζουσα κρίση της πρέπει να λυθεί με γνώμονα τις αρχές και τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού; Γιατί δεν ενθαρρύνεται αυτή η προοπτική που θα μπορούσε να επιφέρει την ουσιαστική και μονιμότερη συνεννόηση των δύο κοινοτήτων της;

Τα ερωτήματα είναι πράγματι εύγλωττα. Θέλω να πιστεύω ότι η θέση και η απάντησή τους μας οδηγούν στην αναζήτηση των στέρεων θεμελίων για την οικοδόμηση μιας πραγματικά βιώσιμης λύσης του κυπριακού προβλήματος. Εξάλλου μας απομακρύνουν από την μάταιη αναζήτηση μιας εφήμερης λύσης, καταδικασμένης γρήγορα να χρεοκοπήσει και να πληγώσει πάλι την κουρασμένη καρδιά της κυπριακής κοινωνίας. Μιας λύσης που οικοδομείται στην προκλητική εγκατάλειψη θεμελιωδών παραδοχών του ευρωπαϊκού πολιτισμού κατά την αργόσυρτη πορεία που γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια με την διολίσθηση υπό συγκεκριμένες και αναπόδρα-στες ίσως συνθήκες, των ελληνοκυπριακών προς τις τουρκοκυπριακές θέσεις».

Αναζητώντας πλαίσιο λύσης

Το κράτος που θα δημιουργούσε το σχέδιο Ανάν χαρακτηρίστηκε ορθά από τον κορυφαίο σύγχρονο Έλληνα συνταγματολόγο, τον Κώστα Χρυσόγονο, ως:

«Νομιμοποίηση και μονιμοποίηση της τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο. Το προτεινόμενο από τον Γενικό Γραμματέα πολιτειακό μόρφωμα δεν είναι ομοσπονδία ή έστω συνομοσπονδία, αλλά προτεκτοράτο της Τουρκίας και θεωρητικά μόνο και της Ελλάδας. Το προτεκτοράτο αυτό δεν θα είναι ούτε κυρίαρχο ούτε ανεξάρτητο ούτε δημοκρατικό και τελικά δεν θα είναι ούτε καν κράτος, όπως τουλάχιστον οι έννοιες αυτές χρησιμοποιούνται διεθνώς σήμερα. Η ένταξή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνιστούσε μείζονος σημασίας παραβίαση της ιδρυτικής της Συνθήκης και θα οδηγούσε περαιτέρω σε διαρκή παραβίαση του κοινοτικού κεκτημένου, ενώ θα καθιστούσε ολόκληρη την Ένωση όμηρο των Τουρκοκυπρίων. Όσο για τον κυπριακό Ελληνισμό, αυτός θα καταστεί μόνιμα υποτελής της Τουρκίας, έναντι πινακίου φακής που είναι η απόδοση ενός ποσοστού περίπου 8% του κυπριακού εδάφους. Είναι προφανές ότι ακόμη και η διαιώνιση-παράταση της σημερινής ντε φάκτο διχοτόμησης της Κύπρου είναι προτιμότερη από μια δήθεν ‘λύση’ του είδους αυτού».

Η λύση την οποία διαπραγματεύεται σήμερα ο Πρόεδρος Χριστόφιας και η Κυβέρνηση δυστυχώς συνιστά επαναφορά του σχεδίου Ανάν, ένα πλαίσιο λύσης το οποίο οκτώ κορυφαίοι διεθνολόγοι επισήμαναν πως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί σε περίπτωση που επιδιώκεται η βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος (βλ. Auer, Bossuyt, Burns, De Zayas, Helmons, Kasimatis, Oberndoerfer, Shaw). Όπως παρατήρησε και ο Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης, πρώην Γενικός Εισαγγελέας και Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Θα πρέπει να θεωρήσουμε την συμφωνία, αν είναι δυνατόν να επιληφθεί επί ορθής βάσεως σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα την προστασία τους στα πλαίσια της ομοσπονδίας, την απόλαυσή τους κατά πάντα χρόνο από όλους τους πολίτες χωρίς διακρίσεις, ως την λυδίαν λίθον της ορθής λύσεως του κυπριακού. Εάν δηλαδή αυτό δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί, σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε την έννοια της ομοσπονδίας, εμπλεκόμεθα σε έννοιες που έχουν σχέση μόνο με συνομοσπονδία και ο μη γένοιτο μπορεί να καταλήξουμε και στον διαμελισμό».

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Διαβάστε τους κανονισμούς για τα σχόλια

Γραμμένο σε Greeklish; Μετατρέψτε το σε Ελληνικά, αυτόματα!