Γράφει: Θάλεια Νεοφύτου
Είναι πολλά τα λεφτά Φυράτ!: Ποιοι κερδίζουν και πόσα από την νόμιμη ή παράνομη μετανάστευση
Πολλά ακούγονται για τους μετανάστες στον τόπο μας. Πολλά από αυτά αρνητικά, όπως ότι η παρουσία τους υποβαθμίζει περιοχές, ότι οι παράνομοι εξ αυτών αποτελούν μάστιγα, ότι παίρνουν δουλειές Κυπρίων και ότι στην τελική έχουν περισσότερα δικαιώματα από τους αυτόχθονες. Αυτό που δεν ακούγεται συνήθως είναι ότι, στην Κύπρο του 2009, ακόμα και ο μετανάστης θέλει… Το μέσο του. Ή άλλως τον «μεσάζοντα», οι προθέσεις του οποίου είναι κάθε άλλο από ανιδιοτελείς. Και ίσως σε αυτούς τους, ευυπόληπτους στην πλειοψηφία τους, πολίτες θα έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους αυτοί που κόπτονται περί μιας σωστής και συγκροτημένης μεταναστευτικής πολιτικής, ώστε να βρεθούν αντιμέτωποι με την πραγματική ρίζα του κακού.
Τα κυκλώματα των δουλεμπόρων
Το κόστος για να έρθει ένας μετανάστης στην Κύπρο ώστε να εργαστεί νόμιμα ως εργάτης είναι συνήθως σε ένα νόμιμο ατζέντη 1000-1800 ευρώ, κόστος το οποίο κανονικά πρέπει να καταβάλει ο εργοδότης. Πολλές φορές ωστόσο η διαδικασία γίνεται μέσω εσωτερικών κυκλωμάτων αλλοδαπών, σε συνεργασία πάντα με Κύπριους, η ταρίφα των οποίων μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη. Η «μαφία» των σύγχρονων δουλεμπόρων, η οποία αποτελείται από αλλοδαπούς που διαμένουν ήδη νόμιμα στην χώρα υποδοχής, μπορεί να φτάνει στα 10,000 ευρώ για τους άντρες και μέχρι τα 5000 ευρώ για τις γυναίκες, κόστος το οποίο καταβάλλουν οι ίδιοι οι αλλοδαποί. Τα κυκλώματα φέρνουν κάποιους από τους αλλοδαπούς παράνομα από τα κατεχόμενα, ενώ άλλους σε συνεργασία με εδώ ατζέντηδες, οι οποίοι νομιμοποιούν με αυτό τον τρόπο την διαδικασία, βρίσκοντάς τους εργοδότη κ.τ.λ. Πολλές φορές η άγνοια ενός αλλοδαπού για την διαδικασία τον οδηγεί στο να πληρώσει ένα δυσανάλογα υψηλό ποσό σε σχέση με αυτό που θα πλήρωνε κανονικά, εφόσον πληρούσε τα κριτήρια και εργοδοτείτο νόμιμα στην Κύπρο. Μάλιστα τα άτομα του κυκλώματος παίρνουν τα χαρτιά του μετανάστη κατά την άφιξή του στην Κύπρο, τα δίνουν στον εργοδότη ο οποίος τα κατακρατεί και παίρνουν την ανάλογη προμήθεια.
Πώς οι νόμιμοι γίνονται παράνομοι
Το γεγονός ότι ο εργοδότης κατακρατεί τα επίσημα έγγραφα του αλλοδαπού είναι ήδη παράνομο, ωστόσο συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο μετανάστης, που για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι ικανοποιημένος με τις συνθήκες εργασίας του, έχει μπροστά του μόνο έναν δρόμο: Τον δρόμο της παρανομίας.
Πολλές φορές εργοδότες δεν πληρώνουν τον αλλοδαπό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο μετανάστης δικαιούται να ζητήσει ένα χαρτί (το λεγόμενο release), με το οποίο νόμιμα μπορεί μέσα σε δύο μήνες να βρει άλλον εργοδότη. Σε δύο μήνες, εάν δεν βρει άλλον εργοδότη, καθίσταται πλέον παράνομος. Αυτό που συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι ότι ο εργοδότης, ο οποίος αρνείται να πληρώσει τον αλλοδαπό, αρνείται και να του δώσει το λεγόμενο release. Συνεχίζει λοιπόν να κατακρατεί τα χαρτιά του, καθιστώντας τον αμέσως παράνομο σε περίπτωση που φύγει. Παράλληλα μπορεί να τον καταγγείλει στην Αστυνομία για κάποιο αδίκημα, η οποία εφόσον τον βρει θα εκδώσει ένταλμα σύλληψης και απέλασης. Πολλοί από τους αλλοδαπούς, οι οποίοι εγκαταλείπουν τον εργοδότη τους χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα, καταφεύγουν στα κατεχόμενα.
