Γράφει: Ανδρέας Θεοφάνους
Η άλλη επερχόμενη οικονομική κρίση
Τους τελευταίους μήνες η διεθνής οικονομική κρίση επηρέασε και την Κύπρο, παρά το γεγονός ότι αρχικά η κυβέρνηση είχε εκφράσει την άποψη ότι «επειδή η κυπριακή οικονομία έχει πολύ γερές βάσεις θα έμενε αλώβητη». Η πραγματικότητα όμως είναι ότι, ανεξάρτητα από την διεθνή οικονομική κρίση, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της κυπριακής οικονομίας είναι τέτοιες που, εάν δεν αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά με ριζοσπαστικές αλλαγές, η Κύπρος θα βιώσει τα επόμενα χρόνια μια χειρότερη οικονομική κρίση με σοβαρές συνέπειες.
Κατά καιρούς έχουν ήδη γίνει συστάσεις από Εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για διαρθρωτικές αλλαγές. Σημειώνονται, μεταξύ άλλων, το θέμα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, της γήρανσης του πληθυσμού, της ΑΤΑ και των στρεβλώσεων που δημιουργεί, των ψηλών τιμών και της φθίνουσας ανταγωνιστικότητας. Η Κύπρος παρουσιάζει χαρακτηριστικά που φαίνεται ότι είναι παρόμοια με εκείνα που αντιμετώπισαν οι δυτικές οικονομίες κατά την μεγάλη κρίση που άρχισε το 1973. Συγκεκριμένα οι δυτικές οικονομίες είχαν αντιμετωπίσει το τεράστιο πρόβλημα του στασιμοπληθωρισμού. Απαιτήθηκαν χρόνια και νέες προσεγγίσεις για να εξέλθουν από την κρίση. Αρχικά θεωρήθηκε ότι το πρόβλημα προέκυψε από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Υπήρχαν όμως και άλλες αιτίες οι οποίες εκ των υστέρων έγιναν κατανοητές: Μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι οι δαπάνες του δημόσιου τομέα είχαν διαχρονικά αυξηθεί σημαντικά, ένα ισχυρό συντεχνιακό κίνημα με συχνές απεργίες και στάσεις εργασίας, χαλάρωση του εργασιακού ήθους και ούτω καθ’ εξής.
Η Κύπρος σήμερα αντιμετωπίζει τέτοια χαρακτηριστικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1974, λίγο πριν την εισβολή, οι κυβερνητικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν γύρω στο 25%. Σήμερα έχουν ξεπεράσει το 42% (αφήνω κατά μέρος, προς το παρόν, τι θα προκύψει με μια διευθέτηση δύο συνιστώντων κρατών και μιας κεντρικής κυβέρνησης). Επιπρόσθετα, το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα είναι ελλειμματικό σε λίγα χρόνια αν δεν ληφθούν ριζοσπαστικά μέτρα. Ήδη είχαμε κάποιες αυξήσεις τα τελευταία χρόνια στις εισφορές, κάτι που συνιστά επιπρόσθετη φορολογία. Όμως η απάντηση στο πρόβλημα δεν είναι οι αυξημένοι φόροι.
Σε σχέση με την ΑΤΑ επισημαίνεται ότι πολλές φορές συμβάλλει στην δημιουργία στρεβλώσεων στην οικονομία. Για παράδειγμα, εάν η άνοδος της τιμής του πετρελαίου δεν διαφοροποιεί την στάση των καταναλωτών ως αποτέλεσμα της ΑΤΑ αυτό συνιστά σοβαρή στρέβλωση καθώς, μεταξύ άλλων, η οικονομία δεν αντιδρά επαρκώς. Πέραν τούτου, η καταβολή ΑΤΑ απο το δημόσιο συνεπάγεται αυξημένες δημόσιες δαπάνες και, κατ’ επέκταση, αυξημένες φορολογίες. Με το ίδιο σκεπτικό η καταβολή ΑΤΑ από τους ημικρατικούς οργανισμούς οδηγεί στην αύξηση των λειτουργικών εξόδων και, κατ’ επέκταση, στην αύξηση των τιμών των υπηρεσιών τους. Έτσι τα τελευταία χρόνια έχει επέλθει επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της κυπριακής οικονομίας. Παρεμπιπτόντως, σημειώνεται ότι όταν τον Ιούλιο μειώθηκε η ΑΤΑ και οι μισθοί δεν υπήρξε καμιά διαμαρτυρία! Και όμως όταν μειώνονται οι τιμές θα πρέπει να επωφελούνται οι καταναλωτές.
Το θέμα αυτό παραπέμπει και σε θέματα επανεξέτασης νοοτροπιών. Σε πολλές χώρες όταν διάφοροι οργανισμοί αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρές κρίσεις παγοποιούν ή ακόμα μειώνουν τους μισθούς. Αυτό συνιστά αρνητική εξέλιξη, αλλά είναι οδυνηρότερο όταν επέρχεται απώλεια θέσεων εργασίας. Στην Κύπρο με κάποιες εξαιρέσεις αυτά δεν συζητιούνται. Και, ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες, ούτε λόγος για περισυλλογή.
Πουθενά αλλού δεν εκφράζεται το πρόβλημα της κυπριακής οικονομίας όσο στο χάσμα, στους όρους και συνθήκες απασχόλησης μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Μεταξύ άλλων, υπογραμμίζονται οι σοβαρές στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας, η μη αποτελεσματική κατανομή πόρων, οι πελατειακές σχέσεις, οι σοβαρές ανισότητες κ.λπ. Εάν δεν αναστραφούν αυτά τα δεδομένα η Κύπρος θα εισέλθει σε περιπέτειες.
Επιπρόσθετα, η φιλοσοφία ενός υπέρμετρου κρατισμού είναι δυνατό να ευνουχίσει την δημιουργικότητα του ιδιωτικού τομέα και μια ευρύτερη προοπτική. Για παράδειγμα, αν πάρουμε τον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η πολιτική που ακολουθείται ενδεχομένως να στραγγαλίσει έναν πολύ υποσχόμενο τομέα. Εδώ το όλο νομικό πλαίσιο οδηγεί σε ιδρύματα δύο ταχυτήτων, με τα κρατικά ιδρύματα να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο ενώ τα ιδιωτικά ιδρύματα να θεωρούνται ως αναγκαίο κακό και όχι ως στρατηγικός εταίρος. Ταυτόχρονα το κράτος επιχορηγεί γενναιόδωρα τα κρατικά πανεπιστήμια (π.χ. με 160 εκατομμύρια για το 2009), ενώ δεν δίνει ούτε ένα σεντ για τα ιδιωτικά. Η δε μερίδα του λέοντος από ερευνητικά προγράμματα του Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας καταλήγουν (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) σε κρατικά ιδρύματα. Πέρα από τις οποιεσδήποτε κοινωνικές διαστάσεις του θέματος τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής στην πορεία του χρόνου θα είναι καταστροφικά.
Η κυπριακή οικονομία έχει δύσκολες επιλογές μπροστά της. Ιδεολογικές προσεγγίσεις του παρελθόντος, καθώς και ξεπερασμένες νοοτροπίες και πρακτικές, όχι μόνο δεν θα βοηθήσουν αλλά θα επιταχύνουν την κατάρρευση. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη οικονομική πολιτική εμβολιασμένη με κοινωνική ευαισθησία, η οποία θα οδηγήσει σε σταθερότητα και οικονομική πρόοδο.
Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων.
