Μια Λέξη του 1989 για την Κύπρο
Τεύχος Νοεμβρίου 2009 | Ιωάννα Χατζηκωστή | Κατηγορία: ΠολιτισμόςΗ Κύπρος ως έμπνευση για τους πνευματικούς ανθρώπους
Ένα τεύχος του περιοδικού Λέξη έπεσε τυχαία στα χέρια μου και σκέφτηκα ότι θα ήταν κρίμα να μην το μοιραστώ μαζί σας. Πρόκειται για ένα τεύχος του 1989 αφιερωμένο στην Κύπρο. Δεν θέλω να πω πολλά, οι πνευματικοί άνθρωποι που καταθέτουν την αγάπη τους για την Κύπρο, την ιστορία, την ντοπιολαλιά, τους ανθρώπους, την λογοτεχνία, είναι τόσοι πολλοί που περιττεύω. Δύο-τρία βασικά που με συγκίνησαν μόνο θα πω:
1.Ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων, η συναίσθηση της ευθύνης τους απέναντι σε ένα θέμα εθνικό και όχι μόνο. Γιατί το να είσαι πνευματικός άνθρωπος αποδεικνύεται πολύ δύσκολο στις μέρες μας. Μέρες στις οποίες περισσεύουν οι μορφωμένοι, περισσεύουν τα διδακτορικά, περισσεύουν τα πανεπιστήμια. Ακούω δε συχνά ακαδημαϊκούς στην Κύπρο και αλλού, και ανθρώπους των γραμμάτων γενικά, να παραπονιούνται για την έλλειψη πνευμα-τικότητος και απορώ: Ποιον άλλον περιμένουν πέρα από τον εαυτό τους να δημιουργήσει πνευματική κίνηση; Απορώ τι δεν βρίσκουν εντός τους αυτοί οι άνθρωποι ώστε να το αφήσουν να λάμψει και να φωτίσει τον κόσμο που περιμένει από αυτούς και, εν αγνοία τους ίσως, ελπίζει σε αυτούς;
2.Η Κύπρος ως έμπνευση. Για τους ανθρώπους που έχουν την δυνατότητα να αγαπήσουν, πράγμα όχι αυτονόητο, η Κύπρος μπορεί να γίνει η μεγάλη τους αγάπη, μια αιώνια αγαπημένη. Στην ίδια Κύπρο, όπως πολλοί άλλοι επισκέπτες, δεν ήρθε και ο Σεφέρης και δεν ξεπέρασε ποτέ το θαύμα της; Η Κύπρος είναι σύμβολο μέσα στους αιώνες θέτοντας πάντα καυτά ερωτήματα εθνικού, ανθρωπιστικού και ιστορικού χαρακτήρα. Το πόσο μπορεί κανείς να την αγαπήσει ή να την απαξιώσει δεν έχει να κάνει με το ίδιο το νησί αλλά με το τι κουβαλά ο αγαπών ή απαξιών μέσα του. Η πνευματικότητα αγαπά την Κύπρο, δεν μπορεί να μην την αγαπά γιατί αντιλαμβάνεται μόνο την ουσία και όχι τα στολίδια που προσπαθούν -μάταια- να κρύψουν τον πόνο. Η ψευτοπνευματικότητα, από την άλλη, φοβάται την Κύπρο. Δεν μπορεί να μην την φοβάται. Η Κύπρος αποκαλύπτει το ψέμα των ψευδομένων και την επιφανειακότητα των επιφανειακών. Πάντα. Δεν επιτρέπει μικρά συναισθήματα. Δεν επιτρέπει γκρίζες περιοχές. Ο πόνος και η ιστορία εδώ έχουν τεράστιο βάρος. Και ενίοτε συνθλίβουν.
Ευχαριστώ τους πνευματικούς ανθρώπους που συμμετείχαν στο αφιέρωμα της Λέξης του 1989 γιατί μου θύμισαν την διαφορά της αληθινής μόρφωσης και την διαφορά που αυτή μπορεί να επιφέρει για την καλυτέρευση του κόσμου. Μένω με σεβασμό στα ακόλουθα από αυτό το αφιέρωμα:
Η σκληρά ρεαλιστική ματιά στα ιστορικά δρώμενα και η αποκωδικοποίησή τους. Ο Μάριος Πλωρίτης, για παράδειγμα, γράφει, με διαυγέστατη ματιά και βαθύτατη γνώση του ιστορικού περιγράμματος που μας εγκλώβισε: «Η κυπριακή κρίση έγινε κρισιμότατη όχι μόνο για την ακεραιότητα και την επιβίωση της (ήδη σφαγιαμένης) Κύπρου, αλλά και της χώρας μας ολόκληρης. Οι σύμμαχοι και η Συμμαχία που θα μας οχύρωνε απέναντι στις υποθετικές επιθέσεις των ‘εχθρών’ μας, μας παροπλίζει και εξοπλίζει τους θετικότατους ‘φίλους’ μας, ευλογεί κι ανταμείβει τους βανδαλισμούς τους και την απιστία τους και απεργάζεται τον ακρωτηριασμό μας και τον πολιτικό και εθνικό μηδενισμό μας».