Από την άλλη υπάρχουν περιπτώσεις εργοδοτών που παραπονιούνται ότι ο αλλοδαπός ή αλλοδαπή, κυρίως οικιακή βοηθός, έφυγε παράνομα από το σπίτι ενώ την πλήρωναν κανονικά. Θεωρούν μάλιστα ως αναγκαίο κακό την κατακράτηση των εγγράφων του αλλοδαπού, για τον οποίο πλήρωσαν για να έρθει στην Κύπρο, ως κάποιου είδους επιβεβαίωση ότι δεν θα τους εγκαταλείψει με την πρώτη ευκαιρία. Πόσες φορές ωστόσο μια αλλοδαπή οικιακή βοηθός, ενώ φθάνει στην Κύπρο με συγκεκριμένους όρους εργασίας (φροντίδα ηλικιωμένων ή ασθενών), καταλήγει να κάνει οτιδήποτε άλλο σε σπίτια μελών της οικογένειας, πολλές φορές χωρίς το ανάλογο αντίτιμο. Συχνά μάλιστα η φροντίδα ηλικιωμένου είναι μόνο η πρόφαση για να μπορέσει να φέρει κάποιος στην Κύπρο οικιακή βοηθό χαμηλού κόστους, με τις αρμόδιες υπηρεσίες να κάνουν τα στραβά μάτια και να μην ελέγχουν κατά πόσο ο αλλοδαπός χρησιμοποιείται όντως για την εργασία για την οποία προσλήφθηκε.
Το συμπέρασμα είναι ότι οι Κύπριοι εργοδότες, δεν θα έπρεπε να απαιτούν νομότυπη συμπεριφορά από τον αλλοδαπό, από την στιγμή που οι ίδιοι, από την πρώτη στιγμή που τον φέρνουν στην Κύπρο, παραβιάζουν τους όρους εργοδότησής του.
Ζήτησε κι εσύ άσυλο, μπορείς!
Χιλιάδες αιτήσεις πολιτικού ασύλου φτάνουν κάθε χρόνο στα αρμόδια τμήματα του Υπουργείου Εσωτερικών. Θεωρητικά κάθε αλλοδαπός μπορεί να αιτηθεί πολιτικού ασύλου και να παραμείνει στην Κύπρο νόμιμα, μέχρι την εξέταση της αίτησής του. Η διαδικασία είναι απλή: Ο αιτητής συμπληρώνει κάποια έντυπα και τα καταχωρεί στην αρμόδια υπηρεσία.
Στην Κύπρο, σκόπιμα ή μη, έχει περάσει στους αλλοδαπούς η νοοτροπία ότι η αίτηση πολιτικού ασύλου πρέπει να γίνει μέσω δικηγόρου. Ίσως γιατί οι περισσότεροι αιτητές γνωρίζουν ότι τελικά δεν θα πάρουν πολιτικό άσυλο. Πολλοί από αυτούς μάλιστα ζουν ήδη για κάποια χρόνια στην Κύπρο με το καθεστώς του «φοιτητή». Συνήθως οι δικηγόροι στους οποίους καταφεύγουν οι αιτητές, δεν ενδιαφέρονται αν ο αλλοδαπός έχει πιθανότητες ή όχι να πάρει πολιτικό άσυλο. Απλώς χρεώνουν περίπου 1000 ευρώ για κάθε αίτηση που υποβάλλουν, με την οποία ο αλλοδαπός εξασφαλίζει ένα χαρτί για να παραμείνει στην Κύπρο μέχρι να εξεταστεί η υπόθεσή του και με βάση το οποίο μπορεί να εργάζεται ή να παίρνει κάποιο επίδομα ανεργίας.
Ο χρόνος εξέτασης των αιτήσεων πολιτικού ασύλου μέχρι πρόσφατα κυμαινόταν από έξι μήνες έως και τέσσερα χρόνια, στα οποία ο αλλοδαπός μπορούσε να μένει νόμιμα και να εργάζεται στην Κύπρο. Στόχος του Υπουργείο Εσωτερικών είναι να συντομεύσει όσο γίνεται περισσότερο τις διαδικασίες με το μέγιστο διάστημα αναμονής να είναι οι έξι μήνες. Ωστόσο, παρόλο που η εξέταση πολλών αιτήσεων έχει ήδη επισπευτεί αυτό δεν ισχύει καθολικά.
