Γράφει:

Αποφάσεις της διάσκεψης των G20 στο Πίτσμπουργκ: Συνέχιση της πορείας προς τα εμπρός

Η διάσκεψη κορυφής των G20 στο Λονδίνο, στις 2 περασμένου Απριλίου, σηματοδότησε την αφετηρία μιας νέας συλλογικής πορείας όσον αφορά στην αντιμετώπιση της διεθνούς οικονομικής κρίσης, η οποία μαστίζει την σύνολη ανθρωπότητα εδώ και δύο περίπου χρόνια.

Οι αποφάσεις που λήφθηκαν τότε υπήρξαν καταλυτικές για τις περαιτέρω διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Πρώτον, γιατί για πρώτη φορά η οικονομική υπερδύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής καταδέχθηκε ή αναγκάστηκε να συζητήσει και να συμβιβασθεί με τις άλλες ισχυρές και προοπτικά αναδυόμενες, ισχυρές οικονομικά, 19 χώρες ως ίση προς ίσες, χωρίς την αλαζονεία και την υπεροψία του παρελθόντος. Οπωσδήποτε το αίσθημα της πρωταίτιας ενοχής για την επελθούσα διεθνή χρηματοοικονομική κρίση, καθώς και η ανάληψη της προεδρίας από τον μετριοπαθή, ανθρώπινο και γενικά αποδεκτό Ομπάμα, δημιούργησε ένα νέο κλίμα και μια νέα ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης, κατανόησης και συνεργασίας, σε αντίθεση με το πνεύμα της επιβολής και του ετσιθελισμού των προκατόχων του και ιδιαίτερα του τελευταίου, ανεκδιήγητου Μπους.

Δεύτερον, γιατί η διάσκεψη εκείνη άγγιξε την ουσία της κρίσης. Ιχνηλάτησε τα αίτια της δημιουργίας της και τόλμησε να πάρει αποφάσεις, η εφαρμογή των οποίων θα συνέβαλλε στην ανακοπή της διεθνούς οικονομικής κατολίσθησης και την ανάστροφη εξέλιξη με την έναρξη της βραδείας, σταδιακής και σταθερής ανάκαμψης.

Στη διάσκεψη εκείνη οι Ευρωπαίοι συμβιβάστηκαν με την αποδοχή της Αμερικανικής απαίτησης να διαθέσουν το 2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος τους για την αναχαίτιση της κρίσης και την έξοδο από την ύφεση.

Εκείνοι, όμως, που πραγματικά έκαναν τις σοβαρότερες υποχωρήσεις, ήταν οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί, οι οποίοι κυριολεκτικά γονάτισαν μπροστά στην ανυποχώρητη αποφασιστικότητα των Ευρωπαίων, με επικεφαλής τον γαλλογερμανικό άξονα του Σαρκοζί και της Μέργκελ. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί, εκόντες-ακόντες, αναγκάσθηκαν να αποδεχθούν και να εφαρμόσουν την νέα προσέγγιση για αυστηρότερη εποπτεία και ρύθμιση του χρημα-τοοικονομικού συστήματος, εξασθενίζοντας τον μύθο της αυτορρύθμισης της ασύδοτης οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, και να υιοθετήσουν την εισήγηση για έλεγχο των αμοιβών και των χορηγηματικών επιβραβεύσεων (bonus) των πανίσχυρων και ακόρεστων στελεχών των χρηματοοικονομικών οργανισμών, των αποκαλούμενων Golden Boys.

Η μεγάλη πρόκληση, μετά την διάσκεψη της 2ας Απριλίου του Λονδίνου, συνίστατο και συνίσταται στην έμπρακτη εφαρμογή των ληφθεισών αποφά-σεων. Ιδιαίτερα από μέρους των οικονομικών μεγα-θηρίων: Των ΗΠΑ και των χωρών της Ευρωζώνης, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιαπωνίας, και, ακόμη, της Κίνας και της Ινδίας.

Η διάσκεψη κορυφής των G20, στις 24 και 25 Σεπτεμβρίου στο Πίτσμπουρκ, προέβη, ουσιαστικά, σε επισταμένη επισκόπηση της όλης κατάστασης, με την διερεύνηση και διαπίστωση κατά πόσον οι αποφάσεις της διάσκεψης του Λονδίνου άρχισαν να υλοποιούνται. Και, ακόμη, με την εκτίμηση κατά πόσον οι εν λόγω αποφάσεις συνέβαλαν στην έναρξη της εξόδου από την κρίση και την οικονομική ανάκαμψη. Υπήρξε, αναμφίβολα, μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση και ανασκόπηση των παγκόσμιων οικονομικών εξελίξεων.

