30 Ιουλίου 2010

Συνέντευξη Έρη Ρίτσου: O πατέρας μου, ο Γιάννης Ρίτσος

Τεύχος Νοεμβρίου 2009 | , | Κατηγορία: Πολιτισμός

Συνέντευξη Έρης Ρίτσου

στην Γιώγια Σιώκου

 

Κι αλήθεια, ξέχασα να σας πω το κυριότερο

-που μόλις τώρα τόμαθα -

δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.

Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου:

Ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός

Όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,

χωρίς να τον σκοτώσει,

για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και την θυσία του,

ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα που

το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του ξέροντας,

τότε μόνο, πως είχε αξιωθεί να δώσει το φως και την φωτιά στον άνθρωπο,

Κι ακόμα, ναι, ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός

Γρηγόρης Αυξεντίου, 29 χρονών.

Από τον Αποχαιρετισμό (στον Γρηγόρη Αυξεντίου)

Αθήνα 5-25 Μαρτίου 1957

Με αφορμή τα 100 χρόνια από την γέννηση του μεγάλου μας ποιητή, Γιάννη Ρίτσου, το Υπουργείο Πολιτισμού και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου τιμούν τον ποιητή και το έργο του. «Σπούδασα ιστορία του παρελθόντος και του μέλλοντος στην σύγχρονη σχολή του αγώνα», έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος, του οποίου ο αγωνιστικός λόγος ήταν εναρμονισμένος με την ζωή του. Τον Μάιο του 1936 γεννήθηκε ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου, το κορυφαίο έργο που μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη σφράγισε τον πολιτισμό της πατρίδας μας. Ο ποιητής, αντικρίζοντας την φωτογραφία της χαροκαμένης μάνας που θρηνούσε το σκοτωμένο της παιδί, σήμα της βίαιης καταστολής των καπνεργατών στην Θεσσαλονίκη, γράφει το συγκλονιστικό αυτό έργο στον ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, που 24 χρόνια μετά άνοιξε τον δρόμο στην μελοποιημένη ποίηση.

Ο Γιάννης Ρίτσος στρατεύτηκε με τα υψηλότερα ιδανικά και παρέμεινε στρατευμένος σε όλη του την ζωή με ήθος, αξιοπρέπεια, ακλόνητη θέληση και πείσμα. Ο αγωνιστικός του λόγος ήταν εναρμονισμένος με την ζωή του, ο στίχος του είναι συνυφασμένος με θραύσματα και κόκκινα γαρίφαλλα. Αφουγκραζόταν τον βηματισμό της ιστορίας. Οι λέξεις του λάμπουν, έρχονται από τα βάθη των αιώνων, έχουν την δική τους μνήμη και, σαν σπαράγματα ψηφίδων, συνθέτουν την Ζωή και τον Θάνατο. Με δύο μαινάδες πάντα να καραδοκούν, την φυματίωση και την τρέλα.

Η Έρη Ρίτσου είναι κόρη του μεγάλου μας ποιητή Γιάννη Ρίτσου και της εκλεκτής του συζύγου, αείμνηστης Γαρυφαλιώς Γεωργιάδου. Το 1955 γεννιέται η Έρη. Η όψιμη πατρότητα του χαρίζει μεγάλη ευτυχία και γράφει για την Έρη με απέραντη αγάπη και τρυφερότητα το υπέροχο ποίημα Πρωινό άστρο. Η Έρη Ρίτσου σπούδασε Αγγλική φιλολογία, έχει γράψει τέσσερα εξαιρετικά βιβλία, τα οποία έχουν εκδοθεί από τον Κέδρο, εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και έχει μια κόρη, την δεκαεπτάχρονη Λητώ.

Εκλεκτή φίλη Έρη, θα ήθελα να μας μιλήσεις για τον πολυαγαπημένο σου πατέρα, για τον μεγάλο μας ποιητή του Επιτάφιου, της Σονάτας του Σεληνόφωτος, της Ρωμιοσύνης, που εκατό χρόνια μετά την γέννησή του ζει αθάνατος, δωρίζοντάς μας στίχους έναστρους.

Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος απλός. Αγαπούσε πολύ την θάλασσα και το ηλιοβασίλεμα και κολυμπούσε για ώρες. Όταν ήταν στο Καρλόβασι κατέβαινε στον παραλιακό δρόμο να απολαύσει το δειλινό. Εργαζόταν σκληρά, ένα οκτάωρο καθημερινά τουλάχιστον, και ήταν ιδιαίτερα απαιτητικός με τον εαυτό του. Ήταν τελειομανής και για αυτό κάθε συλλογή του την επεξεργαζόταν πολλές φορές με απανωτές γραφές. Όμως, όσο και αν η ποίηση ήταν η ζωή του, διέκοπτε το γράψιμο για να συμπαρασταθεί σε όποιον φίλο του το είχε ανάγκη.