Το πρόβλημα που δημιουργείται είναι ότι μέσα σε όλον αυτό τον κυκεώνα των αιτήσεων πολιτικού ασύλου, οι αιτήσεις που όντως έχουν βάση χάνονται. Για αρμόδιο λειτουργό που έχει να εξετάσει για παράδειγμα 1000 αιτήσεις, εκ των οποίων οι 900 γράφουν ψέματα, η διαδικασία της μηχανικής απόρριψης των αιτήσεων έρχεται πλέον ως φυσικό επακόλουθο.
Ουκ ολίγες φορές οι αιτήσεις πολιτικού ασύλου είναι «στημένες» με σκοπό να «ξεγελάσουν» τους κρατικούς μηχανισμούς. Σε άλλες περιπτώσεις αλλοδαποί παίρνουν την «συμβουλή» να σκίζουν τα διαβατήρια και τα άλλα έγγραφά τους ώστε να είναι δύσκολο να απελαθούν. Πολλές φορές Ελληνοκύπριοι «μεσάζοντες», συνεργαζόμενοι με τα κυκλώματα των σύγχρονων δουλεμπόρων, προσπαθούν ακόμα και να νομιμοποιήσουν αδιακρίτως αλλοδαπούς που φθάνουν από τα κατεχόμενα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ακόμα και ο αλλοδαπός που δικαίως βρίσκεται στην Κύπρο και που δικαιούται για τους σωστούς λόγους να παραμείνει, ταυτίζεται στα μάτια των καχύποπτων πλέον λειτουργών που έχουν να κάνουν με την εξέταση των αιτήσεων με τους «κομπιναδόρους» και τις στημένες αιτήσεις.
Θα ήταν πολύ πιο συνετό, πιο ωφέλιμο και ανθρωπιστικά ευαίσθητο αν όλοι όσοι εμπλέκονταν στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων εκ μέρους ενός αλλοδαπού, εξέταζαν κατά πόσο υπάρχει νόημα στην αίτησή του. Κι εδώ την ευθύνη δεν την έχουν μόνοι οι δικηγόροι.
Κάποιες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που έχουν ως στόχο να στηρίξουν τους αλλοδαπούς, ίσως από υπερβάλλοντα ζήλο, θεωρούν ότι οι περισσότερες αν όχι όλες οι αιτήσεις πολιτικού ασύλου πρέπει να γίνουν αποδεκτές. Ιδεολογικά πλέον παίρνουν το μέρος του αλλοδαπού σε κάθε περίπτωση και όταν δεν το επιτρέπει ο νόμος βρίσκουν διάφορα «παράθυρα», για να τον κρατήσουν στην Κύπρο. Αυτό όμως θα σήμαινε παντελή κατάργηση του κράτους και των αρμόδιων θεσμών που ελέγχουν την εισδοχή αλλοδαπών. Ο ρόλος των συγκεκριμένων ΜΚΟ είναι αναμφισβήτητα σημαντικός και καλύπτουν ένα κενό που υπάρχει όσον αφορά τη στήριξη των αλλοδαπών. Ωστόσο θα ήταν χρησιμότερες για τους αλλοδαπούς που όντως έχουν το δικαίωμα να μείνουν νόμιμα στην χώρα μας, αν δεν υποστήριζαν αδιακρίτως κάθε περίπτωση που έπεφτε στα χέρια τους.
Ενας πρακτικός τρόπος να αλλάξει η κατάσταση είναι η συντόμευση της διαδικασίας, εξέτασης των αιτήσεων. Εξίσου όμως σημαντική είναι και η δημιουργία δικαστηρίου για αλλοδαπούς που να εξετάζει σε σύντομο χρονικό διάστημα την ουσία των αιτήσεων και να βγάζει αποφάσεις με πραγματικά νομικά κριτήρια. Αυτή την στιγμή υπάρχει μια Επιτροπή στο Υπουργείο Εσωτερικών στην οποία κάποιοι δημόσιοι υπάλληλοι εξετάζουν μηχανικά τις αιτήσεις και κυρίως συντάσσουν εκθέσεις για το πώς πρέπει να απορριφτεί, εξαιτίας των λόγων που προαναφέραμε. Η έρευνα που γίνεται είναι συνήθως υποτυπώδης.
Οι εργατικοί πλην τίμιοι φοιτητές
Ένας εύκολος και απλός τρόπος να τροφοδοτείται η αγορά με φθηνά εργατικά χέρια μεταναστών, αλλά και να κερδίζουν ορισμένα κυπριακά «επιχειρηματικά μυαλά», είναι η είσοδος μεταναστών από τρίτες χώρες με το καθεστώς του φοιτητή.