Η ενσυναίσθηση στα λόγια του Ιάκωβου Καμπανέλλη όταν γράφει μετά από επίσκεψή του στην Κύπρο: «Εκεί ανακάλυψα το τι Ελλάδα είναι η Κύπρος και το τι Κύπρος είναι η Ελλάδα. […] Η κυπριακή ποίηση και πεζογραφία, τόσο πριν την εισβολή όσο και μετά την εισβολή, έχει έναν σπαραγμό, μιαν ορμή και μια δύναμη που η δική μας δεν είχε λόγο να τα έχει, γιατί, δεν είχε το δράμα, το πίσω δράμα. […] Η ορμή και ο σπαραγμός που είχε η κυπριακή λογοτεχνία στα μετά την εισβολή χρόνια, είναι ο σπαραγμός που υπάρχει ακόμη κι όταν μιλούν σήμερα για άλλα πια πράγματα».
Ή στα λόγια του Τάκη Ανδρουτσόπουλου μετά από επίσκεψή του: «Η Λευκωσία ήταν βουβή. Την ίδια μέρα το πρωί είχα δει την πανέμορφη Πάφο να ταξιδεύει μέσα στην ιστορία και τα μάτια μου είχαν γεμίσει φως στις άδειες κερκίδες του Κούριου. Αν θες να νιώσεις τι σημαίνει ‘πληγή’ πήγαινε στην Κύπρο».
Η άδολη αγάπη στα λόγια του ναυτικού-ποιητή Νίκου Καββαδία: «Τελευταία περνάω πληχτικές μέρες περιμένοντας το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου για να φύγω από την Αθήνα. Η μόνη μου ευχαρίστηση είναι να κάνω παρέα με Κυπρίους ανθρώπους που δεν λένε ποτέ ψέματα – και να μιλάω με ενθουσιασμό για τον καλύτερο μου φίλο».
Η αυτοκριτική του Θ. Δ. Φραγκόπουλου όταν γράφει: «Θα προβώ σε μια εξομολόγηση: Είμαι αγιάτρευτα ερωτευμένος με την Κύπρο, όσο και αν δεν διατυμπανίζω τούτο τον καημό μου. Κι όσες φορές και αν πήγα στο νησί αυτό, αισθάνθηκα την λαβωματιά τούτου του καημού, δηλαδή την ενοχή μου, συλλογική ή ατομική ως Έλληνας».
Διάλεξα να μείνω στο αφιέρωμα στον Albert Camus, τον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον Αλέκο Φασιανό και την συμπαράσταση στον Τεύκρο Ανθία από πνευματικούς ανθρώπους του Καΐρου. Μεταξύ πολλών και συγκινητικών επέλεξα να μείνω σε αυτούς.
Τα ερωτήματα στα οποία θα πρέπει να καταλήξουμε διαβάζοντας το αφιέρωμα αυτό είναι τα ακόλουθα:
Άραγε η Κύπρος συγκινεί ακόμη;
Άραγε υπάρχουν ακόμη πνευματικοί άνθρωποι που θα υποστηρίξουν το δίκαιο της Κύπρου, και όχι απλά να την συζητήσουν;
Εμείς πού φταίμε;
Ο Άνθος Λυκαύγης γράφει τον Αύγουστο του 1974 τους πολύ ωραίους στίχους μιας οδυνηρής ενδοσκόπησης.
Ποιος απάτησε ποιον;
Οι όρκοι εμάς; Εμείς τους όρκους;
Τα όνειρα εμάς; Εμείς εκείνα;
Νικηφόρος Βρεττάκος
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε το 1912 και είναι γόνος αγροτικής οικογένειας, η οποία ξέπεσε οικονομικά όταν ο ίδιος ήταν ακόμη παιδί.
Στους στίχους του μιλά πάντα για την αγάπη, την ειρήνη και την πίστη του στον άνθρωπο. Λαχταρώντας την αγάπη και την επικοινωνία με τους ανθρώπους, ο Βρεττάκος τραυματίζεται και πονά πολλάκις από τον κυνισμό του ανθρώπινου είδους. Τα συναισθήματα αυτά τα βιώνει όχι μόνο από προσωπικές καταστάσεις αλλά και από τα πολιτικά γεγονότα στα οποία συμμετέχει ενεργά.