Ο Γιάννης Ρίτσος είχε πολλά ταλέντα. Αγαπούσε την μουσική, έπαιζε πιάνο και μαντολίνο. Εργάστηκε ως χορευτής στην Λυρική Σκηνή και ως ηθοποιός στο Εθνικό Θέατρο και σε άλλους θιάσους. Όμως ο Ρίτσος ήταν συνειδητά ταγμένος στην λογοτεχνία. Ο Ρίτσος, επειδή είχε δουλέψει στον εκδοτικό οίκο Γκοβότση, είχε τις απαιτούμενες γνώσεις για την επιμέλεια των ποιητικών συλλογών που εξέδιδε. Και βέβαια για το εικαστικό μέρος του βιβλίου, τα τυπογραφικά στοιχεία, τα πρωτογράμματα, τις βινιέτες, την ποιότητα του χαρτιού, είχε πάντα άποψη.

Έτσι τα βιβλία του, που τύπωνε με εξαιρετική επιμέλεια ο Κέδρος, αποτελούσαν και στην μορφή «έργο τέχνης».

Έγραφε ακούγοντας Μπάχ. Τον συγκινούσε η κλασική μουσική. Διάβαζε πολύ αρχαίους ΄Ελληνες τραγικούς, Όμηρο και φυσικά τους αγαπημένους του ποιητές Παλαμά, Σικελιανό, Καρυωτάκη και ήταν πάντα ενήμερος για τους πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές. Ήταν βαθύς γνώστης της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι αγαπημένοι του ξένοι ποιητές ήταν ο Πάμπλο Νερούδα, ο Έλιοτ, ο Αραγκόν, ο Ελιάρ, ο Πάουντ, ο Λόρκα, ο Χίκμετ, ο Γιεσένιν, ο Γιόζεφ και τόσοι άλλοι.

Το γραφείο του στο Καρλόβασι το είχε φροντίσει η μητέρα μου και ήταν λουσμένο στο φως. Ένα δωμάτιο με παράθυρα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στην Αθήνα το διαμέρισμα ήταν μικρό, γεμάτο βιβλία και πίνακες.

Ο Ρίτσος επειδή βίωσε την καταστροφή της γονικής του οικογένειας και την απώλεια της οικογενειακής περιουσίας δεν ενδιαφερόταν για τα υλικά αγαθά. Εκτός από την μεγάλη του αγάπη, την ποίηση, είχε κατακτήσει ένα μέρος της καρδιάς του και η ζωγραφική. Παιδί ακόμα είχε μέσα σε ένα γράμμα της μητέρας του, προς τον αδελφό της που ζούσε στο Λονδίνο, ένα σημείωμα που ζητούσε ένα κουτί μπογιές. Όταν ο θείος του ανταποκρίθηκε έζησε μοναδικές στιγμές ευτυχίας.

Όλα τα ζωγραφικά του έργα ήταν ανυπόγραφα. Μερικές φορές έβαζε μόνο τα αρχικά του, γιατί η δουλειά του δεν ήταν η ζωγραφική. Ήταν ποιητής. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήταν άνθρωποι του διαλόγου, συζητούσαμε πάντα τις αντιθέσεις μας. Με τον πατέρα μου είχαμε μια απόλυτα φυσιολογική σχέση πατέρα και κόρης.

Τα χειρόγραφά του κατατέθηκαν στα ιστορικά αρχεία του Μουσείου Μπενάκη, όπου φυλάσσονται, προσβάσιμα πλέον στους μελετητές: 804 μπλοκ, τετράδια, λυτά φύλλα, απλά ή ζωγραφισμένα, δερματόδετα ή λυμένα, μονόφυλλα ή πολύφυλλα.

Έρη, σε ευχαριστώ από καρδιάς

Ο Γιάννης Ρίτσος από το Καρλόβασι αποχαιρέτησε τους ανθρώπους και την ζωή γράφοντας στις 3 Σεπτεμβρίου 1989 το ποίημά του Το τελευταίο καλοκαίρι, το οποίο ακολουθεί.

Το τελευταίο καλοκαίρι

Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών. Καιρός να ετοιμάσεις

τις τρεις βαλίτσες τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα -

και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε

Παρ’ ότι τον χειμώνα δε θα το φορέσεις. Εγώ

τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω

τους στίχους που έγραψα Ιούλιο και Αύγουστο

αν και φοβάμαι πως τίποτα δε πρόσθεσα, μάλλον

πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσά τους διαφαίνεται

η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι

με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, την θάλασσά του

με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,

με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ τα μπαλκονάκια

Και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα ‘ναι το τελευταίο…

Tags: ,

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Διαβάστε τους κανονισμούς για τα σχόλια

Γραμμένο σε Greeklish; Μετατρέψτε το σε Ελληνικά, αυτόματα!