Κρίνοντας από το περιεχόμενο της συμφωνίας, στην οποία κατέληξαν οι ηγέτες των G20 στο Πίτσμπουργκ, μπορεί με βεβαιότητα να λεχθεί ότι η έμφαση της κοινής τους απόφασης επικεντρώθηκε και πάλι στα κύρια θέματα που απασχόλησαν τη διάσκεψη του Λονδίνου. Πιο συγκεκριμένα, επαναβεβαίωσαν την αποφασιστικότητά τους να εμμείνουν στον περιορισμό των μπόνους των Golden Boys σε ένα ποσοστό επί των καθαρών κερδών των χρημα-τοοικονομικών ιδρυμάτων, χωρίς να απειλείται το υγιές και βιώσιμο επίπεδό τους. Οι ηγέτες των G20 δεσμεύτηκαν, επίσης, να διατηρήσουν τα πακέτα της οικονομικής στήριξης μέχρις ότου επιτευχθεί, σταθεροποιηθεί και διασφαλισθεί η ανάκαμψη.

Ιδιαίτερη έμφαση προσδόθηκε από την διάσκεψη του Πίτσμπουργκ στο θέμα της ανεργίας, η οποία έχει εξελιχθεί σε σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, με απρόβλεπτες διαστάσεις και επιπτώσεις. Μεγάλη σημασία προσέδωσαν οι ηγέτες των G20 στις εκτιμήσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, σύμφωνα με τις οποίες τα μέτρα που έχουν λάβει οι διάφορες κυβερνήσεις, πριν και μετά την Διάσκεψη του Λονδίνου της 2ας Απριλίου, για την απασχόληση και την κοινωνική προστασία, έχουν δημιουργήσει ή έχουν περισώσει επτά μέχρι δέκα εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επισήμανση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, σύμφωνα με την οποία: «Η σταθεροποίηση των χρηματο-πιστωτικών αγορών και τα αυξανόμενα ποσοστά μεγέθυνσης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, αν και πάρα πολύ σημαντικά, εν τούτοις δεν είναι αρκετά. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα πρέπει να τεθούν, τονίζει το ΔΓΕ, στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας, εξασφαλίζοντας την ροή πίστωσης στις εταιρίες και, ειδικότερα, στις μικρές εταιρίες».

Πολύ σημαντικά για την παρούσα και την μελλοντική λειτουργία, συμπεριφορά και βιωσιμότητα των τραπεζών είναι και τα μέτρα που έχουν προκρίνει να ληφθούν οι G20 στην Διάσκεψη του Πίτσμπουργκ. Τα μέτρα για την κεφαλαιακή επάρκεια και την ρευστότητα, μαζί με εκείνα για τις αμοιβές των τραπεζικών στελεχών, ήταν στο επίκεντρο των μεταρρυθμιστικών αποφάσεων των G20, οι οποίες συμπεριέλαβαν και δεσμεύσεις για την ενίσχυση των λογιστικών προτύπων και την επιτήρηση των εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών.

Μεταξύ των πιο σημαντικών συμφωνιών που επιτεύχθηκαν στο Πίτσμπουργκ, και που δεν της δόθηκε η ενδεικνυόμενη δημοσιότητα, είναι εκείνη που αφορά στην μετατροπή της Ομάδας των G20 σε βασικό φόρουμ για την διεθνή οικονομική συνεργασία. Και, παρόλο που, καθώς έχει διευκρινισθεί, η συμφωνία αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί ως ο θάνατος της ομάδας των G8, δηλαδή των οκτώ πλουσιότερων χωρών του κόσμου, εντούτοις θα πρέπει εύλογα να υποτεθεί ότι η ομάδα των G20 θα αποτελέσει πλέον την πιο σημαντική έπαλξη στην εξέταση και τη λήψη αποφάσεων για την διεθνή οικονομία. Είναι και αυτό απότοκο της νέας κατάστασης πραγμάτων που δημιούργησε η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση.

Οπωσδήποτε, κρίνοντας εκ του περιεχομένου των εκτιμήσεων και αποφάσεων της διάσκεψης των G20 στο Πίτσμπουργκ, μπορεί κάποιος να αισθάνεται συγκρατημένα αισιόδοξος σχετικά με τις προσεχείς διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Είναι φανερό ότι η συλλογική κινητοποίηση, συνεργασία και δράση έχει αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Αναμφίβολα η διεθνής οικονομική ανάκαμψη δεν θα επέλθει μέσα σε μια μέρα. Όμως είναι σημαντικό το γεγονός ότι αυτή έχει ήδη αρχίσει.

 

Ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου είναι πρώην Υπουργός Οικονομικών και Εσωτερικών και τέως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου

Σχολιάστε

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>