Ο Βρεττάκος πιστεύει ψυχή τε και σώματι ότι ο ποιητής έχει μια αποστολή στον κόσμο. Μια αποστολή δύσκολη αλλά σπουδαιότατη. Να σταθεί δίπλα στον καθένα, γιατί «σε αυτόν βλέπει όλο το σύμπαν».
Ο άνθρωπος που δήλωσε ότι: «Στην ποίηση έδωσα την ψυχή μου. Και χωρίς να είμαι βέβαιος ότι είμαι ποιητής, ξέρω τώρα πως δεν είμαι τίποτε άλλο», ο ποιητής που είδε ότι η κυπριακή ποίηση κρύβει αίμα μέσα της. Αγάπησε την Κύπρο όσο τίποτα άλλο και συχνά την τραγούδησε.
Κύπρος
Τριγυρνώ εξήντα χρόνια μες στην Κύπρο του κόσμου,
η Κύπρος παντού, αλλά Κύπρος εσύ,
παραφόρτωσες την καρδιά μου με ερείπια και με άταχτα
ριγμένους νεκρούς, πεσμένους ανάσκελα ή μπρούμυτα κάτω
απ’ το φως
μες στο πράσινο, μέσα στα χρώματα του έρωτα, εμπρός
στις ανταύγες της Κύπριδας που αναδύεται, μες στα αιωρούμενα
ζαφείρια της θάλασσας. Τόση ομορφιά,
πώς γίνεται Θεέ μου, να μην
ακούγεται ο λόγος της. Θεέ μου, δεν είναι
δεν είναι για όπλα ο τόπος αυτός, δεν ειναι για βόμβους,
δεν είναι για ουρλιάγματα τσακαλιών, για κραυγές
μαρτύρων, δεν είναι, εδώ όπου νίκας κατά
βαρβάρων δωρούμενος χάραξες έντονα
σημεία ειρήνης και σημεία φωτός και της κέντησες
το χώμα με λεμονιές, την έκαμες όμορφη
όπως είναι η ψυχή του ποιητή, όταν εμπνέεται.
Φωτιά! Δικαιοσύνη φωτιά κατά τόπους, φωτιά!
Μες στην Κύπρο του κόσμου, η Κύπρος αμύνεται!
Αλπέρ Καμύ
Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στο Μοντοβί τον Νοέμβριο του 1913. Ο Μιχαλάκης Καραολής γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1933 στο Παλαιχώρι. Τι κοινό έχουν αυτοί οι δύο άνθρωποι; Ποια μοίρα τους ένωσε; Η τυραννία της αγγλικής αποικιοκρατίας εξώθησε τον Καμύ, ένα άνθρωπο με τεράστια επιθυμία για ζωή και συνεπή σε μια υψηλών αρχών εντιμότητα, να διεκδικήσει το δικαίωμα κάποιου άγνωστου στη ζωή. Ο Καμύ προσπάθησε να υψώσει το ανάστημά του μπροστά στην κρεμάλα που ετοίμαζαν για τον Μιχαλάκη Καραολή.
Ένα κομμάτι από το λόγο του κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ βρίσκει απόλυτα την εφαρμογή του στην περίπτωση Καραολή.
«Ο ρόλος του συγγραφέα δεν διαχωρίζεται από τα δύσκολα καθήκοντα. Εξ ορισμού δεν μπορεί σήμερα να τεθεί στην υπηρεσία εκείνων που δημιουργούν την ιστορία, αλλά μόνο στην υπηρεσία εκείνων που την υφίστανται. Διαφορετικά, βρίσκεται μόνος και χωρίς την τέχνη του. Ούτε όλοι οι στρατοί των τυραννικών καθεστώτων δεν μπορούν να τον βγάλουν από την μοναξιά του, ακόμη κι αν, και κυρίως αν, συμφωνήσει να τους ακολουθήσει. Όμως η σιωπή ενός αγνώστου φυλακισμένου, αφημένου στις ταπεινώσεις, στην άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί για να επαναφέρει τον συγγραφέα από την εξορία, κάθε φορά τουλάχιστον που καταφέρνει, μέσα από τα προνόμια της ελευθερίας του, να μη λησμονεί αυτή την σιωπή και να την συγκρατεί μέσα από την τέχνη του.