Οι ιδιοκτήτες ιδιωτικών κολλεγίων φέρνουν καθόλα νόμιμα αλλοδαπούς φοιτητές, οι οποίοι μπορούν στον ελεύθερό τους χρόνο να ασκούν κάποιο επάγγελμα ως πρακτική στο πλαίσιο των σπουδών τους. Τις περισσότερες φορές ωστόσο οι φοιτητές αυτοί κάθε άλλο παρά φοιτητές είναι και κάθε άλλο παρά στον ελεύθερό τους χρόνο δουλεύουν. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, αντί αυτού, παρακολουθούν τα μαθήματά τους στο κολλέγιο, εάν και όποτε προκύψουν, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που και οι ίδιοι οι καθηγητές τους απουσιάζουν.
Από συνομιλίες με τους ίδιους τους αλλοδαπούς διαπιστώσαμε ότι οι περισσότεροι από αυτούς δεν έρχονται στην Κύπρο για να σπουδάσουν αλλά για να βρουν τρόπο να εργαστούν. Μάλιστα θεωρούν τα δίδακτρα που καταβάλλουν στο κολλέγιο ως το αντίτιμο που πρέπει να πληρώσουν στον «μεσάζοντα» για να μείνουν στην Κύπρο. Αν διαπιστώσουν ότι σε κάποια άλλη χώρα μπορούν να εργαστούν καταβάλλοντας λιγότερα χρήματα, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους.
Το κράτος θα μπορούσε να παρέμβει πιο δυναμικά σε αυτή την περίπτωση, ελέγχοντας περισσότερο το καθεστώς εργασίας των αλλοδαπών και ίσως ζητώντας από τα ίδια τα κολλέγια να βρίσκουν κάποια απασχόληση στους φοιτητές σχετική με τις σπουδές τους, μέσω συνεργασίας τους με επιχειρήσεις. Ποιους όμως συμφέρει αυτός ο έλεγχος; Τους κολλεγιάρχες που αναμφίβολα κερδίζουν, ή την κυπριακή οικονομία, λαμβάνοντας υπόψη ότι πολλές επιχειρήσεις δεν θα ήταν ίσως βιώσιμες χωρίς την εργασία των ξένων φοιτητών;
Όλα του γάμου εύκολα και του διαζυγίου… ευκολότερα
Η συντηρητική κοινωνία της Κύπρου συνήθως δεν εγκρίνει τους μεικτούς γάμους. Είναι όμως και ένα κομμάτι καθόλα ευυπόληπτων πολιτών που κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να τους προωθήσουν. Οι λόγοι και σε αυτή την περίπτωση είναι κυρίως οικονομικοί και όχι ανθρωπιστικοί.
Η ταρίφα για έναν εικονικό γάμο μεταξύ Κύπριου ή κοινοτικού με έναν αλλοδαπό από τρίτη χώρα, ώστε να εξασφαλίσει την διαμονή του στην Κύπρο, φτάνει στα 7000 ευρώ. Τα λεφτά τα καρπώνονται βέβαια συγκεκριμένα κυκλώματα που αποτελούνται από δικηγόρους, Κύπριους και ξένους, που δικαιούνται νόμιμα να μένουν στην Κύπρο. Οι «προξενητές» αναλαμβάνουν να βρίσκουν εικονικό σύντροφο στον αλλοδαπό που είναι διατεθειμένος να πληρώσει και κάνουν όλα του γάμου εύκολα και όλα του διαζυγίου που ακολουθεί ευκολότερα.
Πριν κλείσουμε όμως θα ήταν παράλειψή μας να μην αναφερθούμε στους ανθρώπους εκείνους που ίσως ευθύνονται περισσότερο για την γκετοποίηση των αλλοδαπών και την ρετσινιά που χαρακτηρίζει κάποιες περιοχές. Αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες σπιτιών ή καταστημάτων, κυρίως στο κέντρο πόλεων. Αυτοί διαθέτουν συνήθως παλιά διαμερίσματα ή καταστήματα τα οποία νοικιάζουν σε πολλούς αλλοδαπούς με χαμηλό ενοίκιο στον κάθε ένα. Οι ίδιοι ωστόσο κερδίζουν πολύ περισσότερα με το να φιλοξενούν πολλούς αλλοδαπούς μαζί, οι οποίοι δίνουν «από λίγα ο καθένας», παρά αν τα ενοικίαζαν σε ένα άτομο, το οποίο θα κατέβαλλε μεγαλύτερο ενοίκιο αλλά θα έμενε μόνο του.
Και σε αυτή την περίπτωση οφείλει να παρέμβει το κράτος με την θέσπιση εκείνων των νομοθεσιών που δεν θα επιτρέπουν σε μεγάλο αριθμό ατόμων να μένει ταυτόχρονα στο ίδιο σπίτι αλλά και με τακτικότερους ελέγχους για το κατά πόσο τηρούνται οι αναγκαίες συνθήκες υγιεινής.