Κανείς από εμάς δεν είναι αρκετά σημαντικός για κάτι τέτοιο. Αλλά σε κάθε περίσταση της ζωής του, σκοτεινής ή πρόσκαιρα λαμπερής, δεμένος χειροπόδαρα από την τυραννία ή ελεύθερος για κάποιο χρόνο να εκφραστεί, ο συγγραφέας μπορεί να ξαναβρεί την αίσθηση μιας ζωντανής κοινότητας η οποία θα τον δικαιώσει, με μόνη προϋπόθεση να αποδεχτεί, όσο μπορεί, τα δύο φορτία που διαμορφώνουν το μεγαλείο του επαγγέλματός του: Την υπηρεσία της αλήθειας και της ελευθερίας. Αφού η φιλοδοξία του είναι να συνενώσει τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, δεν μπορεί να βολευτεί με το ψεύδος και την υποταγή, τα οποία, όπου βασιλεύουν, αυξάνουν την μοναξιά. Οποιες κι αν είναι οι προσωπικές μας αδυναμίες, η ευγένεια του επαγγέλματός μας, θα ριζώνει πάντα σε δύο σκοπούς δύσκολους να υπηρετήσεις: Την άρνηση να ψεύδεσαι για όσα γνωρίζεις και την αντίσταση στον καταναγκασμό. (…)
Κάθε γενιά, αναμφίβολα, πιστεύει ότι θα αλλάξει τον κόσμο. Η δική μου γνωρίζει όμως ότι δεν πρόκειται να το κάνει. Ωστόσο, ο ρόλος της είναι ίσως μεγαλύτερος. Πρέπει να εμποδίσει τον κόσμο να φθαρεί.
Κληρονόμος μιας διεφθαρμένης ιστορίας όπου εμπλέκονται αποτυχημένες επαναστάσεις, τεχνικές που ξεστράτισαν, πεθαμένοι θεοί και παρωχημένες ιδεολογίες, όπου μέτρια καθεστώτα μπορούν σήμερα να καταστρέψουν τα πάντα, χωρίς να γνωρίζουν πώς να πείσουν, όπου το πνεύμα ταπεινώθηκε μέχρι που έγινε η υπηρέτρια του μίσους και του καταναγκασμού, αυτή η γενιά όφειλε, στην ίδια και γύρω της, να επανορθώσει, ξεκινώντας από τις δικές της αρνήσεις, κάτι από αυτό που κάνει να ζεις και να πεθαίνεις αξιοπρεπώς».
Αλέκος Φασιανός
Ο Αλέκος Φασιανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Το προσωπικό ύφος του καλλιτέχνη διαμορφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Τρία βασικά θέματα έμειναν αναλλοίωτα στην διάρκεια της πορείας του: Άνθρωπος, φύση, περιβάλλον. Η σπουδή του ελληνικού πολιτισμού και η ενασχόληση με τις γραφικές τέχνες και την χαρακτική επηρέασαν και το ζωγραφικό του έργο.
Γράφει με μια αθωότητα και απλότητα που απλώς ενισχύει την ουσία και την δύναμη των λόγων του στο αφιέρωμα της Λέξης του 1989: «Η θεία μου η Κατίνα ήταν παντρεμένη και έμενε εκεί (στην Κύπρο), απ’ όπου μας έστελνε γράμματα με ωραία γραμματόσημα. Ήταν Άγγλοι τότε εκεί και ήμουν κάπως υπερήφανος που κάποιοι συγγενείς μου έμεναν στο νησί αυτό, που εθεωρείτο κάτι σαν το εξωτερικό, γιατί είχε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Κάποτε η θεία μου γύρισε στην Ελλάδα, όταν ο στρατάρχης Χάρτινγκ άρχισε να κρεμά τους Έλληνες γιατί ζητούσαν την ελευθερία τους». Η συνέχεια, ιστορική, καλλιτεχνική και άλλη, στο χαρακτικό που ακολουθεί με ημερομηνία 23 Ιουλίου 1974.
Τεύκρος Ανθίας
Η διαμαρτυρία για την φυλάκιση του Τεύκρου Ανθία
Το 1931, στην μεγάλη εξέγερση των Οκτωβριανών ο Τεύκρος Ανθίας συγκαταλέγεται ανάμεσα στους τραυματίες από τα αποικιακά πυρά και στην συνέχεια εκτοπίζεται ως καθεστωτικά επικίνδυνος στην Ανδρολύκου της Πάφου, ενώ αργότερα τελεί υπό περιορισμό στο ίδιο το χωριό του.
Αργότερα μεταβαίνει στο Λονδίνο, όμως το 1955 εγκαταλείπει την ασφάλεια της αγγλικής πρωτεύουσας και έρχεται πάλι στην Κύπρο για να συλληφθεί πάραυτα από τους Άγγλους αποικιστές και να κλειστεί στα κρατητήρια. Εκεί κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του από δύο καρδιακές προσβολές. Ο πνευματικός κόσμος στην Ελλάδα και το εξωτερικό σύσσωμος απαιτεί την απελευθέρωσή του.
